Εντός των Τειχών








Στο σπίτι μας είχαμε δύο σκάλες
από τη μια ανεβαίναμε οι οικείοι
από την άλλη οι επισκέπτες·
τους οδηγούσαμε στο μεγάλο σαλόνι
τους θαμπώναμε με την πολυτέλεια
τους φτιάχναμε να μας μακαρίζουν·
όμως ο πατέρας, κάποια φορά άξαφνα,
εκεί που κάπνιζε αμέριμνος την πίπα του
και συζητούσε για την πολιτική…
πετάγονταν όρθιος και δοκίμαζε τις πόρτες
να δει αν είναι καλά κλειδωμένες

Τις κλείδωνε τόσο καλά
που δύσκολα καταφέραμε να τον βγάλουμε
απ’ το σπίτι όταν πέθανε
αν και νομίζω πως στο σπίτι μας
ποτέ δεν πέθανε κανείς
στ’ αστεία το κάναμε

Ο πατέρας - όπως κάθε καθώς πρέπει άνθρωπος
είχε τ’ άπλυτά του - τα έριχνε πίσω του
καθώς είχε πέσει σε μεγάλη ηλικία στο κρεβάτι
μια νύχτα με φώναξε και μου είπε
πως είχε αποφασίσει να τα κληρονομήσω

Δεν δέχτηκα
άσε που είχα τα δικά μου
ούτε ξέρω τι απόγιναν τ’ άπλυτα τούτα
μπορεί να τα μοίρασε κρυφά ανάμεσά μας

Ο πατέρας ήταν ένας φίνος άνθρωπος
είχε και δικό του υπηρέτη
δεν ξέρω αν ο υπηρέτης το ήξερε
όμως από τη στιγμή που το αποφάσιζε ο πατέρας
δεν είχε και τόση σημασία πως ένιωθε

Τον έλεγαν Νικόλα
εγώ τον αγαπούσα
κι ο πατέρας τον αγαπούσε
όμως εγώ κι ο πατέρας διαφορετικά αγαπούσαμε
ακόμα κι ο ένας τον άλλον 
διαφορετικά κι η μητέρα μας
και τα πέντε μου αδέρφια διαφορετικά
τόση αγάπη το σπίτι μας δεν την άντεχε
κι ανατινάχτηκε

Υπήρξαμε μια παράξενη οικογένεια
όμως εγώ δεν γεννήθηκα σ’ αυτήν
δίπλα της γεννήθηκα
με βρήκαν στον δρόμο
μ’ έφερε στην εξώπορτα μια τσιγγάνα σε καλάθι
ή μ’ έφερε ο πελαργός
κάτι τέτοιο, δεν θυμάμαι καλά

Δεν θυμάμαι πολλά πράγματα
τον περισσότερο καιρό απουσίαζα. 



Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Αόρατος Νόμος

Μια Άδικη Μέρα