Το Τίμημα της Ελευθερίας







Η Νιόβη δεν ήταν ευτυχισμένη μέσα στο γάμο της, ούτε μέσα στο παλάτι της κι είχε κουραστεί να ξεγελά τον εαυτό της. Θα πρέπει σίγουρα να υπήρχε και κάτι άλλο στη ζωή, όχι αυτό μόνο· η σκέψη συχνά την απασχολούσε.
 Τελευταία, η ζωή της δεν της έδινε σχεδόν καμία ευχαρίστηση κι ένιωθε άδεια· μια νύχτα, παραδέχτηκε και είπε, το ομολόγησε στον εαυτό της πως ήταν δυστυχισμένη. Μόλις το ομολόγησε, η σκέψη της έτρεξε πίσω, έτρεξε δύο χρόνια πίσω, δύο χρόνια πάλευε με αυτή την ομολογία, όμως τώρα είχε φτάσει στα χείλη της κι ένιωσε ένα αίσθημα ανακούφισης που άγγιζε τη λύτρωση, το μόνο λυτρωτικό αίσθημα εδώ και καιρό και παραδέχτηκε, πως δυστυχία ομολογούμενη σχεδόν ουκ εστί δυστυχία. Γιατί είχε συνειδητοποιήσει, πως η αληθινή δυστυχία, είναι η μη ομολογούμενη, όμως η ομολογούμενη είναι λύτρωση, είναι κάθαρση.

 Ένιωσε εκείνη τη νύχτα να χάνεται μια πάλη μέσα της, μία εσωτερική πάλη και συνειδητοποίησε, πως αυτό ήταν σχεδόν ευτυχία, δικιά της εσωτερική ευτυχία, ή τουλάχιστον, από κει που την έφτανε το αίσθημα της ομολογίας της δυστυχίας της... ήταν πάνω από την πηγή της ευτυχίας, Γιατί ένιωσε για πρώτη φορά στη ζωή της πλήρης, ακόμα και πλήρης από δυστυχία, όμως πλήρης. Να τί ήταν η ευτυχία λοιπόν: πληρότητα.

 Την επόμενη μέρα ξύπνησε με άλλα μάτια και κοίταξε γύρω της, ήταν σαν να ξυπνούσε από έναν χρόνιο εφιάλτη. Τότε κατάλαβε, πως χρόνια τώρα, δεν έκανε τίποτα άλλο στη ζωή της, απ’ το να χτίζει γύρω της τη φυλακή της και τρόμαξε. Μια φυλακή πολυτελείας, μια γυαλιστερή, όμως φυλακή. Τότε συνειδητοποίησε τα κίνητρα της. Όχι, δεν είχε αγαπήσει ποτέ τον άντρα της, δεν τον είχε καν ποτέ ερωτευτεί, είχε καταφέρει να ξεγελάσει και σε αυτό το ζήτημα τον εαυτό της.       Καμιά φορά έλεγε μέσα της, πως ήταν γοητευτικός, και ήταν, όμως αυτό δεν αρκούσε, γιατί την είχαν γοητέψει σ’ εκείνον στοιχεία κίβδηλα. Την είχε γοητέψει η οικονομική του επιφάνεια, η εξουσία κι η δύναμη που αντλούσε και ασκούσε μέσα από ένα κύρος υποταγής προς τους άλλους. Όμως ποιος ήταν στ’ αλήθεια ο άντρας της; Κράτησε την ερώτηση για λίγο στο μυαλό της και της έφτασε ένα αίσθημα λύπης, ένιωσε να τον λυπάται. Τον δυνατό άντρα της με τη μεγάλη οικονομική εξουσία, μα να τον λυπάται, κι όταν το κατανόησε και τον κατάλαβε καλά... πόσο τρομαγμένο παιδί της ανθρωπότητας ήταν, πόσο πλανεμένο και θλιμμένο... η λύπη της γύρισε σε οίκτο. Τρόμαξε με την ίδια της τη σκέψη. Μα ήταν δυνατόν; κι όμως ήταν. Κάτω απ’ όλους του λόγους που είχε προφασιστεί να τον παντρευτεί... ο λόγος του συναισθήματος της ήταν ο οίκτος. Τον είχε λυπηθεί η ίδια η καρδιά της, μα μόνο τώρα της το ομολογούσε. Τούτη η ομολογία, φυσικά άλλαξε αμέσως τα μάτια της, αλλά και την οπτική της, αλλά και τη στάση και συμπεριφορά της απέναντί του. Ήξερε πια την αλήθεια.
Τότε σχεδίασε τη δραπέτευσή της, ήταν αδύνατον να ζήσει πια κοντά του και μέσα στο σπίτι αυτό λουσμένη στο φως.
Ο σύζυγός της δεν κατάλαβε τίποτα, του έκρυψε τη γνώμη της, όμως είχε ξαφνικά πέσει στα μάτια της, και δεν μπορούσε πλέον να τον σηκώσει (στα μάτια της) ούτε το ακριβό του πούρο ούτε το ακριβό του κουστούμι. Γιατί ο άνθρωπος που πέφτει στα μάτια σου έχει ναυαγήσει.

Η Νιόβη, φρόντισε τον επόμενο καιρό να αισθάνεται στεναχωρημένη και θλιμμένη, μέχρι που τον ανάγκασε να τη ρωτήσει τί έχεις. Τότε, του είπε διάφορα, μισές αλήθειες μισά ψέματα. Του είπε πως είχαν ξυπνήσει κι είχε ανακαλύψει μέσα τις παιδικές ανολοκλήρωτες τάσεις που φώναζαν και τη γύρευαν ολόκληρη. Του είπε πως άλλα πράγματα θα έπρεπε να είχε κάνει και τώρα τα ήξερε και δεν ήταν αργά. Του είπε πως ένιωθε κάτι σαν κάλεσμα ελευθερίας, και πως μέσα σ’ αυτό το σπίτι κι αυτόν το γάμο... ένιωθε απελπιστικά φυλακισμένη, εγκλωβισμένη  και στοίχειωνε.  

 Ο σύζυγός της την ένιωσε και την ικέτευε ακόμα με το βλέμμα του να μείνει, σαν σκυλί την ικέτευε. Γιατί εκείνος το είχε χάσει πια το παιγνίδι και το γνώριζε, είχε δέσει τη ζωή του και τον είχε δέσει γερά. Η φυλακή του ήταν ατσάλινη. Μόνο πεθαίνοντας θα μπορούσε να βγει απ’ αυτή.

Την άλλη μέρα, η Νιόβη μάζεψε μερικά ρούχα σε μια βαλίτσα, πήρε λίγα κοσμήματα και μερικά ενθύμια, φόρεσε ένα τζιν και ένα μπλουζάκι μακό, τον κοίταξε για τελευταία φορά στα μάτια και φρόντισε να μην δείξει πως τώρα γνώριζε. Τον φίλησε στο μέτωπο στοργικά και σπλαχνικά κι έφυγε. Ναι, έφυγε.
Εκείνος ήθελε να τη φωνάξει, τι θα κάνεις; που θα πας; πως θα ζήσεις; όμως δεν είπε τίποτα, καταλάβαινε πως ήταν μάταιο, η ψυχή της το είχε αποφασίσει κι αν η καρδιά γυρίσει αποφασιστικά παίρνει και το σώμα μαζί της.

Η Νιόβη, βγήκε στο δρόμο και πήρε μια βαθιά ανάσα μετά από πολλά χρόνια. Ο καιρός ήταν υπέροχος κι ένιωθε για πρώτη φορά στη ζωή της πως ήταν να ζει χωρίς δεσμεύσεις, κι ένιωθε για πρώτη φορά στη ζωή της υπερήφανη για τον εαυτό της κι ο εαυτός της να την αγαπά και να τη συγχαίρει. Χαμογέλασε μέσα απ’ την ψυχή της κι έκανε οτοστόπ.

Την πήρε ένα φορτηγατζής. Που πάτε; τη ρώτησε.
Γυρίζω τον κόσμο, του απάντησε.
Κι εγώ μικρός ήθελα να γυρίσω όλον τον κόσμο, της είπε λυπημένος.
Εγώ ποτέ δεν μεγάλωσα, του είπε με νόημα και του έκλεισε το μάτι. Ήταν τόσο χαρούμενη που δεν άντεξε και τον φίλησε στο στόμα.
Μα τι κάνετε; είμαι παντρεμένος, της είπε.
Κι εγώ, μέχρι πριν πέντε λεπτά, του είπε.

Το ένα πουλί, το είχε σκάσει απ’ το κλουβί.
Μόνο γιατί το κλουβί δεν ήταν δικό του.
Το άλλο πουλί, έμεινε στο κλουβί.
Γιατί πουλί και κλουβί είχαν γίνει ένα.
Και δεν μπορούσε πια να αναγνωρίσει
τί σ’ αυτό ήταν πουλί και τί κλουβί.
 
 
 
 
 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Παιδί του Ουρανού

Ο Αρραβώνας της σιωπής

Η Τέχνη του Αποχωρισμού