Η Ζωή και το Αχ της









 Είχα καιρό να βγω στον κόσμο· δεν έχασα τίποτα στο μεταξύ, είναι όπως τον άφησα.
Ένας έφορος κρεμασμένος στη σκέψη του, εκατό φορολογούμενοι κρεμασμένοι στη σκέψη τους, ανάμεσά τους η υστερία κι η μηδενική κατανόηση, ανάμεσά τους η γέφυρα της επικοινωνίας γκρεμισμένη. Δέκα γυναίκες να τρέμουν τα χέρια τους - δέκα άντρες να τρέμουν τα πόδια τους κι οι υπόλοιποι νεκροί.
 Ένας αστός γέρος καθισμένος δίπλα μου αναρωτιέται φωναχτά: τι θέλω εγώ εδώ ογδόντα χρονών άνθρωπος; Δεν υπάρχει για σένα τώρα πια άλλη γνωστή ζωή, του λέω,
στο σπίτι σου και τη μοναξιά σου θα είναι χειρότερα, εκεί θα σου ορμήσουν οι σκέψεις σου, τα κρίματα, οι ενοχές σου κι όσα άφησες πίσω σου και δεν τα παλεύεις. Μείνε εδώ, μέσα σ’ αυτό το βουητό που σκοτώνει την καθαρή σκέψη, εδώ είναι σαν ένα μικρό μαύρο πέλαγος, ωστόσο γνωστό, μην αναρωτιέσαι λοιπόν τι θέλεις εσύ εδώ,  γιατί είναι το μόνο μέρος που θα μπορούσες να είσαι. Τώρα πια τη γαλήνη και την ησυχία τα απέκλεισες, τα έκλεισες έξω σου, η ανησυχία είναι ό,τι σε σώζει, τώρα πια πάρε δώσε μόνο με τα λυσσασμένα σκυλιά.

 Μια γυναίκα δίπλα μου να τρέμει, τόσο να αισθάνεται το πρόβλημά της ως το κόκαλο. Τα μάτια της βουλιαγμένα μέσα στην υπόθεσή της, δεν θα μπορούσες να την τραβήξεις από κει ούτε με σωτήρια λέμβο, ούτε με ναυαγοσώστη, ούτε με καμία άλλη γνωστή σωτηρία. Και να ορκίζεται πως τούτο με την εφορία είναι το πρόβλημά της κι όχι αυτό που νιώθει. Όμως το πρόβλημά της με την εφορία το νιώθει, κατάπιε μια ολόκληρη εφορία, το δάνειό της την απειλεί να τη σκοτώσει, όμως εγώ, υποψιάζομαι πως όλοι οι φορολογούμενοι χρωστούμε στον θεό.

 Χρωστούμε στη ζωή μας και στις μέρες μας. Και κάθομαι σε μια γωνιά μόνος, σιωπηλός, ήρεμος, σαν να μην χάνω ευκαιρία πανικού για να βρίσκω τη γαλήνη, κι οραματίζομαι την εφορία ως έναν ναό, έναν ναό του χρήματος, και βλέπω τους εφοριακούς για ιερείς, και για δημιουργό τούτης της θρησκείας το κράτος.
 Και οι πιστοί, με τον ίδιο φόβο που προσέρχονται στην εκκλησία να προσέρχονται, ίσως ακόμα και με κάποια πίστη απειλής· ένα μετά φόβου θεού κι άλλο ένα μετά φόβου κράτους, ενώ δεν διαχωρίζω τη νοητή γραμμή, κι εντέλει τί να πρωτοφοβηθεί κανείς και τί να κάνει με τον φόβο που του περισσεύει; να τον ξοδέψει σ’ έναν έρωτα, στην υγεία, ή να τον κρατά στο τσεπάκι καλού κακού.

Όχι, πρόκειται για μια μεγάλη παρεξήγηση, αυτό που εκεί μέσα ζω δεν είναι αληθινό, και δεν υπάρχει ένα μανουάλι να ανάψω ένα κερί να προσευχηθώ, να μου λυθεί η απορία. Και δεν υπάρχουν ούτε εικόνες σ’ αυτόν τον ναό, αν και θα ορκιζόσουν, πως όλοι είναι πεσμένοι στα γόνατα και προσκυνούν. Μόνο κάτι πινακίδες υπάρχουν με βέλη που μιλούν για κάποια έξοδο, αλλά ακόμα κι αν βγεις από τούτο το κτήριο, απέχει πολύ ώστε να έχεις βρει την έξοδο.

Ο γέροντας, ογδόντα χρόνων έφτασε και την απάντηση δεν την βρήκε τί κάνει εδώ, αλλά κι άλλοι πολλοί ακολουθούν που την απάντηση δεν την έχουν, όχι τί κάνουν εκεί στην εφορία, αλλά εδώ στη ζωή τί κάνουν.

Κάποια φορά έχω ένα αίσθημα πως γλίτωσα, όμως δεν μου είναι διευκρινισμένο το από πού, υποθέτω απ’ τον εαυτό μου. Όμως κι από τον εαυτό του να γλιτώσει κανείς... πάντα υπάρχει ένας εφιάλτης που τους εαυτούς συνοδεύει. Γλίτωσα απ’ τον εαυτό μου, όχι όμως κι απ’ τον εφιάλτη του.

Όμως σε μια γωνιά της εφορίας υπήρχε ένας άλλος κόσμος. Εκεί, εξυπηρετούσε τον κόσμο μια νεαρή όμορφη γυναίκα, προφανώς ερωτευμένη, ήταν γεμάτη στωικότητα και καλοσύνη, ο έρωτας από την ψυχή της κυλούσε στο πάτωμα, τα διακριτικά βαμμένα χείλη της, η έξαψη που χαρίζει ο έρωτας, οι γάμπες της οι τορνευτές, το υπομονετικό χαμόγελο, ή ίδια της η γλύκα που έρεε, είχε καταφέρει να εξημερώσει έναν όροφο. Εκεί, σαν να άκουσα μερικούς ανθρώπους να κελαηδούν, χωρίς να ξέρουν που οφείλονταν. Δεν ήταν τίποτα άλλο από λίγο άρωμα στον λαιμό της και περισσότερο άρωμα στα μάτια της.

 Αυτή κι εμένα με έσωσε, απ’ αυτήν κρατήθηκα, σ’ αυτήν ανάβω το κερί. Λίγος άγγελος μέσα στην κόλαση, μα τη μισή περίπου κόλαση την κατάστρεψε, τόσο αδηφάγο χτήνος η ομορφιά, που μια σταγόνα αν ρίξεις σε ένα πέλαγος ασχήμιας… όλο το υπονομεύει και το διαβρώνει. Γιατί η ομορφιά θέλει να κατακτήσει και να κυριεύσει. 

 Γι΄αυτό λέω: πρόσεξε τί τονίζεις! Αν βρεθείς ποτέ σ' ένα πέλαγος ασχήμιας και διακρίνεις μια σταγόνα ομορφιάς... εκεί ρίξε το βλέμμα σου, και κοίταζέ την έκθαμβος μέχρι ολόκληρο να σε κερδίσει. Και την καρδιά σου, και τη ψυχή σου, και το νου σου! 

 Τόνιζε την ομορφιά, όπου τη βρεις, όπου τη συναντήσεις, άλλη ελπίδα δεν υπάρχει, άλλος αγώνας δεν αξίζει περισσότερο.

Μια μέρα θα γεμίσω ένα καράβι συμπόνια και θα πάω να την αδειάσω όλη μέσα στο πέλαγος. 



Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Αόρατος Νόμος

Μια Άδικη Μέρα