Καιροί της Δοκιμασίας







 Καιροί της δοκιμασίας, θα μας φέρουν αντιμέτωπους οπωσδήποτε με τον εαυτό μας, θα ξυπνήσουν τα τέρατα, θα κοιταχτούμε ανάμεσά μας, πιο αληθινά από άλλους καιρούς, όπου δεν μας επιτρέπονταν ανάλογες "πολυτέλειες", αφού τρώγαμε και πίναμε και περισσεύαμε χωρίς "περιττούς κινδύνους".
  
 Διασκεδάζαμε με κάποια απόκοσμη ξεγνοιασιά - ωραίοι μέσα στον βαθύ ύπνο μας. Μετά χτύπησαν οι καμπάνες κι αναρωτηθήκαμε: τι θέλουν μέσα στη μακάρια ησυχία μας οι προθέσεις των ερπετών; κι είδαμε να κατεβαίνουν απ’ τα βουνά απειλητικά τα τέρατα, ζητώντας να δοκιμάσουν τις αντοχές μας και μας έπιασαν απροετοίμαστους.

 Ακουστά μόνο είχαμε απ’ τους παππούδες μας ανάλογες εποχές, έναν πόλεμο, κάποια πείνα. Όμως τα προφορικά είναι προφορικά, δύσκολα τα πιστεύει κανείς και μετά, υπάρχει και η έλλειψη φαντασίας, υπάρχει και το δεν θέλω να ξέρω, το δεν θέλω να καταλάβω, ακόμα κι εκείνο το δεν με συμφέρει να ζω, ή το αφήστε με να ξεχάσω. Ισχυρά όπλα προστασίας, μύριους ο άνθρωπος, υπάρχει μέσα του το πιστεύω εις έναν θεό, αλλά και το δεν πιστεύω εις έναν θεό, από τη μία πίστη του ανελκυσμένα.

 Καιροί της δοκιμασίας. Μετά άρχισαν οι μάσκες σαν ξερόφυλλα στον άνεμο να πέφτουν. Άρχισαν να αναγνωρίζονται οι φίλοι, ξεπήδησαν τα ποιος είσαι εσύ; ποιος είμαι εγώ; ποιοι ήμασταν τόσα χρόνια; άρχισαν τα δεν σε ξέρω και τα δεν σε ήξερα ποτέ, φανερώθηκαν οι προθέσεις, έγιναν γνωστά τα κίνητρα. Κατηφορίσαμε στη γύμνια.

 Πήρε να ξεκαθαρίζει το τοπίο με τα αισθήματα να παίρνουν την ανηφόρα και τη δίοδο, τα χαμόγελα επιφορτίστηκαν με κάποια αγριότητα κι η ανάγκη βούιξε στους κάμπους. Που να κρυφτούμε τώρα; αναλογιστήκαμε. Έτσι έρχεται η αλήθεια, έτσι μας φτάνει; σαρωτική κι αποκαλυπτική; ανάθεμα στην αλήθεια, σε κάνει να κολυμπάς μέσα στα δάκρυά σου, χαρίστε μας εκείνο το όμορφο ψέμα, είναι σκληρή η ζωή!
  
 Τα τέρατα διψούν για αίμα, ποτέ δεν ξεχνούν, δεν γνωρίζουν τη συγχώρεση, θα πληρώσετε τώρα - ακούστηκαν σαν ηχώ - για όλες τις αμαρτίες σας. Μα εμείς αμαρτίες δεν είχαμε, ένα στρωμένο τραπέζι είχαμε βρει και τρώγαμε και πίναμε, τι φταίμε εμείς για τα τραπέζια που μας στρώνουν; κορόιδα δα δεν είμαστε έτοιμα τραπέζια να απαρνιόμαστε. Βρήκαμε εύκολη ζωή κι απάνω της χιμήξαμε σαν λυσσασμένοι. Σάμπως εμείς τι ξέραμε για τη ζωή, η πρώτη μας είναι, άλλοι πάντα μας τη στρώνουν, εμείς χορεύουμε σαν αρκούδες στο ντέφι, όμως το ντέφι άλλος πάντα το κρατά - κατάρα στους αρκουδιάρηδες! Πάλι μας έπιασαν αιχμάλωτους, πάνω που είχαμε βγάλει τη μασέλα μας και την είχαμε απλώσει στον ήλιο να στεγνώσει - υπάρχουν τελικά ανθρωποφάγοι στη ζωή όπως στα κακά παραμύθια.

