30 Οκτωβρίου 2017

Οι Μέλισσες





Είμαστε σαν μέλισσες, μεταφέρουμε μυστικά τις διαθέσεις μας στους άλλους, ασκούμε μεγάλη επιρροή στον ψυχισμό τους, τα λόγια μας σ’ αυτή την υπόθεση είναι το λιγότερο. Τα λόγια μας, οι σκέψεις μας, που σπάνια είναι ευθυγραμμισμένα με τα αισθήματά μας. Για την ακρίβεια αυτή όλη η πάλη, όλος ο εσωτερικός αγώνας, όμως δεν μπορεί να τον δώσει άλλος για εμάς, δεν μπορεί άλλος να ευθυγραμμίσει τη σκέψη μας με το αίσθημά μας. Κι όταν δεν είναι ευθυγραμμισμένη η σκέψη με το αίσθημα σε ατομικό επίπεδο κάθε σχέση με τους ανθρώπους νοσεί. Άλλα λέγονται άλλα αισθάνονται, άλλα προβάλουν άλλα μένουν στο βυθό, άλλα κουβεντιάζουμε άλλα μας αφορούν, άλλα θέλουμε άλλα κάνουμε, άλλα δείχνουμε άλλα είμαστε, ο κόσμος γίνεται ένα αλαλούμ.

 Δυστυχώς αλλά και ευτυχώς είμαστε σαν μέλισσες, τί κι αν δεν κουβεντιάζονται οι προθέσεις, είναι πάντα παρών, ενεργειακά παρών. Δυστυχώς γιατί η επαφή με έναν άνθρωπο αγγίζει βαθιά, κι ο καθένας αισθάνεται τον άλλον απ’ τον εαυτό του, τον φτάνει το βάθος του, ο άλλος του το ερεθίζει, τον φτάνει το αίσθημά του, του μιλά, χρειάζεται να το κάνει λέξεις, θέλει το αίσθημά του να ελευθερωθεί, να τον αφυπνίσει. Όμως ο άλλος αισθάνεται άσχημα στην επαφή και ρίχνει την ευθύνη στον άλλον, ενώ αν δεν υπήρχε το άσχημο μέσα του, στην επαφή με ένα τέρας λίγο πολύ θα χαμογελούσε, λίγο πολύ, αν είχε πηγαία χαρά μέσα του χαρά θα τον έφτανε, ακόμα κι αν έρχονταν σε επαφή με μια κατάρα.
 Λίγο πολύ, αν είχε φως μέσα του, φως θα τον έφτανε, σαν άγγιζε ο νους την ψυχή του στην επαφή με έναν άνθρωπο. Λίγο πολύ, αν είχε αγάπη μέσα του αγάπη θα τον έφτανε. Κι αν έρχονταν σε επαφή με το δύσκολο, τα τραγικό, τα μαύρο, κατανόηση θα τον έφτανε και συμπόνια.

 Αλλά και ευτυχώς είμαστε σαν μέλισσες, γιατί μπορούν να πάρουν εκατοντάδες άνθρωποι φως από ένα κερί χωρίς η φλόγα του να λιγοστέψει. Όμως είναι πολύ το φως σε λίγους ανθρώπους και λίγο το φως σε πολλούς ανθρώπους.
 Κι είμαστε σαν μέλισσες, τα θετικά λόγια στην επιφάνεια, τα αρνητικά αισθήματα στο βυθό, η σκέψη να λέει ναι, το αίσθημα να λέει όχι.
 Κι έρχεται ο καιρός τώρα και λέει: είσαι αρνητικός, με χαλάς, με συννεφιάζεις, μου μαυρίζεις την ψυχή, σε απομακρύνω από κοντά μου.
Θέλω τον θετικό άνθρωπο, τον γελαστό, τον χαρούμενο, αυτός με ανεβάζει, αυτός μου χαρίζει τονωτικές ενέσεις, δεν με ρίχνει με ευνοεί. Δεν με τραβά κάτω με σηκώνει. Άλλη απάτη αυτή, άλλη αποφυγή του βλέμματος, άλλη προσπάθεια να κρατηθεί κανείς μακριά απ’ τις αδυναμίες του. Ενώ θα έπρεπε να λέει: θα μείνω κοντά σε σένα που την ψυχή μου μαυρίζεις… μέχρι το μαύρο της ψυχής μου να χαθεί, γιατί το μαύρο της ψυχής μου δεν με φτάνει από σένα, εσύ μόνο το προκαλείς, κι είναι μεγάλο δώρο για μένα να με φέρνεις σε επαφή με τον ενδότερο εαυτό μου και να τον τσακώνει η συνείδησή μου, να τον φέρνει ψηλά και να τον γυαλίζει. Και θα έπρεπε να λέει: θα μείνω κοντά σου, σε σένα που την ψυχή μου μαυρίζεις, μέχρι να πάρω πίσω όλη τη δύναμή μου που στα χέρια σου άθελά μου εναπόθεσα, μέχρι να μην έχεις καμία επιρροή στην ύπαρξή μου, μέχρι να με φτάσει η καθαρή μου φύση κι ο εαυτός μου ο πρώτος. Γιατί η καθαρή μου φύση με φτάνει μέσα από μένα κι εσύ είσαι ο μοχλός κι η κινητήρια δύναμη που με αφυπνίζει. Επειδή εσύ, δύσκολε και σκοτεινέ άνθρωπε, που τόσο με εξοργίζεις κι αφόρητα αισθάνομαι κοντά σου, συντελείς στην ύπαρξή μου μέγα έργο, και μου είσαι πολύτιμος κι απαραίτητος, χωρίς εσένα θα ήταν αδύνατο να δω, τι σε μένα αφόρητο κι εξοργιστικό είναι, καθώς και το λόγο και την αιτία αυτών. Γιατί εσύ με την απαίσια συμπεριφορά σου, το λόγο και την αιτία των δυσκολιών μου προσπαθείς να μου φανερώσεις, και τυχαία δεν είσαι κοντά μου να με τριγυρίζεις με τη συμπεριφορά σου, επειδή η ψυχή μου σε επέλεξε γιατί σε χρειάζεται. Το βάσανό σου λοιπόν είναι και δικό μου, και καθώς συναντιόμαστε και κατασπαράζουμε ο ένας τον άλλον, άλλο τίποτα δεν λέμε, απ’ το: έλα να αλλάξουμε βάσανα. Ως εραστές, ως φίλοι, ως άνθρωποι που συναντήθηκαν, ως παντρεμένοι.

