Ερείπια Πολιτισμού



  


 Περπατώ στη Θεσσαλονίκη, ανάμεσα σε κόσμο βιαστικό, πολυάσχολο, θα έλεγες πως έχουν βγει απ’ το καβούκι τους, όμως θα ήσουν περισσότερο εύστοχος αν έλεγες πως το παίρνουν μαζί τους. Άνθρωπος και καβούκι, μαργαριτάρι και όστρακο, τίποτα γυμνό δεν κυκλοφορεί, όλα πίσω από γυαλιά ηλίου, όλα οπλισμένα κι άλλο τόσο παροπλισμένα, προστατευμένα, ακόμα κι η αφεντιά μου.

  Ένας τύπος έχει πιάσει μια γωνιά, τα μάτια του έχουν μια ζάλη, το συναίσθημά του είναι θολό, απλώνει το χέρι στον κόσμο κι έχει βρει μια δικιά του ατάκα, φωνάζει: μια τυρόπιτα βρε παιδιά, ένα σάντουιτς να φάω! Ο κόσμος τον προσπερνά, πηγαίνει τρέχοντας προς τα κει που μυρίζει το δικό του σάντουιτς.

 Μέσα στον πανικό προσέχω ένα χαρτονόμισμα, πεσμένο στο πεζοδρόμιο και τσαλαπατημένο, πολλοί που το πάτησαν τρέχουν για ένα παρόμοιο, η απλώς τρέχουν με την ελπίδα, και την ώρα που τρέχουν με την ελπίδα έχουν πατήσει την τύχη τους.
 Στα μάτια του τύπου με το απλωμένο χέρι έχει καρφωθεί η τυρόπιτα, ενώ στα πόδια του υπάρχουν τυρόπιτες που δεν τις βλέπει. Η τύχη όλων είναι μακριά, στον ορίζοντα, μπροστά στη μύτη του κανείς δεν βλέπει, το παρόν είναι σχεδόν εξαφανισμένο απ’ τα μάτια τους. Σκύβω και παίρνω το χαρτονόμισμα, είναι το δώρο μου επειδή ήμουν στον τόπο μου και το χρόνο μου, επειδή κοίταξα μπροστά στη μύτη μου, επειδή πάντα οι λύσεις ήταν κοντά μου, πλησίον μου, δίπλα μου και μακριά με πήγαινε μόνο η φαντασία, επειδή έμαθα με τον καιρό να φτιάχνω καλύτερο το σήμερα κι όχι να περιμένω ή να κυνηγώ το καλύτερο αύριο, επειδή αντί να φεύγω γύρισα να δω τί με διώχνει.

 Παρακάτω, σε μια εκκλησία μπροστά, έχει βρει καταφύγιο ένας νεαρός, το αίσθημα γύρω του το γνωρίζω, η αύρα του καταλαμβάνει το χώρο μιας κάμαρας, γύρω του η ατμόσφαιρα είναι μουντή, ένα σύννεφο υπάρχει από πάνω του, τη νύχτα μάλλον θα βρέξει. Τώρα γνωρίζει την απόγνωση, την απελπισία, είναι νιόβγαλτος σ’ αυτά. Το κίνητρό της είναι ισχυρό, τον έχει αρπάξει μέσα απ’ το σκοτάδι της και τον έχει τοποθετήσει μπροστά στην εκκλησία, σχεδόν βλέπω σ’ αυτόν την δακρύβρεχτη σύντομη ιστορία του, της οικογενείας του, της μοίρας του, του πεπρωμένου του, αλλά βλέπω και πίσω απ’ αυτόν τους προγόνους του, στο πρόσωπό του όλοι έχουν βρει καταφύγιο κι έκφραση.

 Μέσα του οι δαίμονες ακροβατούν, έχει πάρει μια χαρακτηριστική στάση, έχει απλωμένο το ένα χέρι για ελεημοσύνη και με το άλλο κρύβει το πρόσωπό του γιατί δεν αντέχει την ντροπή που νιώθει. Είναι μια κίνηση θανάτου, η ντροπή είναι τόσο ισχυρή που τον καθιστά απρόσωπο, τον κάνει άγνωστο μες στους αγνώστους, δεν θέλει να ξέρει τον εαυτό του στην κατάσταση που έχει οδηγηθεί, του έχει εξαφανίσει την αξιοπρέπεια. Όμως η απελπισία, το ένστικτο, η επιβίωση, το ίδιο το σώμα και το υποσυνείδητο τον έχει φέρει εκεί, τον έχει ακουμπήσει στο σκαλί, ο ίδιος υποφέρει, όμως αυτό που υποφέρει θέλει να ζήσει, άλλο αν χαθεί, προς το παρόν έχει χαθεί ο ίδιος, ο κόσμος βοηθά ένα σώμα. Ποια τιμή? χωρίς τιμή είναι ο άνθρωπος, ό,τι θέλεις δίνεις.

