Το Τέλος της Πλάνης










 Ανατριχιαστικές εικόνες εξελίχθηκαν στο παρασκήνιο την ώρα που οι άνθρωποι κοίταζαν απλώς αλλού.
 Μια γυναίκα, είπαν, κυκλωμένη από σκιές, μικρά άνθη ευδοκίμησαν στο σώμα της κι αναζητούσε τον έρωτα. Είπαν, πως απλώς βυθίστηκαν τα μάτια της, άλλη εξήγηση δεν είχαν, και θα έπρεπε ένας άντρας να τα σηκώσει.
 Υπήρξε τέτοιο το ενδιαφέρον της για λίγο ουρανό που ο κόσμος στο μυαλό της ξεχάστηκε, και τράβηξε λοξά ακολουθώντας έναν παράδρομο, όπως είπαν για να σωθεί και βγήκε σε μια αγκαλιά δυνατή, που όπως είπαν αργότερα, μετά το θάνατό της, την έπνιξε.

 Η αυτοψία - που έγινε στο κρεβάτι του έρωτα - φανέρωσε πως πέθανε από υπερβολική δόση έρωτα. Όμως πτώμα δεν βρήκαν, πέθανε απλώς το όνειρό της. Πέθανε ο εραστής της στα μάτια της, πέθανε η ιδέα που είχε σχηματίσει στο μυαλό της, όμως μεγάλη λύπη τη συντάραξε, σαν να πέθανε ο ίδιος ο άνθρωπος. Ήταν κάτι παραπάνω από απλή γνώμη, ήταν ελπίδα, ήταν επένδυση κι εμπιστοσύνη, είχε αφήσει τον εαυτό της στα χέρια του, μετά τα χέρια του έκλεισαν και τη φυλάκισαν, την κρατούσαν, έγινε μια μαριονέτα. Κι ενώ υπήρχε ένας άνθρωπος στο μυαλό της ένας άλλος την αγκάλιαζε - αυτή σχετίστηκε με τον άνθρωπο του μυαλού της. Αυτό, κατάφερε να γίνει ακόμα και σώμα της.

 Σημάδια τον μαρτυρούσαν σαν εκκωφαντικές φλογέρες, όμως δεν τα άκουγε, τρομερό να διαψευσθεί, ένιωθε σαν να καταργούσε κάτι απ’ το οπτικό της πεδίο, ένιωθε σαν να μην βλέπει. Επέμενε στον άντρα του μυαλού της, επέμενε ακόμα και σε λόγια που εκείνος ποτέ δεν έλεγε.

 Ο άντρας αυτός - ο σχηματισμένος μόνο μέσα στο μυαλό της - είχε κάτι δικό της, κάτι αγαπημένο της που ποτέ δεν το βρήκε σε άντρα. Προκειμένου να το έχει το έπλασε. Όμως δεν θα μπορούσε να το πλάσει αν ο άντρας δεν το είχε, κι ο άντρας το είχε, όμως δεν το είχε ποτέ αναδείξει. Η γυναίκα το μυρίστηκε, λόγο ενός ενστίκτου, λόγο ενός μητρικού ενστίκτου. Ήταν λίγος χρυσός μέσα στα κάρβουνα, λίγος χρυσός μέσα στη στάχτη και τη σκουριά. Αυτόν τον χρυσό σημάδεψε.
  
 Όμως ο χρυσός αυτός ήταν σκεπασμένος απ’ τον ίδιο τον άντρα· η γυναίκα πάλεψε με τον άντρα για να φτάσει στα μάτια του ο χρυσός, για τη γυναίκα ήταν μια υπέρλαμπρη νίκη μόνο να τον δει, αν μπορούσε να τον κρατήσει θα ήταν μια μεγάλη περιουσία, ίσως η μοναδική της. Από εκείνον τον χρυσό θα έφτιαχνε ένα παιδί, ένα χρυσό παιδί, γι’ αυτό και φαντάστηκε τον χρυσό άντρα.

 Μάταια, ο ίδιος ο άντρας ήταν σκεπασμένος απ’ το δικό του όνειρο, χρησιμοποιούσε τη γυναίκα ως μέσον αλλά προς διαφορετική κατεύθυνση, αυτός είχε ζωγραφισμένο στον ορίζοντα ένα άλλο νησί, διακοσμημένο με γαρνιτούρες πλούτου, αποδοχής, καταξίωσης και προβολής. Τα δύο όνειρα πάλεψαν μεταξύ τους, δεν είχαν σμίξει τίποτα άλλο από δύο παρελθόντα.

 Τελικά βρήκαν το όνειρο της γυναίκας νεκρό και ταυτόχρονα κάτι μέσα της πέθανε, η εμπιστοσύνη είχε πεθάνει. Το όνειρο της γυναίκας συνέτριψε τη γυναίκα, σωριάστηκε πάνω της, κάτω απ’ τα ερείπιά του θάφτηκε ακόμα και το σώμα της. Όμως μέσα από τη γυναίκα, με τον καιρό, βγήκε άλλη μια γυναίκα, κατάφερε η ίδια να γεννήσει τον εαυτό της. Όχι πως της αρκούσε αυτό, ήθελε ακόμα ένα παιδί, όμως τώρα, ήταν μια χρυσή γυναίκα κι ήταν αδύνατον να λαθέψει στον χρυσό ενός άντρα. Μπορούσε να κοιτάζει μέσα απ’ την ανοιχτή της καρδιά, η πλάνη είχε τελέψει.

 Η γυναίκα, πήγε σε μια εκκλησία κι άναψε ένα κερί στον δύστυχο άντρα, που κάποτε τη σκότωσε. Μα δεν ήταν πια γυναίκα, ήταν μια προσευχή. 




Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Οι Μπλε Άνθρωποι

Η Μαθητεία