31 Δεκεμβρίου 2017

Η Αθώωση του Χρόνου







 Χρόνε που φεύγεις, υπήρξες αρκετά σκληρός κι υπήρξαν στιγμές που γύρεψα να σε ξεφορτωθώ, υπήρξαν στιγμές που σε βίασα να περάσεις, όμως δεν φταις εσύ γι’ αυτό, παρά μόνο η αγωνία και προσπάθειά μου να προχωρήσω, να ξεφύγω, να πάω μπροστά.
 Όμως εσύ, είχες έναν τρόπο να μου μάθεις την υπομονή, και τη συγχώρεση κι υπήρξαν στιγμές που με αγκάλιασες, τρυφερά μ’ αγκάλιασες. Δεν, λοιπόν, θα σου παραπονεθώ, υπήρξες μέγας δάσκαλος, σκληρός αλλά μέγας. Μου έμαθες τόσα, όσα κανείς άλλος χρόνος, και μου έμαθες εκείνα που χρειαζόμουν να μάθω.
 Κι ίσως κάπου να σ' ευγνωμονώ, που δεν έλαβες υπόψη σου τις κλιμακωτές διαθέσεις μου. Όμως εσύ είσαι ο δάσκαλος κι εγώ εκείνος που χρειάζεται να μάθει να πειθαρχεί και ν' ακούει. Γιατί εσύ χρόνε, οποιοδήποτε χρόνε, πάντα υπήρχες και ζούσες στην ώρα σου, εγώ σε παραβίασα με ατενίσματα στο μέλλον και βουτιές στο παρελθόν, πράγματα που μόνο σε μένα υπάρχουν. Όμως εσύ χρόνε είσαι ευλογημένος, εγώ χρειάζεται να ευλογηθώ.

 Χρόνε που φεύγεις, μ’ έφτιαξες πιο πλούσιο άνθρωπο, με πελέκισες στο αμόνι σου, με σφυρηλάτησες, με πήρες βράχο στα χέρια σου και προσπάθησες να με σμιλεύσεις σε άγαλμα και το έργο σου τώρα θα το συνεχίσει το παιδί σου. Συγχώρεσέ με που δεν υπήρξα τόσο στην ώρα μου άνθρωπος, ενώ εσύ λεπτό δεν χάνεις. Όμως τί φταίμε κι εμείς οι άνθρωποι... είναι η ελπίδα που μας παίρνει μαζί της.
 Όμως εγώ, θέλω για λίγο να σταθώ στην καρδιά σου παλιέ χρόνε και με ειλικρίνεια να σε κοιτάξω, γιατί μέσα στην αγκαλιά σου και μέσα στην κοιλιά σου έζησα, και με νανούρισες, και με χάιδεψες, και με μάλωσες σαν μάνα. Και μ’ αγάπησες, κι αγάπησα κι εγώ τις μέρες σου και πολλές από τις στιγμές σου - πλην του καιρού που απουσίαζα.
 Όμως εσύ παλιέ χρόνε, μ’ έφερες πιο κοντά στ' όνειρό μου και κοντύτερα στην καρδιά μου - εδώ που τα λέμε, εσύ πάντα ένας πράγμα μου ψιθύριζες στο αυτί, έλεγες: στάσου ακίνητος!

 Σ’ ευγνωμονώ λοιπόν παλιέ χρόνε, γιατί μπορώ να σ' ευγνωμονώ κι αυτό εσύ μου το δίδαξες, εσύ μου έμαθες να βλέπω βαθύτερα στην ουσία σου, κι εγώ, που αγνώμων υπήρξα με πολλούς παρελθοντικούς χρόνους, αισθάνομαι τώρα την ανάγκη όλους τους ευχαριστήσω, ακόμα κι εκείνους που καλά δεν μου φέρθηκαν, γιατί αθώοι ήταν κι ο ένοχος εγώ. Και τους ευχαριστώ, και τους ευγνωμονώ όλους τους χρόνους, από την πρώτη μέρα της γέννησής μου, γιατί ο μόνος που ξεστράτισε από την αθωότητα των χρόνων μου ήμουν εγώ. Κι όλη αυτή τη μακριά αλυσίδα πίσω μου, που κάθε κρίκος της ένας χρόνος μου είναι... όλη ως τη ρίζα της την αθωώνω και τη συγχωρώ.

Και σας ευχαριστώ, και σας ευγνωμονώ όλους τους χρόνου μου
 για μια στιγμή μόνο αθώα ζωή!


Φεγγάρι








Πήγα στο σπίτι της και τη βρήκα καθισμένη στο σκοτάδι
πρωτοχρονιά, της είπα είναι, δε γιορτάζεις εσύ;
γιορτάζω, είπε, τη μέσα μου αυγή.
Και πέταξε απ' τα μάτια της ένα πουλί

Πήγα στο σπίτι της και τη βρήκα γοερά να κλαίει
μια μέρα τόσο γιορτινή
τι έχεις; της είπα, υπάρχει κάτι σε σένα που πονεί;
πονάει, είπε, μέσα μου η γιορτή

Πήγα κοντά και την αγκάλιασα προσεχτικά
είχε λίγη θλίψη πλεγμένη στα σγουρά της μαλλιά
τα μάτια της είχαν το βάθος του δειλινού
η καρδιά της είχε τη σφραγίδα του θεού
με ξέχασαν, είπε, στον κόσμο αυτό
μα εγώ της είπα, γι' αυτό είμαι εγώ εδώ

Πήγα στο σπίτι της και τη βρήκα καθισμένη στο σκοτάδι
μια αράχνη περπατούσε προσεκτικά στο τζάμι
πάτησα το διακόπτη ν' ανάψω το φως
όμως εκείνη είπε στο σκοτάδι με βλέπει καλύτερα ο θεός

Αξιολάτρευτη – όπως ξέρω εγώ να προσκυνώ
σήκωνε περήφανη το δικό της σταυρό
λυγίζω, μου είπε, το βάρος πολύ
και πόνεσα τότε απ’ τη δικιά της πληγή. 



30 Δεκεμβρίου 2017

Υπερηφάνεια & Ταπεινότητα







Ήταν περήφανη γυναίκα, σπάνια λύγιζε
κι ομορφιάς ασυλλόγιστης
να ζητήσει βοήθεια ούτε λόγος
προτιμούσε να υπομένει μόνη της
και τα κατάφερνε έτσι στη ζωή που να μην έχει ποτέ ανάγκη
γιατί την ανάγκη την έτρεμε
δεν ήξερε πως να τη διαχειριστεί
όμως να έχουν την ανάγκη της αυτό το είχε νιώσει
να στέκει από ψηλά και να ελεεί

Όμως ο καιρός γύρισε κι αυτό που όσο τίποτα άλλο φοβόνταν...
τη βρήκε
και τη γονάτισε·
μια νύχτα απελπισμένη και μέσα στην απόγνωσή της...
κίνησε μες στο κρύο και χτύπησε μια πόρτα
ενώ τα πόδια της έτρεμαν
και τη βοήθησε ο άνθρωπος, απλώς τη βοήθησε
μ’ έκπληξη για εκείνη

Όμως κάτι από ψηλά διαρκώς την πίεζε να χαμηλώσει κι άλλο
να ταπεινωθεί, να ταπεινωθεί
κάτι μέσα της έσπασε κι έγινε χίλια κομμάτια - ένας καθρέφτης
κι όρμησε τότε το φως σαν εισβολέας

Δεν έκανε τίποτα άλλο από τότε
παρά ενάντια στον εαυτό της να φέρεται
και να κατεβαίνει ν' αγγίζει τη φωτιά
και εκεί που όλους τους υποτιμούσε…
άρχισε να υποτιμά τον εαυτό της
κι εκεί που όλους τους μείωνε
άρχισε να μειώνει τον εαυτό της
σχεδόν το εγώ της το εξαφάνισε

Και τότε της έφτασε μια χαρά αλλιώτικη
μια ευτυχία διαφορετική
ανακάλυψε μέσα της το γύρισμα και την αντιστροφή
όλων των ενεργειών
έμαθε συνειδητά να ταπεινώνεται
και κανείς δεν μπορούσε πια να τη μειώσει

Κι εξυψώθηκε έτσι σχεδόν μέχρι την αγιοσύνη
η φουρτούνα της έλαμψε
η χάρη της τής αποδόθηκε
η καρδιά της έγινε ένας κρύσταλλος
το σώμα της πλημμύρισε φως - η γαλήνη την κυρίευσε
όπως άλλον τον κυριεύει ο θυμός
Κι ησύχασε, ηρέμησε, και βούλιαξε μέσα σ’ έναν θείο έρωτα

Αυτή η περήφανη, η αλύγιστη, η σκληρή
τώρα τις νύχτες γονάτιζε από δέος
κι έπλενε τα πόδια του εραστή της.









29 Δεκεμβρίου 2017

Νοσταλγός του Ήλιου



Τι κάθεται εκεί και περιμένει συλλογισμένος;
Κανείς δεν ξέρει.
Τι γυρεύει; τι ελπίζει; τι φοβάται;
Κανείς δεν ξέρει.
Τι προσδοκά, τι έχει τις νύχτες να κλαίει;
Κανείς δεν ξέρει. Ότι σου μαρτυρήσει μόνο το σώμα του.
Μα γιατί επιτέλους δεν ομολογεί;
Τι να πει και σε ποιον να το πει;
Γιατί, μήπως δεν τον καταλαβαίνουν;
Ποιος καταλαβαίνει ποιον για να μιλήσει κι αυτός.
Και τι στο τέλος θα γίνει;
Θα ρωτά φαίνεται κι αυτός κάποιο μαντείο

Τώρα σηκώθηκε και περπατά, κατά που πηγαίνει;
Κανείς δεν ξέρει, αλλά νά που περπατά.
Με το ραβδί του κυνηγά έναν σκύλο.
Εσύ μόνο έναν βλέπεις.
Και κάθεται στον ώμο του ένα περιστέρι.
Περιστέρι δεν είναι.
Και πηγαίνει για κει, αλλά το εκεί που είναι;
Μη ρωτάς πράγματα που δεν έχουν απαντήσεις

Κοίτα, το σώμα του παίρνει μια κλίση.
Δεν σκέφτεται, πηγαίνει με το σώμα.
Πηγαίνει στο καλό, μα πως το βρίσκει;
Αν είναι το καλό σε βρίσκει
αλλά κι αν είναι το κακό σε βρίσκει.
Μα πως ξέρει;
Δεν ξέρει.
Και πως ζει;
Απ’ τη ζωή

Τώρα χάθηκε απ’ τα μάτια μας.
Όχι, είναι ακόμα εκεί.
Μα γιατί δεν τον βλέπουμε;
Είναι που ονειρεύεται

Μα τι θα γίνει ο άνθρωπος αυτός;
Καλύτερα να λες τί θα γίνουν οι άνθρωποι.
Τώρα στάθηκε και σε κάποιον μιλά.
Δεν του μιλά, τον βλέπει.
Τώρα κάποιον ακούει.
Δεν τον ακούει, τον μυρίζει
Τώρα κάποιον αγγίζει.
Δεν τον αγγίζει, τον γεύεται.
Τώρα κάποιον προσπαθεί να δώσει να καταλάβει.
Δεν κάνει αυτό αλλά του δείχνει

Φαίνεται άνθρωπος μιας κάποιας ιστορίας.
Δεν φαίνεται τέτοιος, αλλά την ιστορία τη γράφει.
Να πας κοντά του να τον ρωτήσεις.
Δεν θα σου απαντήσει.
Νομίζω τώρα χαμογελά.
Δεν χαμογελά, πέφτει πάνω του ο ήλιος.
Νομίζω τώρα λυπάται.
Δεν λυπάται, σκέφτεται τους ανθρώπους.
Νομίζω τώρα θύμωσε.
Το έκανε με τον σκύλο.
Κοίτα, μιλά στο σκύλο.
Δεν του μιλά, τον χαϊδεύει.
Κοίτα, ο σκύλος τον ακολουθεί.
Δεν τον ακολουθεί, τον υπακούει

Κοίτα, χάνεται μέσα στον ήλιο.
Είναι ο ήλιος που χάνεται μέσα του.
Τώρα δεν τον βλέπουμε, έγινε αόρατος.
μπορείς να δεις από μέσα του το απέναντι δέντρο.
Δεν έγινε αόρατος, γίνεται διάφανος.
Κοίτα, γίνεται λευκός.
Δεν γίνεται λευκός αλλά αλαφραίνει
                         
Έγινε αόριστος, γιατί;
Για να μπορεί να ορίζει

Κοίτα, ανεβαίνει στο λόφο.
Απ’ το δικό του όμως στενό  μονοπάτι.
Ανεβαίνουν πολλοί απ’ το πλατύ μονοπάτι.
Αυτοί θα γυρίσουν πίσω

Τι έχει στην κορφή;
Μόνο ήλιο.
Πως φτάνεις εκεί;

Γυμνός.


28 Δεκεμβρίου 2017

Το Τίμημα της Ελευθερίας







Η Νιόβη δεν ήταν ευτυχισμένη μέσα στο γάμο της, ούτε μέσα στο παλάτι της κι είχε κουραστεί να ξεγελά τον εαυτό της. Θα πρέπει σίγουρα να υπήρχε και κάτι άλλο στη ζωή, όχι αυτό μόνο· η σκέψη συχνά την απασχολούσε.
 Τελευταία, η ζωή της δεν της έδινε σχεδόν καμία ευχαρίστηση κι ένιωθε άδεια· μια νύχτα, παραδέχτηκε και είπε, το ομολόγησε στον εαυτό της πως ήταν δυστυχισμένη. Μόλις το ομολόγησε, η σκέψη της έτρεξε πίσω, έτρεξε δύο χρόνια πίσω, δύο χρόνια πάλευε με αυτή την ομολογία, όμως τώρα είχε φτάσει στα χείλη της κι ένιωσε ένα αίσθημα ανακούφισης που άγγιζε τη λύτρωση, το μόνο λυτρωτικό αίσθημα εδώ και καιρό και παραδέχτηκε, πως δυστυχία ομολογούμενη σχεδόν ουκ εστί δυστυχία. Γιατί είχε συνειδητοποιήσει, πως η αληθινή δυστυχία, είναι η μη ομολογούμενη, όμως η ομολογούμενη είναι λύτρωση, είναι κάθαρση.

 Ένιωσε εκείνη τη νύχτα να χάνεται μια πάλη μέσα της, μία εσωτερική πάλη και συνειδητοποίησε, πως αυτό ήταν σχεδόν ευτυχία, δικιά της εσωτερική ευτυχία, ή τουλάχιστον, από κει που την έφτανε το αίσθημα της ομολογίας της δυστυχίας της... ήταν πάνω από την πηγή της ευτυχίας, Γιατί ένιωσε για πρώτη φορά στη ζωή της πλήρης, ακόμα και πλήρης από δυστυχία, όμως πλήρης. Να τί ήταν η ευτυχία λοιπόν: πληρότητα.

 Την επόμενη μέρα ξύπνησε με άλλα μάτια και κοίταξε γύρω της, ήταν σαν να ξυπνούσε από έναν χρόνιο εφιάλτη. Τότε κατάλαβε, πως χρόνια τώρα, δεν έκανε τίποτα άλλο στη ζωή της, απ’ το να χτίζει γύρω της τη φυλακή της και τρόμαξε. Μια φυλακή πολυτελείας, μια γυαλιστερή, όμως φυλακή. Τότε συνειδητοποίησε τα κίνητρα της. Όχι, δεν είχε αγαπήσει ποτέ τον άντρα της, δεν τον είχε καν ποτέ ερωτευτεί, είχε καταφέρει να ξεγελάσει και σε αυτό το ζήτημα τον εαυτό της.       Καμιά φορά έλεγε μέσα της, πως ήταν γοητευτικός, και ήταν, όμως αυτό δεν αρκούσε, γιατί την είχαν γοητέψει σ’ εκείνον στοιχεία κίβδηλα. Την είχε γοητέψει η οικονομική του επιφάνεια, η εξουσία κι η δύναμη που αντλούσε και ασκούσε μέσα από ένα κύρος υποταγής προς τους άλλους. Όμως ποιος ήταν στ’ αλήθεια ο άντρας της; Κράτησε την ερώτηση για λίγο στο μυαλό της και της έφτασε ένα αίσθημα λύπης, ένιωσε να τον λυπάται. Τον δυνατό άντρα της με τη μεγάλη οικονομική εξουσία, μα να τον λυπάται, κι όταν το κατανόησε και τον κατάλαβε καλά... πόσο τρομαγμένο παιδί της ανθρωπότητας ήταν, πόσο πλανεμένο και θλιμμένο... η λύπη της γύρισε σε οίκτο. Τρόμαξε με την ίδια της τη σκέψη. Μα ήταν δυνατόν; κι όμως ήταν. Κάτω απ’ όλους του λόγους που είχε προφασιστεί να τον παντρευτεί... ο λόγος του συναισθήματος της ήταν ο οίκτος. Τον είχε λυπηθεί η ίδια η καρδιά της, μα μόνο τώρα της το ομολογούσε. Τούτη η ομολογία, φυσικά άλλαξε αμέσως τα μάτια της, αλλά και την οπτική της, αλλά και τη στάση και συμπεριφορά της απέναντί του. Ήξερε πια την αλήθεια.
Τότε σχεδίασε τη δραπέτευσή της, ήταν αδύνατον να ζήσει πια κοντά του και μέσα στο σπίτι αυτό λουσμένη στο φως.
Ο σύζυγός της δεν κατάλαβε τίποτα, του έκρυψε τη γνώμη της, όμως είχε ξαφνικά πέσει στα μάτια της, και δεν μπορούσε πλέον να τον σηκώσει (στα μάτια της) ούτε το ακριβό του πούρο ούτε το ακριβό του κουστούμι. Γιατί ο άνθρωπος που πέφτει στα μάτια σου έχει ναυαγήσει.

Η Νιόβη, φρόντισε τον επόμενο καιρό να αισθάνεται στεναχωρημένη και θλιμμένη, μέχρι που τον ανάγκασε να τη ρωτήσει τί έχεις. Τότε, του είπε διάφορα, μισές αλήθειες μισά ψέματα. Του είπε πως είχαν ξυπνήσει κι είχε ανακαλύψει μέσα τις παιδικές ανολοκλήρωτες τάσεις που φώναζαν και τη γύρευαν ολόκληρη. Του είπε πως άλλα πράγματα θα έπρεπε να είχε κάνει και τώρα τα ήξερε και δεν ήταν αργά. Του είπε πως ένιωθε κάτι σαν κάλεσμα ελευθερίας, και πως μέσα σ’ αυτό το σπίτι κι αυτόν το γάμο... ένιωθε απελπιστικά φυλακισμένη, εγκλωβισμένη  και στοίχειωνε.  

 Ο σύζυγός της την ένιωσε και την ικέτευε ακόμα με το βλέμμα του να μείνει, σαν σκυλί την ικέτευε. Γιατί εκείνος το είχε χάσει πια το παιγνίδι και το γνώριζε, είχε δέσει τη ζωή του και τον είχε δέσει γερά. Η φυλακή του ήταν ατσάλινη. Μόνο πεθαίνοντας θα μπορούσε να βγει απ’ αυτή.

Την άλλη μέρα, η Νιόβη μάζεψε μερικά ρούχα σε μια βαλίτσα, πήρε λίγα κοσμήματα και μερικά ενθύμια, φόρεσε ένα τζιν και ένα μπλουζάκι μακό, τον κοίταξε για τελευταία φορά στα μάτια και φρόντισε να μην δείξει πως τώρα γνώριζε. Τον φίλησε στο μέτωπο στοργικά και σπλαχνικά κι έφυγε. Ναι, έφυγε.
Εκείνος ήθελε να τη φωνάξει, τι θα κάνεις; που θα πας; πως θα ζήσεις; όμως δεν είπε τίποτα, καταλάβαινε πως ήταν μάταιο, η ψυχή της το είχε αποφασίσει κι αν η καρδιά γυρίσει αποφασιστικά παίρνει και το σώμα μαζί της.

Η Νιόβη, βγήκε στο δρόμο και πήρε μια βαθιά ανάσα μετά από πολλά χρόνια. Ο καιρός ήταν υπέροχος κι ένιωθε για πρώτη φορά στη ζωή της πως ήταν να ζει χωρίς δεσμεύσεις, κι ένιωθε για πρώτη φορά στη ζωή της υπερήφανη για τον εαυτό της κι ο εαυτός της να την αγαπά και να τη συγχαίρει. Χαμογέλασε μέσα απ’ την ψυχή της κι έκανε οτοστόπ.

Την πήρε ένα φορτηγατζής. Που πάτε; τη ρώτησε.
Γυρίζω τον κόσμο, του απάντησε.
Κι εγώ μικρός ήθελα να γυρίσω όλον τον κόσμο, της είπε λυπημένος.
Εγώ ποτέ δεν μεγάλωσα, του είπε με νόημα και του έκλεισε το μάτι. Ήταν τόσο χαρούμενη που δεν άντεξε και τον φίλησε στο στόμα.
Μα τι κάνετε; είμαι παντρεμένος, της είπε.
Κι εγώ, μέχρι πριν πέντε λεπτά, του είπε.

Το ένα πουλί, το είχε σκάσει απ’ το κλουβί.
Μόνο γιατί το κλουβί δεν ήταν δικό του.
Το άλλο πουλί, έμεινε στο κλουβί.
Γιατί πουλί και κλουβί είχαν γίνει ένα.
Και δεν μπορούσε πια να αναγνωρίσει
τί σ’ αυτό ήταν πουλί και τί κλουβί.
 
 
 
 
 


27 Δεκεμβρίου 2017

Η Αγωνία της Πεταλούδας








  Κάποτε ήταν μια πεταλούδα, φυσικά μες στο κουκούλι της. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας πεταλούδας μέσα στο κουκούλι της… είναι πως, κι ένα λεπτό πριν τη μεταμόρφωσή της από κάμπια σε πεταλούδα είναι πάλι κάμπια.
 Θέλω να πω, σαφώς υπάρχει μια πεταλούδα μέσα στην κάμπια, μέσα σε κάθε κάμπια. Μάλιστα, προϋπόθεση μιας πεταλούδας είναι να υπάρξει κάμπια. Κάμπιες υπάρχουν πολλών ειδών, η ολόκλειστη κάμπια, η κλειστεί κάμπια, ακόμα κι η σφραγισμένη. Υπάρχει κι η κάμπια που το ξέρει πως κάμπια είναι κι εκείνη που το αγνοεί. Η κάμπια που το αγνοεί… ενώ γεννιέται πεταλούδα πεθαίνει κάμπια. Ζει τη ζωή της κάμπιας, και πολλές φορές, ούτε ονειρεύεται τη ζωή μιας πεταλούδας – λόγο επικινδυνότητας και φόβου των υψών

 Όμως τώρα θα φωτογραφίσουμε τον αγώνα και την προσπάθεια μιας κλασσικής πεταλούδας, επειδή το πέρασμα μιας πεταλούδας από την κατάσταση της κάμπιας… μπορεί να διαρκέσει από κάποιο καιρό έως πολλά χρόνια. Θέλω να πω, είναι μια κατάσταση ζύμωσης κι ετοιμασίας που χρειάζεται η πεταλούδα μέσα στην κάμπια. Αν μια πεταλούδα, την έγδυνες ξαφνικά απ’ το κουκούλι της κάμπιας… πολύ φοβάμαι πως θα πέθαινε, δεν θα άντεχε με μιας τόσο φως. Το φως που υπάρχει έξω απ’ το κουκούλι της κάμπιας… αργά το συνηθίζουν τα μάτια μιας πεταλούδας. Ειδάλλως, θα ήταν σαν εκείνη την άξαφνη κατάσταση, που ένας τυφλός ξαφνικά βλέπει.
 Θέλω επίσης  να πω, πως μέσα στο κουκούλι της κάμπιας, υπάρχει πάντα η πεταλούδα, όμως τυφλή, και τυφλά προσπαθεί να διαρρήξει τα τοιχώματα του κουκουλιού. Προσπαθεί, αυτό δεν σημαίνει πως μπορεί με μιας να τα καταφέρει, όσο καταφέρνει το γεύεται, και  την επόμενη στιγμή γυρίζει πίσω, στη γνωστή και ζεστή θαλπωρή του κουκουλιού. Σε άλλους κύκλους, άλλες ετοιμασίες, άλλη προσπάθεια κι άλλη άντληση δύναμης. Τελικά, αυτό το ελάχιστο πλασμάτακι που καταφέρνει να ξεφύγει από το κράτημα μιας κάμπιας… είναι όλη η μεγάλη δύναμη της πνοής.

Εκτός από μια πεταλούδα, κανείς δεν γνωρίζει τον τρομαχτικό αγώνα που λαμβάνει χώρα στα σπλάχνα μιας κάμπιας. Μια πεταλούδα ολότελα έξω από το περίβλημα της κάμπιας… γνωρίζει μόνο αυτή τον αγώνα πίσω της, και τον διακρίνει στις πεταλούδες του μέλλοντος. Ο αγώνας αυτός είναι ολότελα σπαραχτικός.

Η πεταλούδα ποθεί την ελευθερία, τινάζεται, έρχονται νύχτες που χτυπάει με τις γροθιές της τα τοιχώματα του κουκουλιού. Ο αγώνας για ελευθερία γίνεται όλος μια κραυγή κι ένας λυγμός. Η πεταλούδα, αν δεν βγει στην ελευθερία και το φως του ήλιου… δεν μπορεί να ζήσει άλλη ζωή, εκτός εκείνη της καταδίκης. Και ετούτη η καταδίκη όμοιά της δεν έχει, όχι μόνο στον πλανήτη αυτόν αλλά και σε κάθε άλλον που όντα κατοικούν.

 Η πεταλούδα, αν δεν καταφέρει να ελευθερωθεί θα σαπίσει, θα γίνει μια μούμια πεταλούδα, ένα απολίθωμα πεταλούδας κι είναι τραγικό ένα απολίθωμα πεταλούδας. Ο άλλος κίνδυνος που εγκυμονεί για μια πεταλούδα… είναι τόσο να υποφέρει στην δεσμική φυλάκιση της κάμπιας… που να ποθήσει στο τέλος μια εκτίναξη άνευ ορίων (ειδικά άνευ ορίων), με σκοπό της την προσέγγιση στον ήλιο. Φαίνεται πως υπάρχει μια ισοδυναμία ανάμεσα στον καημό και το βάσανο μιας πεταλούδας που προσπαθεί να ελευθερωθεί… σε σχέση με το πόσο μακριά θα εκτιναχθεί και πόσο κοντά τελικά θα πλησιάσει τον ήλιο. Αν τα βάσανά της είναι αρκετά, πηγαίνει κοντύτερα στον ήλιο, αν είναι μέτρια, μπορεί να αρκεστεί με λιγότερο πλησίασμα στον ήλιο. Αν όμως ποθήσει πολύ, πέφτει μέσα στον ήλιο, και τότε η πεταλούδα καίγεται και γίνεται ήλιος, το φως τη χωνεύει, την αφομοιώνει. Ενώ μπορεί, αν δεν τολμήσει να βγει απ’ το κουκούλι της, την πεταλούδα να την χωνέψει η κάμπια και το κουκούλι της· είναι τραγικό αυτό.

 Η πεταλούδα, δεν είναι καινούργιο φαινόμενο μέσα στην κάμπια. Η πεταλούδα, υπήρξε πεταλούδα, ξέρει πως είναι να είναι πεταλούδα, της είναι γνωστή η ζωή της πεταλούδας, μόνο την ξέχασε και τη θυμάται. Η πεταλούδα, ξέρει πως είναι να πετά, γιατί η πεταλούδα πετούσε, μόνο που μέσα στο περίβλημα της κάμπιας… τα φτερά της διπλώθηκαν κι έγιναν αδύναμα. Πως άλλωστε θα χωρούσε μια πεταλούδα μέσα σε μια κάμπια αν δεν δίπλωνε τα φτερά της;
Ενώ το φαινόμενο της μονόπτερης πεταλούδας είναι αρκετά τραγικό, μπορείς να πεις καλύτερα κάμπια και μόνο κάμπια… παρά μονόπτερη πεταλούδα.

Όμως η πεταλούδα τελικά θα ελευθερωθεί, είναι μοίρα της αυτή, το πεπρωμένο της, είναι η δεύτερη της ζωή ως πεταλούδα, και δεν μπορεί η δεύτερη της ζωή, που είναι εξ ορισμού και φύση να είναι ζωή πεταλούδας…να την περάσει ως ζωή κάμπιας. Είναι αυτή μεγάλη αδικία, μεγάλο ζήτημα, αλλά και μικρή ζωή.

Όμως προσωπικά πιστεύω στις πεταλούδες και γνωρίζω… πως αν μια πεταλούδα το αποφασίσει να πάρει πίσω τη ζωή της…όχι μόνο η κάμπια που δικαιωματικά της ανήκει, αλλά και χίλιες κάμπιες πίσω δεν τη κρατούν.

Τελικά, από το τίναγμα και το πέταγμα της πεταλούδας, πίσω της μένει ένα ισχνό κουφάρι, κάτι νεκρό, το κουφάρι μιας κάμπιας, που κι αυτό ακόμα, για λίγο καιρό, μπορεί να το φέρνει η πεταλούδα στη μνήμη της.

 Ομοιάζει βέβαια η κατάσταση πολύ με το θάνατο, και είναι ένας θάνατος. Υπάρχει σ’ αυτή την κατάσταση ολάκερη η αισθαντικότητα ενός θανάτου, γι’ αυτό και απαιτεί η κατάσταση τα κότσια ενός θανάτου, πόσο μάλλον, όταν αφορά το θάνατο μιας ολάκερης προηγούμενης ζωής της ίδιας της πεταλούδας ως κάμπια. Η πεταλούδα, μόνο αν βιώσει στο έπακρο το αίσθημα του θανάτου θα μπορέσει να μεταβιβαστεί στη νέα ζωή της. Κι αφού θα βιώσει και θα νικήσει το αίσθημά του θανάτου… από το φόβο του θανάτου στη νέα ζωή της θα απαλλαγεί οριστικά.

Συμβουλή: μην υποτιμάς ποτέ μια πεταλούδα που μάχεται. Δεν υπάρχει σ’ αυτήν τίποτα το βαρβαρικό, όμως μπορεί μυριάδες βαρβάρους να πολεμήσει. 




26 Δεκεμβρίου 2017

Η Συλλογιστική της Ψυχής








 ... Και λένε, πως υπάρχει κάτι εκεί ψηλά, που επιτρέπει να συμβεί μόνο το καλό για σένα - όμως εξαρτάται τί σε σένα θεωρείς εσένα.
... Και λένε, πως κάτι εκεί ψηλά, θα επιτρέψει να συμβεί, μόνο το καλύτερο για την ψυχή σου - όμως χρειάζεται κι εσύ σε σένα να γυρεύεις το καλό της ψυχής σου.

... Και λένε, πως το καλό της ψυχής σου μπορεί να διαφέρει απ’ το καλό του εγώ σου, και τότε λένε, χρειάζεται να διακρίνεις τί σε σένα είναι καλό του εγώ σου και τί καλό της ψυχής σου.

 Γιατί αυτά τα δύο λένε, συχνά δεν ταυτίζονται, και το καλό της ψυχής σου μπορεί να μην είναι καλό του εγώ σου, ενώ το καλό του εγώ σου μπορεί να μην είναι καλό της ψυχής σου. Όμως αν λέγοντας εγώ, εννοείς την ψυχή σου... μπορεί αυτά τα δύο να ταυτίζονται, και τότε το καλό του εγώ σου να είναι της ψυχής σου καλό, αφού θα αισθάνεσαι πως ψυχή είσαι πρώτα.

… Και λένε, πως αν ακολουθείς αυτόν το συλλογισμό δεν φοβάσαι, καταστρέφεις το φόβο, γιατί εσύ πνεύμα είσαι και το πνεύμα άφθαρτο είναι και δεν μπορεί να καταστραφεί και τίποτα δεν μπορεί να το βλάψει, ενώ όλο το άλλο λένε, που αντίθετα στις σκέψεις του πνεύματος σκέφτεται... είναι σώμα. Και το σώμα έχει τη δικιά του έγνοια και φροντίδα για το σώμα, και τη δικιά του αγωνία και μέριμνα, γιατί κρυώνει, πεινάει και διψά.

...Και λένε, πως αυτό που λέμε πως όλα συμβαίνουν για κάποιο λόγο, ο λόγος πάντα είναι το καλό της ψυχής μας. Και λένε, πως για το καλό του εγώ σου φροντίζεις εσύ, ενώ για το καλό της ψυχής σου φροντίζει Εκείνο, κι αν παράφροντίζεις κι αγωνιάς για το καλό του εγώ σου, αμελείς το καλό της ψυχής σου, γιατί το καλό της ψυχής σου απλά συμβαίνει, δεν το φροντίζεις εσύ αλλά συμβαίνει, αν όμως το δεις να συμβαίνει... μπορείς κι εσύ να ταχθείς και να προχωρήσεις με αυτό που συμβαίνει.

 Γιατί συχνά λένε, αυτό που θέλεις με αυτό που ήδη συμβαίνει έρχονται σε διάσταση, επειδή αυτό που θέλεις το θέλει το εγώ σου, ενώ αυτό που συμβαίνει, συμβαίνει πάντα για το καλό της ψυχής σου. Βέβαια, το κλειδί που ανοίγει αυτόν το συλλογισμό... είναι πως αυτό που συμβαίνει για το καλό της ψυχής σου... ενδέχεται να μην είναι πάντα ευχάριστο, χωρίς όμως να το αποκλείει. Κι εσύ λένε, πως είναι αδύνατον να θέλεις το μη ευχάριστο για σένα, ακόμα κι αν είναι αυτό το καλό της ψυχής σου. Έτσι, λένε, αντιστέκεσαι στο ίδιο της ψυχής σου το καλό, επειδή δεν είναι καλό του εγώ σου. Γιατί λένε, εκεί που το εγώ χάνει η ψυχή κερδίζει, και κει που η ψυχή κερδίζει το εγώ χάνει. Γι’ αυτό και λένε για την ταπείνωση, γιατί στην ταπείνωση χάνει το εγώ όμως η ψυχή ανυψώνεται.

… Και λένε, πως αν ως πνεύμα και ψυχή σκεφτείς, αλλά και πνεύμα και ψυχή είσαι, τότε δεν αισθάνεσαι κανέναν απολύτως κίνδυνο, γιατί ο κίνδυνος αν έτσι σκεφτείς εξαλείφεται. Γιατί το πνεύμα ως πνεύμα κι η ψυχή ως ψυχή, ποτέ δεν κινδυνεύουν, (πως θα μπορούσε άλλωστε?).

 Και πάντα λένε, για Εκείνο εκεί ψηλά που τα φροντίζει. Μέσα σε όλα βέβαια... λένε και το: αρκεί εσύ να το επιτρέψεις. Γιατί λένε, όσο φοβάσαι κι αγωνιάς και φροντίζεις και τρέχεις σαν λωλός για το καλό σου... ακριβώς εμποδίζεις εκείνο που σε φροντίζει να σε φροντίσει, μπαίνεις ανάμεσα σ’ εσένα κι Εκείνο λένε, και το χάνεις, κι απ’ τα μάτια σου το χάνεις και την επαφή του μαζί του χάνεις, γιατί λένε, πως δεν Το εμπιστεύεσαι. Γιατί τότε λένε, θεωρείς τον εαυτό σου ένα μικρό αδύναμο κι εγκαταλελειμμένο στη γη πλάσμα, κι όχι κάτι που Εκείνο το δημιούργησε, το νοιάζεται, το φροντίζει και το αγαπάει πάντα.

Αυτά λένε, για πράγματα που εσύ οφείλεις να κάνεις και γι' άλλα πράγματα που εσύ, απλώς χρειάζεται να βρεις τη δύναμη και να τα επιτρέψεις να συμβαίνουν και να κυλούν και να πηγαίνεις κυλιστά μαζί τους. Γιατί στο κάτω κάτω λένε, (ιδιαίτερα στο κάτω κάτω τέρμα κάτω...) ψυχή και πνεύμα είσαι, κι όταν δεν σκέφτεσαι ως ψυχή και πνεύμα, απλώς δεν είσαι και δεν ζεις κάτω κάτω τέρμα κάτω. Μα αν από κάτω κάτω τέρμα κάτω σκεφτείς... δεν υπάρχει κάτι άλλο να είσαι εκτός από ψυχή και πνεύμα. Και τότε λένε, δεν υπάρχει άλλος συλλογισμός ν' ακολουθήσεις παρά το συλλογισμό μιας ψυχής κι ενός πνεύματος.

Γιατί - δεν ξέρω αν αυτό το λένε - αλλά το εγώ μεγάλος μπελάς είναι. Και στο κάτω κάτω, φροντίζοντας και αγωνιώντας διαρκώς για το εγώ... φροντίζει κανείς για κάτι που εντέλει πεθαίνει, γιατί όσο και να φροντίσεις το εγώ... αυτό τελικά είναι το μόνο που πεθαίνει. Γιατί το άλλο μέρος σου... είτε το φροντίσεις είτε όχι δεν μπορεί να πεθάνει. Κι αφού δεν μπορεί η ψυχή να πεθάνει πως θα μπορούσε να κινδυνέψει?

… Εκείνο εκεί ψηλά λένε - είτε το πιστεύεις είτε όχι – φροντίζει μόνο για το καλό της ψυχής σου, και θα επιτρέψει σε σένα να συμβεί μόνο το καλύτερο για σένα. Ήταν, λένε, έτσι από πάντα. Κι αυτή είναι μια σκέψη ατάραχη, ψύχραιμη και θωρακισμένη, είναι μια σκέψη τριγυρισμένη από αγγέλους και εύνοια, από φροντίδα, αγάπη και προστασία θεϊκή, που εσύ, μπορείς μόνο είτε να τη δεχθείς είτε να την αποκρούεις, είτε να το επιτρέπεις είτε όχι, είτε την ύπαρξή σου να τη βλέπεις και να την αισθάνεσαι σαν ένα σκουλήκι που αν δεν το μαζέψεις σε μια γωνιά το πατούν… είτε σαν κάτι άλλο θεϊκό, που μπορεί να έχει μαζί του τού σύμπαντος τη δύναμη, την εύνοια και τη χάρη.
 Κι αυτό λένε, πως είναι μόνο δική σου υπόθεση, γιατί μόνο εσύ μπορείς να δώσεις την άδεια στο θεό να είναι μαζί σου, ή να τον τοποθετήσεις απέναντί σου.

Γιατί λένε, πως το κάθε δικαίωμα, δεν χρειάζεται να σου το δώσει κανείς, ούτε το δικαίωμα για την ευτυχία ούτε κάθε άλλο δικαίωμα. Και γιατί άλλωστε?  αφού το κάθε δικαίωμα μπορείς να το πάρεις μόνο απ’ τον εαυτό σου.

Αφού κι ο Ιησούς με σαφήνεια το υπονόησε όταν τον ρώτησαν: με ποιο δικαίωμα κάνεις όσα κάνεις;
Με σαφήνεια Δεν τους απάντησε, πως δεν χρειάζονταν την άδειά τους για να είναι ο Χριστός. 




25 Δεκεμβρίου 2017

Αόρατα Δεσμά







Σ’ εμένα δε μιλάς, δεν μου ανοίγεσαι
κι ενώ δεν μιλάς σε μένα σε κανέναν δε μιλάς
ούτε στο θεό, και ζεις μόνος σου τον μεγάλο εφιάλτη
μόνο καμιά φορά πικρά χαμογελάς, προσπαθώντας να πείσεις τη ζωή πως είναι όμορφη,
κι είναι η ίδια η ζωή σου που σε διαψεύδει.
Εμένα δεν με εμπιστεύεσαι, και δεν εμπιστεύεσαι κανέναν εξ αυτού, και ζεις έτσι χωρίς το ρίσκο μιας νέας φιλίας
και ζεις έτσι χωρίς το ρίσκο γενικά, και χωρίς το ρίσκο τίποτα δεν τολμάς, και προς τα πουθενά δεν ανοίγεσαι, και πουθενά δεν φτάνεις επειδή δεν ξεκινάς.
Κι ενώ μέσα στον κόσμο ζεις κανείς δεν σε ξέρει
ενώ με πολλούς συναναστρέφεσαι δεν μοιράζεσαι
κι ενώ κάτι σε σένα αξίζει δεν το εξαργυρώνεις
ενώ πολλά αξίζεις τα βαστάς
και την καρδιά σου με βάρη τη φορτώνεις

Σ’ εμένα δεν μιλάς, κρύβεσαι
όσο σε βλέπω τόσο προσπαθείς να μου κρυφτείς
επειδή δεν θέλεις να ξέρεις
κι ενώ να ανοίγεις χρειάζεται εσύ κλείνεσαι
και μαζί σου κλείνεις όλον τον κόσμο
έχεις τραβήξει όλη την ανθρωπότητα μέσα στο καβούκι σου
και την κουβαλάς κάτω απ’ το παλτό σου
κι όλος ο κόσμος σε πονάει και πονάς όλον τον κόσμο
κι ενώ δεν μου μιλάς εγώ ξέρω
πως ένα μαργαριτάρι αναζητάς

Εμένα δεν με ακούς
κι ενώ δεν ακούς εμένα κανέναν δεν ακούς
γιατί έχασες την εσωτερική φωνή σου
και με χαμένη την εσωτερική φωνή σου όλα τα λόγια
περνούν από πάνω σου και δεν σε βρίσκουν
δεν μπορούν να σε πετύχουν
γιατί αν δεν πετύχουν την καρδιά σου
δεν υπάρχει κάτι άλλο σε σένα να πετύχουν
κι είσαι εσύ ακριβώς που χάθηκες

Έχεις τώρα κλειστεί, και πίσω απ’ τα παντζούρια
ο ήλιος δεν σε βλέπει
το σκοτάδι σ’ απειλεί κι εξαναγκάζεσαι
μα δεν φτάνεις στα χείλη σου
κι ενώ θέλεις να το πεις άλλες λέξεις σε φτάνουν και σε παίρνουν
μα δεν σε βγάζουν έξω
κι είναι φορές που βλέπω σε σένα μόνο το παλτό σου
γιατί δεν υπάρχεις στο βλέμμα σου
μα δεν μπορεί σε μένα να μου κρυφτεί ο σταυρός σου
γιατί απ’ τον σταυρό μου σε βλέπω
όμως απ’ τη χαρά μου απουσιάζεις
κι υπάρχουν πράγματα σε σένα που δεν τα βλέπω πια
γιατί τα έχασα και δεν τα νοσταλγώ

Όμως σ’ εμένα δε μιλάς
ενώ αν μιλούσες σε μένα θα μιλούσες σε όλη την ανθρωπότητα
θα μιλούσες δημόσια 
γιατί όλη η ανθρωπότητα ένας άνθρωπος είναι
κι αν εμένα εμπιστευτείς τους έχεις εμπιστευτεί όλους
αν εμένα αρνηθείς όλους τους αρνείσαι
γιατί αν αγαπούσες εμένα, θα αγαπούσες όλη τη ζωή κι όλα τα σύμπαντα
για αν ήσουνα τώρα εδώ μαζί μου, θα ήσουν μαζί μου σε όλες τις εποχές, του παρελθόντος και του μέλλοντος 
κι αν έπιανες το δικό μου χέρι, θα είχες πιάσει τα χέρια όλων των ανθρώπων, ζωντανών και νεκρών
χωρίς να έχει σημασία ποιος εγώ είμαι
επειδή όλοι μας είμαστε της ανθρωπότητας παιδιά και εκπρόσωποι
κι εσύ μας κουβαλάς κάτω απ’ το παλτό σου κλειστούς
επειδή έχεις εσύ κλειστεί, και μ’ εσένα κλειστό
εμείς δεν μπορούμε να σου ανοιχθούμε.



Η Δίψα

Δεν ξέρω καλή μου, δεν ξέρω, αλλάζω βαθιά Περπατώ πλέον πάνω σε τριγμούς σταφυλιών Νέοι κόσμοι μου αποκαλύπτονται διαρ...