 Παρακάτω μια γριά έχει ξαπλώσει στο πεζοδρόμιο, είναι μονόφθαλμη αλλά κι απ’ το γερό της μάτι κάτι σκιές μόνο βλέπει, είναι τέτοια η δυστυχία γύρω της που οι άνθρωποι κάνουν κύκλο για να περάσουν, η δυστυχία της καταλαμβάνει περίπου είκοσι τετραγωνικά μέτρα, αν κάνει πως πέφτει το μάτι σου πάνω της καίγεσαι, σε φτάνουν αισθήματα και σκέψεις που θα πρέπει είτε με φωτιά είτε με πάγο να τις διαχειρισθείς. Προπαντός είσαι και νιώθεις αδύναμος κι αυτό σε συγκλονίζει, διαπιστώνεις την αδυναμία σου, τα σπλάχνα σου ουρλιάζουν. Κάποτε ο Νίτσε είπε, είναι ενοχλητικό να τους δίνεις κι ενοχλητικό να μην τους δίνεις. Δίκιο είχε, είναι ξυράφι στη διάθεση, κόβει κι απ’ τις δύο πλευρές.

 Η ψυχή σου είναι σπλαχνική, οι τύψεις σε ωθούν να βοηθήσεις, το μυαλό, η λογική, δεν βλέπουν σ’ αυτή την κίνηση καμία βοήθεια, ίσως μάλιστα να βρίσκουν τη συντήρηση της δυστυχίας. Το κράτος άφαντο. Αυτή η γριούλα στα στερνά της δεν θα νιώσει λίγη στοργή, λίγη αγάπη, αναρωτιέσαι τι έκανε στη ζωή της για να έχει τέτοιο τέλος, πόσο και που έφταιξε, αν έφταιξε ή αν η ίδια η αθωότητα κείτεται κατάχαμα μπροστά σου, μέσα στις λάσπες κι αν ο ένοχος κι η ενοχή, στα λούσα μέσα τώρα βρίσκεται σε κελί διπλανό πολυτελείας.

 Ο ένοχος, ο μεγάλος ένοχος, ο ένοχος όλων κι ο δικός μου μαζί, πολλές φορές μου διαφεύγει.  Συνήθως κοιτάζω το θύμα του, όμως ο ίδιος ο ένοχος έχει πάρει χίλια πρόσωπα, αρχαία και σημερινά. Του ασκούν κριτική, τον καταδικάζουν, όμως συνήθως βλέπω την ίδια την καταδίκη, που δεν τολμά να αθωωθεί από μόνη της, έτσι ίσως του αφαιρούσαν το «προνόμιο» να καταδικάζει. Έχει δύναμη πάνω στην άγνοια ο ελεεινός.

 Το αγόρι σκέφτομαι, που τώρα μπήκε στο τούνελ. Ο άλλος ο τύπος, με τα πονηρά μάτια και το θάρρος της ξιπασιάς, άνετα θα επιβιώσει και θα παχύνει μάλιστα, γιατί εκείνον τον έβγαλε στο δρόμο η ξιπασιά του, ίσως μάλιστα να έχει κι ένα κομπόδεμα, ένα μασούρι στην άκρη για τη δύσκολη ώρα. Όσο για τη γριά είναι υπόθεση χωρίς λόγια.

 Το παιδί σκέφτομαι, αυτό θα μπορούσε κάποιος να το προλάβει, είναι νωρίς ακόμα, θα μπορούσε μ’ ένα σκούντημα να πάρει άλλο δρόμο, τυχαία δεν κατέφυγε στα σκαλιά της εκκλησίας, ο θεός μεγάλος είναι, για τους πρεσβευτές του δεν κακολογώ. 

 Όμως εμένα άλλο με τρώει εκείνη τη στιγμή, η ερώτηση, αυτοί που έχουν τη δύναμη τι την κάνουν;  πως τη χρησιμοποιούν; γιατί το να αποχτάς και να έχεις τη δύναμη είναι ένα πράγμα, κι η χρήση της ένα δεύτερο, στη δικιά σου κρίση, στη δικιά σου ευχέρεια. 

 Όμως σ' έναν κόσμο αναγκών, όπου μετά βίας σώζεις, και αν, τον εαυτό σου, που να βρεθεί πλεόνασμα σωτηρίας; πως να προσφέρεις βοήθεια, όταν, είτε πραγματικά είτε φανταστικά πνίγεσαι? Την ώρα που είτε πραγματικά είτε φανταστικά το αίσθημα πνιγμού δεν αλλάζει. 


 
Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Οι Μπλε Άνθρωποι

Η Μαθητεία