 Μα ας κοιτάξουμε τώρα λιγάκι τα χειρότερα κι ας αρκεστούμε σ’ αυτό - είναι μια παρηγοριά μας. Και πάρτε επιτέλους αυτόν τον καθρέφτη από μπροστά μας, δεν το βλέπετε πως ζητά να μας βγάλει τα μάτια!

 Όμως γιατί δεν περνά ο δύσκολος καιρός; δεν ήταν μόνο ένα αστείο τελικά; αφού παίζαμε. Τι; δεν παίζαμε; μα τι αστεία είναι αυτά; γιατί σφίγγει ο κλοιός; ποιος τον σφίγγει; μα δεν αισθάνεται κανείς πως μας έγινε βρόχος; τόσοι αυτοκτονημένοι, πότε θα καταλάβουν επιτέλους πως αρκετά μας τιμώρησαν; και τώρα ακούμε τελικά, τα τέρατα είναι μηχανές!
 Πως να τις συγκινήσεις; φτωχή μας καρδιά πάλευε εσύ ενάντια στα τέρατα, αυτά, με το μολύβι για ξίφος με τους υπολογισμούς τους σε σκοτώνουν.

 Τι κούφιος πόλεμος αυτός Παναγιά μας, γιατί δεν ακούγεται μια τουφεκιά, μια βροντή, γιατί απουσιάζουν τα κανόνια; που έχει κρυφτεί ο αντίπαλος; τα μάτια του πως έπεσαν μέσα μας; πως να τον ξεριζώσουμε τώρα απ’ την καρδιά μας; αυτό που μας σφάζει πως καταφέρνει να το κάνει από απόσταση;

 Γιατί δεν εμφανίζεται να παλέψουμε σαν άντρες, κι αυτή η καθημερινή αρένα γιατί τη στόλισαν έτσι που να μην μοιάζει με αρένα; τι κόλπο είναι αυτό για να υποφέρουμε έτσι μυστικά, κρυφά και υποδόρια, θα μας πνίξει η κραυγή μας στο τέλος, μια κραυγή που θα φτάσει στη σάρκα μας.

 Τι πόλεμος απαλός Παναγιά μας, σχεδόν δεν μιλούμε γι’ αυτόν, τον έχουμε ντύσει με άγνωστες λέξεις. Δεν μας κοιτάζει στα μάτια, σαν να μας ντρέπεται, μα δεν είναι ανθρώπινος αυτός ο πόλεμος, οι μηχανές είναι έξυπνες, βρήκαν έναν τρόπο να μας τρώνε από μέσα.
  
 Και να που υποτασσόμαστε χωρίς καν να μυρίσει μπαρούτι, και να που χάνουμε χωρίς να έχουμε δώσει μάχη. Σαν τις αρχαίες μάχες μοιάζει αυτός ο πόλεμος, τότε που κύκλωναν τα τοίχοι οι εχθροί κι απλώς περίμεναν ποντάροντας στην εξάντληση.

 Δεν είναι καθαρός πόλεμος αυτός, πόλεμος της σκακιέρας είναι κι εμείς τα πιόνια του, αυτοί οι καινούργιοι βασιλιάδες έχουν τελειοποιήσει την κλοπή, την ανέβασαν σε επίπεδο επιστήμης, κι εμείς αδιάβαστοι να σπέρνουμε ακόμα τα χωράφια μας, κι εμείς απλοί τελώνες στους φόρους τους.  
 Έτσι σκλαβιά ανυψώθηκες που για σκλαβιά δεν μοιάζεις. Σημαία που κυματίζεις έγινες, για μια θέση στη σκλαβιά ο αγώνας.








Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ατύχημα

Ο Χρόνος

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία