Εκπαιδεύοντας τη Μίρκα






 Η Μίρκα κάποτε βρέθηκε μέσα σ’ ένα πέλαγος σκέψεων, από όλες επέλεξε μία, ή αυτή την επέλεξε, απ’ αυτή κρατήθηκε ή την κράτησε.
Στοιχήθηκε ολόκληρη πίσω από το θέλω της, όμως αυτό που ήθελε ξεκίνησε να το θέλει με το μυαλό της, με τη σκέψη της, το ήθελε άραγε και η ψυχή της; αυτή πότε το ήθελε πότε δεν το ήθελε, άλλοτε το ξεχνούσε άλλοτε το θυμότανε, σημασία είχε να βγει αυτή, να προχωρήσει αυτή, προς μια νοητή κορυφή, όπου την περίμενε ένα έπαθλο, που η ίδια το τοποθέτησε εκεί, για να μπορέσει να της αξίζει, να της γίνει κατάλληλη.

 Ο καιρός περνούσε και συνέχιζε να το θέλει, ελπίδα κι απογοήτευση διαδέχονταν η μια την άλλη, εκείνη προσπαθούσε να μείνει πιστή σ’ αυτό που ήθελε, ενώ μέσα της διαρκώς άλλαζε. Όλη αυτή η κατάσταση της επιστράτευσε τη δύναμη, την πίστη, το κουράγιο, εντρύφησε βαθιά στο σχέδιο της ζωής της, ανακάλυψε κι ένα άλλο σχέδιο, το σχέδιο του θεού γι’ αυτή, έφερε τα δύο σχέδια κοντά, τα πλησίασε.

 Είχε μια θέληση, όμως με τον καιρό ανακάλυψε και μια άλλη ανώτερη θέληση, που ίσως να ήταν δικιά της αλλά ανώτερη θέληση, του ανώτερου εαυτού της, ή του θεού, ή του σύμπαντος. Έφερε τις δύο θελήσεις κοντά, τις πλησίασε. Εκείνο που ήθελε για τον εαυτό της το ήθελε κι ο θεός γι’ αυτή; με κάτι τέτοια ερωτηματικά κι απαντήσεις οι δύο θελήσεις έσμιγαν.

 Πέρασε καιρός και ξεκαθάριζε το τοπίο, χωρίς ακόμα να το έχει - αυτό που σ’ αυτό τόσο τις ελπίδες της στήριξε - ένιωθε να είναι καλύτερα η ίδια και χωρίς αυτό, κι επιπλέον ένιωθε να χάνει την ελπίδα κι απογοήτευσή της, θα μπορούσε, ίσως, να περάσει όλη την υπόλοιπη ζωή της χωρίς εκείνο, αλλά και χωρίς να της λείπει, αφού, ο ίδια ολοκληρώνονταν πια και χωρίς εκείνο κι έφτιαχνε τη ζωή της όμορφη. Μάλιστα, έτεινε ν’ αγγίξει και χωρίς εκείνο την ευτυχία κι ήταν χαρούμενη χωρίς να το έχει, σε σημείο πού, είτε το είχε είτε όχι, έκανε ελάχιστη διαφορά.

 Μα χωρίς εκείνο, άλλοτε, ένιωθε να μην μπορεί να ζήσει, να πνίγεται, να δυσφορεί, τί είχε αλλάξει στο μεταξύ κι ένιωθε η ίδια διαφορετικά; είχε χαθεί η ανάγκη, η ανάγκη να το έχει, τώρα το να το έχει είχε γίνει επιλογή, ή προτίμηση, πάντως εκείνο δεν ούρλιαζε, ίσως τελικά και να το απαρνιόταν αφού, τώρα πια δεν είχε τόση σημασία, αντίθετα, είχε η ίδια τη σημασία.

 Μια μέρα διαπίστωσε πως είχε γίνει συνειδητή, χωρίς ιδιαίτερη αγωνία και ζούσε στην εγρήγορση, κόντευε να πάρει το απολυτήριο, η εκπαίδευσή της τελείωνε, οι χιλιάδες σκέψεις που μέσα σ΄αυτές είχε επιλέξει μία να κρατηθεί... γίνονταν ένας ανοιχτός χώρος σιωπής, ο ουρανός αποχτούσε ξανά άστρα, τα πουλιά της χαμογελούσαν, η θάλασσα ήταν ξανά γαλάζια κι αθώα. 

 Εκείνο που ήθελε ήρθε μια μέρα και τη βρήκε, τόσο απλά σαν να το είχε από καιρό. Είχε περάσει από πυρός και σιδήρου για εκείνο κι άλλοτε πίστευε πως με τον ερχομό του θα την έσωζε, όμως αντίθετα, με την καθυστέρησή του την είχε σώσει. Γιατί αν έρχονταν όταν τόσο πολύ το ήθελε, τότε που όλη τη ζωή της σ'  εκείνο την είχε στηρίξει... δεν θα πατούσε τώρα στα πόδια της, δεν θα ήταν περήφανη και χαρούμενη για τον εαυτό της, δεν θα είχε βρει και δεν θα είχε ανακαλύψει μέσα της θησαυρούς αμύθητους, θα το είχε στρώσει απλώς κάτω απ΄τα πόδια της και πάνω του θα περπατούσε με βάρος στους ώμους. Δεν θα πετούσε όπως τώρα. 

Κάτι ήξερε τί έκανε γι' αυτήν κι έκανε το καλύτερο για εκείνη, είχε αρχίσει να το διαισθάνεται και να το παραδέχεται το ανώτερό της.






Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Οι Μπλε Άνθρωποι

Η Μαθητεία