Το Σαράκι







 Η Νιόβη ήταν στεναχωρημένη εκείνη τη μέρα, είχε ψάξει όλα τα συρτάρια της για τίποτα πεταμένα ψιλά κι είχε βρει μερικά, συμπλήρωσε τόσα για ένα ψωμί και λίγο κασέρι. Ευτυχώς η γκαρσονιέρα που ζούσε ήταν δική της, όμως χρωστούσε τόσα στο ρεύμα και τόσα στο νερό.
Ήταν καιρό σε αδιέξοδο με όλα τα επακόλουθα ενός αδιεξόδου· είχε επιχειρήσει κάποιες δουλειές του ποδαριού αλλά όχι, δεν ήταν αυτό που ήθελε να κάνει. Πολλές φορές ένιωθε πως ήταν προτιμότερο να κάθεται κλεισμένη στο καβούκι της με το σαράκι να την τρώει… παρά να τρέχει σε διάφορες δουλειές που τις έφτιαχνε ανόρεχτα κι όχι με την καρδιά της.
 Μετά, είχε μια τάση να δει το σαράκι, να το αναγνωρίσει, δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί την τρώει. Μια νύχτα σκέφτηκε, πως δεν θα έπρεπε να έχει σαράκι, γιατί να έχει σαράκι; Σίγουρα δεν είχε γεννηθεί με σαράκι, όμως σαράκι υπήρχε. Από τη μια της έλεγε: σήκω και τρέξε να φροντίσεις τον εαυτό σου. Από την άλλη της έλεγε: μείνε εδώ που είσαι ακίνητη στην ακινησία να βρεις την άκρη του κουβαριού, να αναγνωρίσεις το σαράκι. Καμία απ’ αυτές τις δύο γλώσσες δεν ήταν γλώσσα του σαρακιού. Γιατί κι όταν έτρεχε κι έβρισκε κάποια δουλειά… πάλι το σαράκι έτρωγε. Αλλά κι όταν έμενε σπίτι κλεισμένη στον εαυτό της, πάλι έτρωγε. Από πού τρώει το σαράκι; Αναρωτήθηκε μια μέρα. Ήθελε να βρει ποια είναι η τροφή του, με τι τρέφετε.

 Περίεργα πράγματα. Δεν θα είχε καλό τέλος, άλλωστε της το έλεγαν όλοι οι γνωστοί της. Όμως η Νιόβη ήταν παράξενο κορίτσι, από μικρό. Είχε διάφορες τάσεις, που τώρα στη μοναξιά της είχε αρχίσει να τις αναγνωρίζει. Μία τάση της ήταν, από νεαρή, να μην πηγαίνει στα πανηγύρια. Γενικά όπου έβλεπε μαζεμένο κόσμο το απόφευγε εκείνο το μέρος σαν ο διάβολος το θυμίαμα. Προτιμούσε τη μοναξιά της και δεν είχε καλές σχέσεις με τους συγγενείς της. Γενικά, όταν τη ζόριζε κάποιος έφτιαχνε το αντίθετο. Αυτό έκανε και τώρα, η κατάσταση τη ζόριζε και το μισούσε αυτό, η ανάγκη της τη ζόριζε κι έφτιαχνε το αντίθετο, άρχισε να πηγαίνει κόντρα στην ανάγκη της παρά να την ικανοποιεί, άρχισε να πηγαίνει κόντρα στον φόβο της και να μην τον υπακούει.

 Πολλές φορές έπεφτε σε μαύρες απελπιστικές σκέψεις, κανένα φως στο σκοτάδι. Όμως με τον καιρό, άρχισε να πιστεύει και να εμπιστεύεται. Όχι τυχαία, κάποια σημάδια έβλεπε, όταν χρειάζονταν η πίστη κι η εμπιστοσύνη της κάποια απόδειξη πάντα την είχε. Η σκέψη της έκανε μια ολόκληρη στροφή, μέσα σ’ αυτή την κατάσταση άλλαξε κατεύθυνση. Όμως είπαμε, ήταν παράξενο κορίτσι από μικρό, και τώρα γίνονταν πάλι μικρό καθώς ωρίμαζε, άρχισε να πιστεύει πως η πίστη της κι η εμπιστοσύνη της την τρέφουν. Δεν το είπε πουθενά, δεν το μοιράστηκε με κανέναν, όμως ποθούσε πολύ, κι έβλεπε πάντα όσα χρειάζονται να έχει. Τα έβλεπε και τα είχε. Δεν το είπε σε κανέναν.

 Ένα απόγευμα, καθώς βάδιζε μόνη της, κάτι από μέσα της ένιωσε να την παρακινεί να νιώσει αγγέλους. Δεν μπόρεσε να καταλάβει αν ήταν φαντασία ή πραγματικότητα, εκείνο τον καιρό αυτά τα δύο δεν είχαν ξεκάθαρο σύνορο, όμως ένιωσε και το είδε, χωρίς να ξέρει με ποια μάτια, να βαδίζουν μαζί της και πλάι της δύο στρατιές αγγέλων. Ένιωσε τότε μια πρωτόγνωρη ασφάλεια, μια σιγουριά, δεν ήταν μόνη, τη φρόντιζαν, δεν ήταν μόνη, την προστάτευαν. Η Νιόβη εκείνο το απόγευμα πήρε την πιο βαθιά ανάσα της ζωής της. Δεν το είπε πουθενά.

 Η Νιόβη ξυπνούσε. Μια νύχτα ένιωθε μια τρομερή απειλή. Κάτι τη βασάνιζε έντονα, ήταν σαν κάτι να γυρεύει να την τραβήξει κάτω, στο απύθμενο, σ’ ένα μαύρο τρομερό σκοτάδι. Η Νιόβη του αντιστάθηκε, αγαπούσε τη ζωή κι έβαζε τα δυνατά της να τα καταφέρει, ήθελε να τη φέρει στο φως. Σηκώθηκε κι άρχισε να περπατά μέσα στη νύχτα με γοργά βήματα κι αποφασισμένη με όση ψυχική δύναμη είχε. Τότε συνέβη κάτι μαγικό, η Νιόβη χωρίστηκε στα δύο. Ένιωθε πάνω απ’ τον εαυτό της που βάδιζε. Δεν κατάλαβε τι είχε συμβεί, όμως την άλλη μέρα το κατάλαβε, είχε χαθεί ένα σημαντικό ποσοστό σκέψης, οι σκέψεις της τώρα την έφταναν πιο αραιά, μια σκέψη εδώ μια εκεί κι ανάμεσά τους διάκρινε το κενό μεταξύ δύο σκέψεων. Απ’ αυτό το κενό είδε για πρώτη φορά έξω, για πρώτη φορά στην ενήλικη ζωή της κι ήταν μαγικά. Ένιωθε τη γαλήνη για πρώτη φορά στην ενήλικη ζωή της κι όλα γύρω της έλαμπαν κι ήταν σαν καινούργια. Όλα ήταν σαν παρθένα. Η Νιόβη εκστασιάστηκε. Τόσο καιρό οι σκέψεις της ήταν σαν μια βροχή, σαν μια κουρτίνα, σαν ένας καταρράχτης, ζούσε πίσω από έναν καταρράχτη.

 Τον επόμενο καιρό έτρεξε να βρει τη γνώση, να καταλάβει, να δει. Και πέρασε καιρός. Όμως τη Νιόβη το σαράκι δεν την έφαγε. Άγγελοι την άρπαξαν αλλά το σαράκι δεν την έφαγε.



Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αόρατος Νόμος

Γαλάζια Έρημος

Οι Μπλε Άνθρωποι