Το Παιδί της Ζωής






 Ας το πάρουμε απ’ την αρχή, απ’ τη γέννηση. Όταν βγήκες απ’ την κοιλιά της μητέρας έκλαψες, πράγμα που σημαίνει έφυγες από το όμορφο για το άσχημο, διαφορετικά δεν θα έκλαιγες. Αν ήταν άσχημα στην κοιλιά θα ένιωθες ανακούφιση, ίσως έκανες ένα ουφ επιτέλους, όμως έκλαψες, πράγμα που σημαίνει πως έχασες. Γνώρισες βιωματικά την πρώτη σου έλλειψη, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως για να γεννηθείς στον κόσμο τούτο έφυγες από τον παράδεισο.

 Μέσα στην κοιλιά της μητέρας ήταν όμορφα, ήσυχα, ανάσαινες από τη μητέρα, τρεφόσουν από τη μητέρα, ζούσες από τη μητέρα. Μετά σε τράβηξαν, σε διαχώρισαν.

 Όμως κύλησε λίγος καιρός και συνήθισες, δεν ήταν τόσο άσχημα έξω, σε έβαλαν σε ένα κρεβατάκι, πεινούσες κι έκλαιγες, σε εναπόθετε η μητέρα στον μαστό της και γέμιζες από το γάλα της πληρότητα, ικανοποίηση και μακαριότητα· γινόσουν ξανά ένας άγγελος και κοιμόσουν σαν αγγελούδι.

 Η μητέρα σου τα πρώτα χρόνια δεν είχε μορφή, ήταν σκέτη αισθαντικότητα, δεν σε καταλάβαινε, σε ένιωθε. Η γλώσσα ανάμεσά σας ήταν η καθαρή αισθαντική, η απευθείας, η άμεση, δεν υπήρχε περιθώριο παρερμηνείας, μόνο, ίσως, μερικές παρεξηγήσεις αισθημάτων, ίσως λιγάκι την εκνεύριζες, συγχώρεσέ την, άνθρωπος υπήρξε.

 Ήταν άνθρωπος, ενώ εσύ μπόμπιρα μικρός άγιος, ήταν ατελείς κι ήσουν τέλειος, ήταν τριάντα ετών αλλά ανολοκλήρωτη, ενώ εσύ ενός έτους κι ολοκληρωμένος.

 Έκανες μεγάλο καλό στη μητέρα σου όταν γεννήθηκες, είχες την αέναη δύναμη να την κεντράρεις, κάθε φορά που σε κοίταζε σε κοίταζε από το κέντρο της, από το κέντρο της καρδιάς της. Κάθε φορά που σε άφηνε, να πάει σε μια δουλειά της, έφευγε από το κέντρο της και σεργιανούσε με τη σκέψη της μέσα στο μυαλό της, όταν επέστρεφε σπίτι γύριζε ξανά στο κέντρο της καρδιάς της. Υπήρξες ο ευεργέτης της.

 Η μητέρα σου, ό,τι κι αν σου πει, δεν σε γέννησε για σένα, σε γέννησε για εκείνη, είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα. Εσύ, δεν χρειαζόσουν τη μητέρα σου, εκείνη σε χρειάζονταν, εκείνη δεν θα μπορούσε με κανέναν τρόπο να σε ωφελήσει, εσύ την ωφέλησες.

 Όμως μικρέ μου, ό,τι κι αν λέμε, ούτε η μητέρα σου ούτε ο πατέρας σου αποφάσισαν ποτέ τη γέννησή σου, κι αν το έκαναν νόμισαν πως το έκαναν. Εσύ για να γεννηθείς το αποφάσισε η ζωή, αυτή το μεταβίβασε στην μητέρα σου και στον πατέρα σου κι έτσι ήρθες στον κόσμο. Είσαι παιδί της ζωής, και μόνο σε δεύτερο βαθμό παιδί της μητέρας και του πατέρα σου.

 Στα πρώτα χρόνια της ζωής σου τι βλέπεις; Τίποτα. Είσαι απλώς συνείδηση μέσα στη μεγάλη συνείδηση. Δεν είσαι εσύ μια συνείδηση κι εκείνη μια άλλη συνείδηση. Είσαι η μια συνείδηση που πήρε μια μορφή. Είσαι ακόμα στο κβαντικό βασίλειο, είσαι ένα σβωλάκι μέσα στη μεγάλη σούπα - όπως λένε οι φυσικοί - όμως αν και σβωλάκι είσαι απ’ την ίδια σούπα.