Ο άλλος είναι για εμάς ένα κέντρισμα στον εγκέφαλό μας, από κει μια εντολή στο ανάλογο αίσθημά μας, και μέσα απ’ τον άλλον έχουμε τον εαυτό μας στο πιάτο μας, όμως στην οθόνη μας βλέπουμε τον άλλον.
Που θα μπορούσε να πατάει σε εμάς άλλο νοητικό κουμπί, κι άλλο συναίσθημα απ’ τον εαυτό μας να μας φτάνει, κι ο άλλος να είναι αλλιώς, επειδή αλλιώς θα τον νιώθουμε, αφού όσα νιώθουμε για τους άλλους δικά μας είναι.

Ο άλλος. Το δώρο μας, συχνά σε συσκευασία κατάρας. 

 Κι όλους τους αρνητικούς ανθρώπους να απομακρύνεις από κοντά σου είναι η άρνησή σου που το κάνει.



29 Οκτωβρίου 2017

Όμορφη σαν Ψέμα







Από μικρή της έλεγαν
είσαι όμορφη σαν ψέμα
μα εκείνη το πίστευε
τα αγόρια στο σχολείο της έλεγαν
στάσου λιγάκι να σ’ αγγίξουμε
γιατί είσαι όμορφη σαν ψέμα
μα εκείνη το πίστευε

Καθώς μεγάλωνε όλοι της έλεγαν
πως η ζωή είναι όμορφη σαν ψέμα
όμως εκείνη το πίστευε
αργότερα την αγάπησε ένας στα ψέματα
μα εκείνη τον πίστεψε

Άρχισε να κλαίει στ’ αλήθεια
μα δεν ήθελε να το πιστέψει
έκλαψε καιρό στ' αλήθεια
μα δεν το πίστευε
και το κλάμα τελείωσε
ο κόσμος έγινε ξανά όμορφος σαν ψέμα

Ύστερα ήρθε ο φόβος
μα δεν τον πίστευε
ήρθε ο τρόμος
μα δεν τον πίστευε
ήρθε ο πόνος
μα δεν τον πίστευε
ήρθε η απελπισία
μα δεν την πίστευε
κι αφού ήρθαν πέρασαν όλα
κι έγινε ξανά η ζωή της όμορφη σαν ψέμα

Από μικρή της έλεγαν
είσαι όμορφη σαν ψέμα
μα εκείνη το πίστευε
της έλεγαν πως η ζωή
είναι όμορφη σαν ψέμα
μα εκείνη το πίστευε

Αν πήγαινες να την πιάσεις έτρεχε μπροστά 
βγήκε πρώτη. 



Το Σπίτι στο Λιβάδι






Προχωράς
γιατί σημασία έχει να προχωράς
και προσπαθείς
γιατί σημασία έχει να προσπαθείς
κι είναι όλα κάποτε αντίθετα
γιατί χρειάζεται να είναι αντίθετα
ένα βουνό από χρέη
κι αρχίζεις να πληρώνεις
απ’ την αρχή προς το τέλος

Είναι λίγος και μικρός ο άνθρωπος
μπροστά στα τεράστιά του προβλήματα
δεν θα τα καταφέρει, θα δεις
δεν θα βρει τη δύναμη
θεοί, σοφοί και άνθρωποι θα διαψευστούν
στοίχημα βάζω τον ουρανό

Το σκοτάδι πυκνό, το κεφάλι πρώτα
κι ακούγεται μέσα απ’ τα σπλάχνα βοήθεια
απόκριση καμιά
είναι μόνος κι έρημος κι ο δρόμος του λυγίζει
να είναι αισιόδοξος, να ελπίζει χρειάζεται
χάραξε πορεία
βγήκε στο δρόμο, σέρνει πίσω του ένα καράβι
τις νύχτες το χαλάει, το κάνει ψιλά
τούτο το ανθρωπάκι έχει θράσος
να θέλει στα πόδια του να σταθεί

- Έχει άγιο
.
- Να είχε και άνθρωπο.
- Οι άγιοι είναι πιο κοντά.
- Τώρα θα πέσει και δεν θα σηκωθεί ξανά
θα τον πλακώσει ο μολυβένιος του ουρανός.
- Θα τον σηκώσει ο άγιος από κάτω.
- Παίζει μαζί του ο καιρός, τον έκρυψαν τα σύννεφα
τρεκλίζει, τον πατά ο θεός με τη μπότα του, θέλει να τον κατεβάσει.
- Θέλει να τον ανεβάσει.
- Δεν ξέρουμε, θα δούμε
- Γυρεύει ένα χέρι να πιαστεί, όμως τα χέρια όλα κρύφτηκαν.
- Κοίτα, πιάνει το ένα του χέρι με το άλλο, τι είδους βοήθεια είναι αυτή;
- Είναι η τελευταία, η ύστατή του επιλογή.
- Κατάλαβε.
- Δεν ξέρουμε, θα δούμε...

- Όμως κοίτα, διατάζει τα πόδια του να περπατήσουν.
- Διατάζει? αυτό είναι πρωτάκουστο για δούλο.
- Ναι, μα κοίτα, δεν διατάζει άνθρωπο, τον εαυτό του διατάζει.
- Αυτός ο ανθρωπάκος ο οκνηρός έχει μεγάλο θράσος, γυρεύει να πάρει το σύμπαν με το μέρος του.
- Κοίτα, πρόσεξε τώρα, αλλάζει η μοίρα!

- Είναι καταδικασμένος, το γράφει στο μέτωπό του, έχει τη σφραγίδα της καταδίκης, μάταια σήκωσε σθένος, ο άνεμος τού είναι κόντρα.
- Κοίτα, γυρίζει τον άνεμο.
- Κοινές οφθαλμαπάτες, ο άνεμος δεν γυρίζει, του παίζει ο θεός το μάταιο παιγνίδι του, τον κάνει να πιστεύει λιγάκι στον εαυτό του, τον οπλίζει με θάρρος, του χαρίζει ελπίδα, όμως το επόμενο κύμα θα τον γκρεμίσει κι από κει που θα πέσει δεν θα έχει επιστροφή, δεν θα φτάσει στο νησί.
- Δεν έχει επιλογή να μην έχει επιστροφή, θα σηκωθεί και θα συνεχίσει, θα δεις...
- Λέω πως θα παραιτηθεί, θα εγκαταλείψει, τόσο δα μακριά απ’ το νησί.
- Αποκλείεται, πως θα ζήσει;
- Θα ζήσει όπως ζουν όλοι, έτσι θα ζήσει
- Μα ήδη ζει όπως ζουν όλοι

- Κοίτα, είναι του θεού και του κόσμου στόχος
.
- Πάψε να λες ανοησίες, απλώς γυρίζει σπίτι του ο άνθρωπος.
- Σπίτι του ο παράδεισος;
- Αφού έπεσε.
- Η μοίρα του τον δέρνει.
- Θέλει να του βάλει μυαλό.
- Θέλει να του βγάλει μυαλό.
- Είναι δύσκολο να πιστέψω, πως μέσα σ’ αυτό το μικρό του σώμα, καθημερινά κρύβει έναν άθλο, δεν του φαίνεται.
- Δεν μπορείς να δεις έναν άθλο, ακόμα ούτε και στα μάτια.
- Θα χάσει μωρέ, θα χάσει την παρτίδα, όλοι χαμένη την έχουν.
- Σου είπα, δεν ξέρουμε...

- Τον έχει πάρει από κάτω η κατάσταση και τον πιέζει, είναι βαριά η κατάσταση. Η κατάσταση θα τον συντρίψει, αυτό είναι το μέλημα της κατάστασης.
- Ναι, αλλά η συντριβή του είναι ένα βαθύτερο ζητούμενο του ίδιου. Χρειάζεται τη συντριβή του, μυστικά την προκαλεί. Θέλει να φτάσει και να κοιτάξει το φόβο του. Θέλει να φτάσει στην αλήθεια. Θέλει να αλλάξει πραγματικότητα

- Κοίτα, ανακαλύπτει.
- Τι ανακαλύπτει;
- Τη δύναμή του.
- Έχει δύναμη αυτός;
- Θέλει να κερδίσει το στοίχημα, αν είναι δυνατόν…
- Μια απ’ αυτές τις μέρες θα πυροβολήσει το κεφάλι του.
Αν πυροβολήσει το κεφάλι του θα ανοίξει ο ουρανός

- Μα αυτός τραγουδά.
- Τραγουδά? Θρήνος είναι.
- Έφτασε, λέει στη μουσική.
- Έλα θεέ και Κύριε!
- Να κι ένα περιστέρι.
- Ολόκληρο?
- Το νησί, λέει, το μυρίζεις πρώτα.
Υπάρχουν άνθρωποι, λέει, που παίρνουν μια βαθιά ανάσα
κι αναφωνούν: γύρισα σπίτι!
  
- Δεν μπορείς να γυρίσεις σπίτι σου, είναι η μία εκδοχή.
- Όμως η άλλη είναι δεν έφυγες ποτέ απ΄το σπίτι σου.

 


28 Οκτωβρίου 2017

Ήρωες Δωματίου







  28η Οκτωβρίου σήμερα, κάτι θαρρώ έγινε σαν σήμερα αλλά δεν είμαι σίγουρος, ακούω πολλά αλλά πιστεύω την καρδιά μου.
Από διθυράμβους κι ηρωισμούς έχω χορτάσει, την ίδια τη μεγαλοσύνη των ανθρώπων δεν την έχω δει παρά μόνο σε μικρά περιστατικά. Τους ήρωες είδα να τους σταυρώνουν, μετά οι σταυρωτές τους τούς χειροκροτούσαν - συγχωρέστε με είμαι λιγάκι μπερδεμένος. Άκουσα τον Χριστό να λέει, μετά το θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων, πως δεν με ακολουθούν επειδή είδαν θαυμαστά έργα, αλλά επειδή φάγανε και γεμίσανε τις κοιλιές τους.
Και σήμερα θαρρώ, η μεγαλύτερη αξία της μέρας τούτης είναι η αργία της.

 Τους ήρωες τους είδα στα μικρά περιστατικά, μεμονωμένους μέσα στο πλήθος να δίνουν κάτι απ’ την καρδιά τους, σιωπηλούς και πολλές φορές καταφρονημένους να μάχονται την αδικία. Όχι τη μεγάλη αδικία που αν τη γυρίσεις ανάποδα είναι το μικρό τους συμφέρον, αλλά τη μεγάλη αδικία που υφίστανται οι ίδιοι απ’ τα μικρά συμφέροντα. Οι αληθινοί ήρωες ήταν σιωπηλοί, οι ήρωες συγχωρούσαν.
 Είδα τους αληθινούς ήρωες να υπομένουν αγόγγυστα, να σηκώνουν στην πλάτη τους με τις μικρές δυνάμεις τους τη μεγάλη τους μοίρα. Κι είδα, τα αγάλματα στα πάρκα αμετανόητα, όμως οι αληθινοί ήρωες δάκρυζαν, κι είδα το φόβο σαν ένα μεγάλο σεντόνι να γράφει την ιστορία.

 Είδα γριές ηρωικές να πεθαίνουν χωρίς δάφνες, κι είδα δάφνες να πεθαίνουν χωρίς άνθρωπο. Είδα τη χρυσή δόξα λεκιασμένη και την ματαιοδοξία να περπατά πάνω σε πτώματα. Κι είδα τιμές γονατιστές κάτω απ’ το τραπέζι να αλλάζουν χέρια. Κι είδα την αξία αλλήθωρη.
Είδα μικρά παιδιά, αγέννητα ακόμα ηρωικά να πεθαίνουν, κι άλλα απ’ την κοιλιά της μάνας τους μέσα να μάχονται. Είδα τη γέννηση χωρίς ελπίδα και τη ζωή δίχως γέννηση κι ήταν το θέαμα ολόμαυρο. Κι είδα τη γυναίκα χωρίς έρωτα κι έκλαψα, και τον άντρα χωρίς σπαθί και τον σιχάθηκα, κι είδα τα λέπια του γέλιου και το ύπουλο του χαμόγελου και τη δροσιά μέσα στη στάχτη να αργοπεθαίνει. Είδα την ανάσταση χωρίς αύριο και τον δίχως τελειωμό θάνατο· το μνήμα το ανοιχτό σαν πληγή να πονά.
 Είδα τον ήρωα μόνο σαν υποψία, ανάμεσα στα πολλά του πρόσωπα, αδύναμο να τον σφραγίσει ο ηρωισμός του, να κάνει δεξιά, να κάνει αριστερά, να αποφεύγει να περάσει μέσα απ’ τη μάχη και να οπισθοχωρεί στο μέτωπο, το μέτωπο του κρανίου του και να πέφτει στη λάσπη.
 Είδα τον ήρωα ντυμένο με σμόκιν, να χορεύει ταγκό με τις συννυφάδες του Άδη, τον είδα πολιορκημένο απ’ τις σκέψεις του με τους εχθρούς στο στήθος, να σηκώνει τα χέρια στην απειλή της φαντασίας του.

 Κι είδα τους ήρωες να βγαίνουν μέσα απ’ τα χαλάσματα και τα συντρίμμια της ζωής τους, αγέρωχοι και διάφανοι να αστειεύονται με το θάνατο. Είδα τους ήρωες μέσα σε δωμάτια να μάχονται για την ελευθερία, κι είδα την ελευθερία σκλαβωμένη ως το κόκαλο σε καιρούς ειρήνης. Κι είδα μέσα στους καιρούς ειρήνης τον σιωπηλό πόλεμο, με παγωμένο το αίμα, είδα την καρδιά γεμάτη φρίκη μπροστά στην ομορφιά. Είδα την ευτυχία ανάπηρη κι έναν στρατό φτωχών εξηγήσεων να μην αρκούν. Κι είδα τους ήρωες κατάματα να έχουν αίμα στα μάτια. Είδα τεχνίτες μαρμάρων να σκαλίζουν αγάλματα και να τα αφαιρούν λίγη κοιλιά κι αυτό να το ονομάζουν καλαισθησία της ιστορίας. Κι είδα κατασκευασμένη την αλήθεια.

 Και τι δεν είδα σ’ έναν μικρό περίπατο. Κρατήστε τους ήρωές σας, εγώ το καντήλι μου το ανάβω σε ηρωισμούς δυσδιάκριτους, που δύσκολα με γυαλιά τους διακρίνεις. Δεν θέλω να μου κλέβουν τη συμπάθεια και δεν χαρίζω τον έπαινό μου, με άλλο μέτρο λογαριάζω την αξία, η μεζούρα σας κι η ζυγαριά σας δεν με αφορά. Γέρνω κατά κει που με ορίζει η συγκίνησή μου. Οι δικοί μου ήρωες παλεύουν μέσα σε δωμάτια. 



27 Οκτωβρίου 2017

Πολύτιμα





  
 Το βλέμμα μου κάποτε πρόσεχε στις άκρες των πεζοδρομίων ένα φτερό πουλιού, είναι απίστευτο πόσα φτερά πουλιών υπάρχουν πεσμένα χωρίς να τα προσέχει κανείς·μόνο η ψυχή σου το κάνει, αν το κάνει. Μετά, προσπαθείς να διαβάσεις τα ιερογλυφικά και τα σημάδια, ένα πελώριο τι θέλει να πει το ποιητή – έχεις ανάγκη μια ερμηνεία, την κρατάς, σου μιλά, σε βλέπει πίσω απ’ το αόρατο τοπίο. Σημάδια. Κάτι βάζει στο δρόμο σου διαρκώς κάτι βέλη με φώσφορο, σε οδηγεί, σε καθοδηγεί. 
 Αυτά με τα φτερά στους δρόμους τουλάχιστον είναι ένα δείγμα πουλιού, αν κι όχι ολόκληρο το πέταγμα, όμως είναι του πετάγματος συστατικό. Υπάρχει κι ο άνθρωπος που το μάτι του πέφτει στα σκουπίδια, όμως και στα σκουπίδια να πέφτει το μάτι σου, μπορεί να σημαίνει, πως ψάχνεις για θησαυρό. Αν κρατά το μάτι σου θησαυρό πάντως  θα τον δεις στο πάτωμα, στο πάτωμα του κόσμου ετούτου, αν διακρίνεις μέσα σου το πολύτιμο θα το κρατήσεις και στα χέρια σου.
  
 Μετά, το βλέμμα μου πέφτει διαρκώς στις άκρες των πεζοδρομίων, εκεί που φυτρώνουν αυτή την εποχή κάποιες ορφανές κίτρινες μικρές μαργαρίτες. Είναι απίστευτο πόσες μικρές κίτρινες μαργαρίτες έχουν φυτρώσει σε ρωγμές τσιμέντων. Εκεί που το κάνουν, όλη η περιοχή γύρω τους είναι νεκρή, έστω τυπική, όμως λίγη κίτρινη ατόφια ζωή χρωματίζει δέκα τετραγωνικά γκρίζου τσιμέντου. Λίγη ζωή που δίψασε για φως, τόσο, που φαντάζομαι, ένας ανθισμένος άνθρωπος δεν θα βλέπει τίποτ' άλλο γύρω του από κίτρινες μαργαρίτες - ίσως ένα λιβάδι. Θα ήταν ίσως ανόητος, όμως δεν το κάνει επίτηδες, η ψυχή του το κάνει. Το βλέμμα ανήκει στην ψυχή. Παρατήρησε τη διάθεσή σου που πέφτει το μάτι σου κάθε φορά με γνώμονα το πώς αισθάνεσαι. Θα έλεγες πως υπάρχει ένας κόσμος μέσα στον κόσμο κι ένας άλλος κόσμος μέσα στον δεύτερο κόσμο κι αυτό να συνεχίζεται...

  Πάντως οπωσδήποτε κάτι παραλληλίζει τις σκέψεις σου – το υποκείμενο δηλαδή – με το αντικείμενο, το λένε και συγχρονικότητα. Χαρακτηριστικό της είναι, πως όταν το εσωτερικό συναντηθεί με το εξωτερικό ο χρόνος σταματά, με κάπως αυξημένη επίγνωση το συνειδητοποιείς. Είναι μικρά καθημερινά θαύματα που νοστιμίζουν τη ζωή και της χαρίζουν ένα άρωμα.Είναι δύσκολο να τα μοιραστείς με ανθρώπους αγχωμένους και βιαστικούς, όμως θα μπορούσες να πεις κάτι για αυτά με έναν δυό που βαδίζουν ανάποδα, ίσως σωστά, ανθρώπους περίεργους, που τους ενδιαφέρουν όσα συμβαίνουν πίσω απ’ την κουρτίνα την ώρα που εμείς ζούμε.

 Ίσως θα μπορούσες να τα μοιραστείς και μια νύχτα με έναν δυό, που όταν ησυχάζει η πλάση μεταμορφώνονται και τα μάτια τους γεμίζουν παιδική νοσταλγία. Κάποτε μια τύπισσα μου είπε πως είδε άγγελο, και με πρόσεχε, βαθιά με πρόσεχε με την αισθαντικότητά της να διακρίνει την αντίδρασή μου. Μα δεν γελώ με αυτά τα πράγματα και την παραξένεψε - από τότε μου εξομολογείται τα μυστικά της. Αν και, δεν είχε καμία ανάγκη να μου το πει, θα μπορούσε να περάσει τη ζωή της χωρίς να το μοιραστεί, το ήξερε αυτή και της έφτανε. Δεν ήθελε να το πετάξει από πάνω της σαν βάρος, το κρατούσε, δεν ήθελε να πει, ήθελε να το νιώσεις. Γιατί δεν την πονούσε αλλά την έκανε ευτυχισμένη. 




26 Οκτωβρίου 2017

Ο Λευκός Τοίχος









- Προτιμώ το λευκό.
- Εγώ το μαύρο.
- Το μαύρο δεν είναι προτίμηση, δεν είναι επιλογή, είναι εσώρουχο θλιμμένων γυναικών.
- Το μαύρο πάει με τα μάτια μου.
- Τα μάτια σου είναι πράσινα και γαλάζια, κι αν τα ρωτούσες διψούν για το ανοιχτό τοπίο, για την ανοιχτή θέα.
- Δεν είμαι παρθένα, δεν είμαι άσπιλη, δεν είμαι αγνή.
- Πως το ξέρεις, το έψαξες;
- Απ’ το στρατό, είχαμε πόλεμο, θυμάσαι; Κατέβηκαν μια νύχτα ένα καράβι άντρες, όλοι διψασμένοι για το σώμα μου, νά και τα σημάδια τους, δαγκωνιά εδώ δαγκωνιά εκεί, και βαθύτερα, μέσα στην ψυχή, δαγκωνιά εδώ δαγκωνιά εκεί, και βαθύτερα, μέσα στην αθωότητα, δαγκωνιά εδώ δαγκωνιά εκεί, και βαθύτερα, μέσα στο λευκό, μαύρο εδώ μαύρο εκεί.
- Τι απέγινε ο λευκός τοίχος;
- Έχει γραφεί πάνω του η μελανή ιστορία μου. Αν υπήρξε ποτέ λευκός τοίχος.
- Υπήρξε λευκός τοίχος διάφανος.
- Ξέρεις, όσοι έγραψαν πάνω του έγραψαν με αίμα. Μετά, η αθανασία τους, θαρρώ σημαίνει η γραφή τους με αίμα πάνω στον λευκό μου τοίχο· οι φωνές τους τις νύχτες βοούν στ' αυτιά μου.
- Λέγοντας λοιπόν προτιμάς το μαύρο, σαφώς εννοείς όλο αυτό το προτιμάς. Όμως γίνεται να το προτιμάς; δεν γίνεται.
- Δεν με πειράζουν οι πληγές, δεν με πειράζουν τα τραύματα, δεν με πειράζουν ούτε οι βιασμοί, όμως κάποιος ασέλγησε στα μάτια μου, αυτό δεν συγχωρώ.
- Προτιμώ το λευκό, έχω πάρει το σφουγγάρι και σβήνω.
- Εγώ, όσο κι αν σκάψω, βλέπω έναν μαυροπίνακα και πάνω του γραμμένα ιερογλυφικά, δεν μπορώ να τα διαβάσω.
- Χρειάζεται να φέρεις την ψυχή σου στο στόμα - φέρε την ψυχή σου στο στόμα.
- Γιατί λευκό;
- Γιατί στο λευκό πάνω μπορείς να ξεκινήσεις να γράφεις απ’ την αρχή, μάλλον όχι να γράφεις αλλά να ζωγραφίζεις.
- Θα πρέπει να κατέβω τόσο βαθιά όσο η γέννησή μου, αν ισχύει κάτι τέτοιο, θέλω να πω αν γεννήθηκα, γιατί, ομολογώ δεν μου είναι και τόσο σαφές. Αν είμαι εγώ, αν είναι άλλος, δεν μπορώ να το πω με σιγουριά.
- Κάτω στο βάθος υπάρχει ο λευκός τοίχος που πάνω του δεν πιάνει ξένη μπογιά, έτσι το έφτιαξε ο δημιουργός, που πάνω στο λευκό τοίχο μπορείς να ζωγραφίσεις μόνο με το δικό σου χέρι. Όποιος έγραψε πάνω στον λευκό τοίχο το έκανε με αυθαιρεσία, καταλαβαίνεις, είναι ο λευκός τοίχος που δεν το δέχεται.
- Θα με κάνεις να αλλάξω γούστο εσωρούχων.
- Ό,τι δεν είναι κόκκινο δεν είναι εσώρουχο.
Μπες παρθένα σε μια σχέση βγες παρθένα. Η παρθενία είναι στα μάτια.
Μπες παρθένα στη ζωή βγες παρθένα, μην επιτρέψεις στη ζωή να σε βιάσει. 

 Άσπρο Μαύρο. Όμως η αληθινή κόλαση είναι το ασπρόμαυρο. 


25 Οκτωβρίου 2017

Λίγο Καλοκαίρι μες το Χειμώνα






 Ήρθε τελικά ο χειμώνας, αναπόφευκτα, έλεγα μήπως το καθυστερούσε φέτος, μήπως το πήγαινε λιγάκι παραπίσω, μήπως μας έφτιαχνε τη χάρη. Όμως σα να μη σε λογαριάζει φέρεται, και μετά, κάθε αντίσταση είναι μάταιη.

 Θυμάμαι έναν χειμώνα που ήμουν με το κορίτσι μου στο δρόμο, εκείνο τουρτούριζε, εγώ με λιγότερα ρούχα κι ήμουν σχεδόν απρόσβλητος κι απόρησε.  "Πως τα καταφέρνεις και δεν κρυώνεις;" ρώτησε. "Τον κανονίζω τον χειμώνα", απάντησα, "με τη σκέψη, με το μυαλό, τον διαχειρίζομαι, δεν του αντιστέκομαι, του επιτρέπω να με φτάνει, δεν μάχομαι άδικα κι ο χειμώνας δεν σταματά έξω απ’ το σπίτι μου, περνάει μέσα, με διασχίζει και βγαίνει απ’ την άλλη μου είσοδο, που είναι η έξοδός μου.
 Θέλω να πω δεν κρατώ τον χειμώνα μέσα μου, δεν του φτιάχνω μέτωπο, δεν του κλείνω την πόρτα στα μούτρα και δεν μου κρατά κακία, αλλιώς είναι σαν να με εκδικείται, δυναμώνει, θέλει να με γκρεμίσει επειδή τόλμησα να του αντισταθώ. Όμως καθώς χαλαρώνω μπροστά του και του επιτρέπω... του αφαιρώ τη δύναμη και την εξουσία γιατί δεν αντιδικώ μαζί του. Είναι κρύο; λέω, ωραία είναι κρύο, το δέχομαι, κι αν το δεχτώ είναι λιγότερο κρύο. Το κάνει σαν μια υπενθύμιση, θυμάμαι λοιπόν πως είναι κρύο και περνάει, δεν έχει λόγο να το τονίζει. Μα αν πω δεν είναι κρύο, ενώ είναι κρύο, εκείνο επιμένει κι όσο του αντιστέκομαι τόσο επιμένει.

 Επέτρεψε λοιπόν να σε φτάσει, καθετί θέλει να σε φτάσει, ποθεί να σε φτάσει, θέλει να το καταλάβεις, να το ερμηνεύσεις, θέλει να σου φανερωθεί, να σου γίνει γνωστό. Στέκεται έξω απ’ τη στήθος σου και χτυπά την πόρτα σου, άνοιξέ το, μην το έχεις να περιμένει. Είναι ντυμένο κακό, τι μπορείς να κάνεις γι' αυτό; Άνοιξε σε ότι κακό σε φτάνει να περάσει μέσα σου, αν δεν το κάνεις το απομονώνεις και καθώς το απομονώνεις, κρατάς το κακό μέσα σου, ενώ αν του ανοίξεις να περάσει... το κακό που σε φτάνει με το κακό που υπάρχει μέσα σου θα συναντηθούν και θα σμίξουν, τότε το κακό θα διαλυθεί και θα χαθεί σαν καπνός, με τον καιρό θα χάσεις το κακό σου και θα σου μείνει μόνο το καλό σου. Γιατί, αν δεν επιτρέπεις το εξωτερικό κακό να σε φτάσει και να περάσει μέσα σου... ένα πράγμα πάντα λες: δεν θέλω να δω, δεν θέλω να ξέρω πως είναι, δεν θέλω να δοκιμάσω και μένεις τυφλός.

 Φοβάσαι κάτι και το κρατάς σε απόσταση, όμως το φοβάσαι με φόβο που υπάρχει μέσα σου, αν αυτό που φοβάσαι σε φτάσει θα συναντήσει το φόβο σου και μαζί του θα αναμετρηθεί - όλο αυτό το φανέρωσε έτσι το μυαλό επειδή χρειάζονταν να πλησιάσεις τον εαυτό σου. Τελικά δεν ήταν τίποτα άλλο από μια πάχνη που έδειχνε τα δόντια της κι απειλούσε, ο εαυτός μας μάς απειλεί διαρκώς με το ένα ή το άλλο επιχείρημα, είναι ο μεγαλύτερος τρομοκράτης, έχει τη λογική γι' αυτό το σκοπό που παράγει πίστη κι η πίστη φτιάχνει αίσθημα πιστευτό. Είναι ένας μηχανισμός ιδιωτικής αλήθειας που αφορά το μέλλον".

 Η κοπέλα χαλάρωσε, "δεν κάνει τόσο κρύο όσο νόμιζα", είπε. Έβγαλε το ένα της χέρι απ’ το παλτό της, "δώσε μου το χέρι σου", είπε, "είναι ζεστό. Το αίμα σου είναι ζεστό". "Όσο περισσότερο κρύο κάνει έξω τόσο πιο ζεστό είναι το αίμα μας", απάντησα.
Μετά είπε: "φίλησέ με!" Και τη φίλησα.
"Και το φιλί σου ζεστό είναι", είπε.
"Ένα φιλί λιγοστεύει το χειμώνα", απάντησα,
"δύο φιλιά και καλοκαίριασε!"


 

24 Οκτωβρίου 2017

Εκτίμηση








Ωριμάζεις, ένα απ’ τα δώρα της ωρίμανσης είναι η εκτίμηση
χαίρεσαι όσα έχεις - καταλαβαίνεις πως δεν είναι δεδομένα
απολαμβάνεις κάποια φορά τις αισθήσεις σου,
την όρασή σου, την ακοή σου, την όσφρησή σου,
δώρα που σου επιστρέφουν τον κόσμο
Η ανησυχία, η αγωνία, το άγχος χαμηλώνουν
διαπιστώνεις πως ζεις μέσα σε σπουδαία πράγματα
ένα ραδιόφωνο, ένα κρεβάτι, ένα κεραμίδι, μια χορτασμένη γάτα
ο φόβος χάνει την κυριαρχία του - το αύριο ίσως να είναι εδώ
ίσως αυτή η στιγμή να είναι η μακάρια
Έφυγες πολλές φορές, κίνησες για τα σπουδαία πράγματα
έφθειρες τον εαυτό σου στις ζητιανιές του κόσμου
έψαξες ανάμεσα σε όλα - κι ήσουν ανάμεσα σε όλα
όμως μια νύχτα έκλαψες και το θάμπος γλίστρησε
αθόρυβα απ’ τα μάτια σου, έσκυψες πάνω από ένα λουλούδι,
το μύρισες και σε πλάνεψε

Όλα στη ζωή ζητούσαν να κάνεις εσύ ένα βήμα πίσω
γιατί αυτό είναι των πραγμάτων όλων η εκτίμηση:
να κάνεις εσύ ένα βήμα πίσω
να μπορέσεις να δεις τα ίδια πράγματα με άλλα μάτια
να τα δεις με μεταμέλεια
να δεις την τύχη σου που κλωτσάς
κάθε που κινάς για τα σπουδαία πράγματα
αυτά σε παίρνουν μαζί τους
οι σκέψεις σου σε παίρνουν μαζί τους
φεύγεις για τα σπουδαία πράγματα
και μένει πίσω σου μια έρημος μέσα της να ζεις
μια έρημος που δεν ανθίζει όσο εσύ φεύγεις
μα τι έχουν να σου δώσουν τα σπουδαία πράγματα
αν σε μια διψασμένη έρημο ζεις;

Κινούσες διαρκώς για τα σπουδαία πράγματα
κι ότι σπουδαίο είχες μέσα σου παρέμεινε μέσα σου
ενταφιασμένο, την ώρα που εσύ έψαχνες τη σπουδαιότητα
την έσερνες μαζί σου νεκρή
την ώρα που τα γύρεψες όλα
όλα τα είχες και τα έπαιρνες μαζί σου
σε μια μονομαχία ξιφομάχου
κι οι σπουδαίοι άνθρωποι όλοι είχαν
στα μάτια τους το λάθος σου

Σου ανήκει πάντα μια γωνιά
κι ένας χώρος μικρός απέραντος
πρόσεξε λιγάκι τα χέρια σου μια νύχτα
κοίταξε τις φλέβες τους, το δέρμα που τα σκεπάζει
παρατήρησε το χέρι σου
γιατί κινώντας διαρκώς για τα σπουδαία πράγματα
μπορεί το χέρι σου να σου γίνει τόσο ξένο
που θα σε χαστουκίζει να ξυπνάς

Πρόσεξε το χέρι σου
και μη σταματάς να το προσέχεις
μέχρι μια νύχτα μόνο του να σηκωθεί
και απαλά να σε χαϊδέψει
γιατί κι όλα τα σπουδαία πράγματα να κατακτήσεις
αν σε χαστουκίζει το χέρι σου
δύσκολα θα περνάς φίλε μου
γιατί το χέρι σου δεν θα μπορέσεις
ποτέ απ’ τη ζωή σου να το ξεριζώσεις

Κι αν φίλους πολλούς αποκτήσεις
μα το χέρι σου μείνει εχθρικό
δύσκολα φίλε μου σου λέω,
δύσκολα όλα θα είναι

Κι αν την αγάπη αναζητάς
ξεκίνησέ την κι αυτή απ΄το χέρι σου 
γιατί όλα στη ζωή
προέκταση του χεριού σου είναι. 