 Όλα γύρω σου είναι ακαθόριστα ακόμα, δίχως σχήμα. Τοίχοι του σπιτιού, πατώματα και ταβάνια, έπιπλα και άνθρωποι, είναι μόνο ενέργεια, είσαι κι εσύ η ίδια ενέργεια.
 Η μητέρα που σκύβει από πάνω σου είναι η αγάπη που σκύβει από πάνω σου, δεν είναι καν της μητέρας σου η αγάπη αλλά η αγάπη. Γιατί αν αφαιρέσεις τη μητέρα σου ως σώμα και τη δεις ενεργειακά στο κέντρο της, δεν είναι η αγάπη της μητέρας σου αλλά η αγάπη.
Δεν σε φροντίζει η μητέρα σου, η αγάπη σε φροντίζει.

 Άσχετα αν μετά έγινες δικό της παιδί. Είναι που η μητέρα σου αισθάνεται την αγάπη της ως δικιά της και το παιδί της γειτόνισσας ως της γειτόνισσας.

 'Όμως κύλησε ο καιρός και τώρα είσαι δύο χρόνων περίπου ή και περισσότερο, τι βλέπεις; σίγουρα μέσα από το ακαθόριστο, θα έχεις αρχίσει να διακρίνεις αρχικά γενικά σχήματα, ίσως όχι ακόμα τόσο συγκεκριμένα, ίσως ακόμα να είναι κάτι σαν σκιές, που τελικά αργότερα ξεκαθαρίζουν. Η μητέρα σου αποχτά μορφή και σχήμα. Α, μια μητέρα, Α, ένας πατέρας, Α, ένα δέντρο, Α, ένα πουλί, Α, μα τι συμβαίνει; που είμαι;
Καλώς ήρθες στον κόσμο μικρέ μου.

 Πως το λένε αυτό; πουλί. Πως το λένε εκείνο; δέντρο. Πως το τρίβουν το πιπέρι...

Ήρθες λοιπόν στον κόσμο κι ο κόσμος φτάνει σε σένα. Αυτό μαμά, εκείνο μπαμπά - να που άρχισες να περπατάς. Όμως δεν μπορείς ακόμα να πεις εγώ, γιατί αν έλεγες εγώ τι θα εννοούσες; Δεν έχεις ούτε εμπειρία ούτε παρελθόν ώστε να πεις εγώ, είσαι λευκή μνήμη. Είσαι ένα σφουγγάρι που ρουφάς. Πολλές φορές είσαι απόλυτο κενό, δηλαδή τίποτα και σου εμφανίζεται μια επιλογή ώστε να είσαι κάτι, η επιλογή να μοιάσεις.
 Αρχίζεις λοιπόν τη μίμηση, και καθώς μιμείσαι φεύγεις από το τίποτα και γίνεσαι κάτι, δεν γίνεσαι όμως εσύ, γίνεσαι αυτό που μιμείσαι. Αυτό είναι όντως κάτι, αλλά από κει που το μιμείσαι, εκείνο το έχει μιμηθεί, κι έτσι, υπάρχει ο κίνδυνος να γίνεις μια απομίμηση. Δηλαδή κάτι κινέζικο, μια μαϊμού.

 Όμως μεγάλωσες λιγάκι ακόμα και χρειάζεται τώρα να καταλαβαίνεις και να εξηγείς. Είσαι όμως ακόμα ισορροπημένος, ενώ το περιβάλλον γύρω σου όχι και τόσο. Δεν το ξέρεις ακόμα, μόνο το αισθάνεσαι. Για το ισορροπημένο αίσθημά σου… το ανισόρροπο αίσθημα του περιβάλλοντός σου… ξέρει τι σου φανερώνει στο μυαλό; Θα σου πω εγώ, σου φανερώνει παραλογισμό. Συναισθηματικό παραλογισμό, που ακόμα το μυαλό σου δεν μπορεί να εξηγήσει.
 Έχεις μόνο μία λύση στον συναισθηματικό παραλογισμό, που αν αρχίσεις συναισθηματικά να τον βιώνεις θα σου φανερωθεί. Είναι η λογική.
Από τη λογική μπορεί να κρατηθείς. Είναι σαν μια κατακόρυφη δοκό που χτίζει μέσα σου η συνείδησή σου, σαν μια κάθετη ράβδος, που γύρω από τον άξονα της μπορεί να συστρέφεται το αίσθημά σου με ασφάλεια, χωρίς να κινδυνεύεις να το χάσεις. Όμως αυτοί που σου μετέδωσαν το αίσθημα του παραλογισμού, έχουν κρατηθεί κι αυτοί από τη ράβδο της λογικής, κι έτσι χτίζεται ομοιόμορφα η κοινή λογική, που δεν είναι τίποτα άλλο από συναισθηματικό παραλογισμό.

Όπως καταλαβαίνεις μεγάλε, τώρα απομένει μόνο να πεις καλώς ήρθες στο club.



Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Οι Μπλε Άνθρωποι

Η Μαθητεία