23 Οκτωβρίου 2017

Κανονικά κι Εξαιρέσεις








Κανονικά θα πρέπει να είχαμε ως τώρα απογοητευτεί
να είχαμε αρχίσει να γράφουμε με κλάματα
σ’ αυτή την ηλικία θαρρώ κάνουν την εμφάνισή τους οι ματαιώσεις
δεν σου βγαίνουν τα όνειρα
αρχίζεις τους οδυρμούς
σου κλείνει το μάτι η πραγματικότητα
τα παρατάς
αρχίζεις ν' αγκαλιάζεις και να λατρεύεις το σκοτάδι - το συνηθίζεις
σε πιάνουν τα παράπονα
στρέφεσαι στην παρηγοριά
δεν βρίσκεις και τόσο κακές τις εκπτώσεις
άλλωστε είναι προτιμότερες απ' το τίποτα·
θέλω να πω, ενδέχεται δύο μισά να φτιάχνουν ένα ολόκληρο
δύο μισές ερωμένες να φτιάχνουν μια ιδανική
τέλος πάντων, σ' αυτή ακριβώς την ηλικία
πολλοί άνθρωποι τους πιάνει πανικός
αρχίζουν να ζουν όσο κι ό,τι προλάβουν
εγκαταλείπουν όνειρα, αρχίζουν να τσιμπολογούν γεύσεις
αλλάζουν μυαλά, μικραίνουν, γίνονται πραγματιστές·
Α, ναι, ένα ψέμα, μια ελπίδα, ένα όραμα
δεν μπορείς να τα σέρνεις πολύ καιρό πίσω σου
προσπαθώντας να τ' ανεβάσεις σε μια κορφή
γίνονται κατάρα σου στο τέλος·

Ρίξε μια ματιά στους ποιητές και θα το διαπιστώσεις
προσπάθησαν ν' ανασύρουν απ' το βυθό ένα ναυάγιο
ενώ έπρεπε να καθίσουν το βυθό να γυαλίσουν·
μετά, λένε, κάποια στιγμή, τους φτάνει κάτι σαν αλήθεια
νιώθουν να έχουν ματαιοπονήσει αρκετά
αντί ν' ανεβάσουν το ναυάγιο στην επιφάνεια
τους τράβηξε κάτω, τους κράτησε στην αγκαλιά του·
τόλμησες ποτέ ν' αποχωρισθείς ένα ναυάγιο;
είναι η ίδια σου η αγάπη που σε δένει μαζί του·
κάποια στιγμή, λένε, η αλήθεια είναι τελικά ένα ναυάγιο
όλο το άλλο που θελήσαμε καιρό το ψέμα που μας καταδιώκει
τελικά αποχτούν με το ναυάγιο μια σχέση ερωτική
κολυμπώντας στη θλίψη τους αρχίζουν και τη βρίσκουν γλυκιά
απαρηγόρητοι αρχίζουν να ευλογούν τα μέλη του ναυαγίου
να κάνουν διαρκώς δεήσεις - βρίσκουν εκεί μια πνιγμένη μητέρα
έναν πνιγμένο πατέρα και πολλούς συγγενείς·
το παίρνουν απόφαση πως είναι από πνιγμένη γενιά·
τα ποιήματά τους γίνονται σαν νεκροφόρες
τις μετακινούν από αναγνώστη σε αναγνώστη μ’ επιτυχία
τους κατατρώγει κι εκείνη η απαισιοδοξία
ο λεκιασμένος ουρανός, η φωτιά στα σπλάχνα
το παιδί που πέθανε στη γέννα· δεν πρόλαβαν βλέπεις να ξεχάσουν
αφήνουν και το χέρι του Ιησού που τους έπιασε τη δύσκολη ώρα·
κάπως έτσι γίνεται κανονικά

Γιατί ξεκίνησαν να ονειρεύονται στα είκοσι πέντε τους χρόνια
στα είκοσι έξι τους θα είχαν ζωστεί κατάσαρκα τ’ όνειρο
θα είχαν βρει θεωρητικά την ευτυχία
ο καιρός όμως πέρασε κι άρχισε να τους προδίδει το σώμα τους
ο ορίζοντας να κονταίνει
κίνησαν για τ' όνειρο - εκείνο κίνησε προς αυτούς
αλλά δεν συναντήθηκαν - έμεινε ανάμεσά τους ένα κενό
έριξαν μέσα σ’ αυτό ποτό και ερωμένες, στρίμωξαν κόσμο και κοσμάκι
κρατήθηκαν στη ζωή χάρη μια ματαιοδοξίας
όσα για λίγο πίστεψαν τα ξεπίστεψαν
κι άρχισαν το μοιρολόι

Κανονικά αυτή είναι η ανθρώπινη πορεία κι αλήθεια
έτσι γίνεται
Αν θέλεις να λέγεσαι κανονικός άνθρωπος αυτή την πορεία ακολουθείς στη ζωή σου

Αλλιώς αποτελείς εξαίρεση.  


Η Δίψα

Δεν ξέρω καλή μου, δεν ξέρω, αλλάζω βαθιά Περπατώ πλέον πάνω σε τριγμούς σταφυλιών Νέοι κόσμοι μου αποκαλύπτονται διαρ...