Αθέατη Ομορφιά





  
 Είμαι στο λεωφορείο. Μεγάλο στρίμωγμα. Όμως δεν δυσανασχετώ, μέσα μου έχω ευρυχωρία.
Είμαι όρθιος. Κάτω από μένα, καθισμένη μια γυναίκα, δεν με βλέπει, εγώ την παρατηρώ. Είναι μια καλλονή, έχει σηκώσει διακριτικά τη μπλούζα της κι απ’ το στήθος της βυζαίνει ένα πανέμορφο κατάξανθο αγγελούδι, ένα βρέφος.
 Το μωρό έχει αποκοιμηθεί στον μαστό της, ανάμεσα σε χνουδωτό πουλόβερ, αφράτο σάλι, τη μυρουδιά της μητέρας του και το γάλα το πρώτο.
 Η εικόνα με συγκλονίζει. Μια καθαρά ανθρώπινη, μεγαλειώδεις στιγμή μέσα στο χάος. Μια βαθύτατη στιγμή μέσα στην αλλοπρόσαλλη επιφάνεια του λεωφορείου. Η γυναίκα δεν μου μοιάζει για Ελληνίδα, έχει κάτι το ρώσικο ή κάτι το σλαβικό. Η μορφή της έχει κάτι το πολύ δυνατό, τα μάτια της είναι υγρά και φωτεινά, γεμάτα ζωή. Μου μοιάζει γυναίκα βόρεια, μιας κάποιας στέπας, μιας άλλης αυτοκρατορίας.
Το λεωφορείο πηγαίνει, όλοι πηγαίνουμε, όμως μια μικρή βασίλισσα ανάμεσά μας βρίσκεται στον παράδεισο, στη μακαριότητα.

 Το λεωφορείο φτάνει στο σταθμό. Κατεβαίνω και πίσω μου κατεβαίνει η γυναίκα. Ένας νέος την περιμένει με ένα καροτσάκι για το παιδί. Πηγαίνει προς εκείνον με μεγάλα ανυπόμονα βήματα, τον αγκαλιάζει και τον φιλά στο στόμα. Τους χαίρομαι μυστικά. Τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί, σκέφτομαι, σε ένα τέτοιο απίστευτο, μαγικό τρίο της ζωής. Εκείνη, αυτός και η μικρή βασίλισσα. Τίποτα δεν μπορεί να το χαλάσει αυτό, τίποτα δεν μπορεί να το νικήσει, τίποτα να του αντισταθεί. Ετούτο το ξεκίνημα της ζωής τους, με τις γερές βάσεις, της υγείας πρώτα της ψυχής τους, και μετά το σμίξιμό τους, και η μικρή βασίλισσα ανάμεσά τους να μεγαλώνει μαζί τους.
 Είναι η ζωή έτσι πλασμένη από τον δημιουργό, που αυτή η τριάδα, η αγία τριάδα, αυτός, αυτή και το παιδί…θα περάσουν πάνω απ’ όλα, θα τα καταφέρουν όλα, θα τα ζητήσουν όλα, θα τα κερδίσουν όλα. Με τον έρωτα για πανί, με την αγάπη για βεβαιότητα, με τη μικρή να σιγοντάρει στα δύσκολα.

 Σηκώνω τους γιακάδες του παλτού, ανάβω τσιγάρο κι απομακρύνομαι. Εγώ μιας άλλης μοίρας άνθρωπος που και τη δικιά μου τη μοίρα δεν την κλαίω, την ευτυχία δεν την μισεύω, ξέρω να την αναγνωρίζω και τη θαυμάζω, κι εκστασιάζομαι μαζί με τους ευτυχισμένους, κι όπου διακρίνω το δέος μαζί του ανυψώνομαι. Κι όπου δω την καθαρή καρδιά και την ανθρωπιά γονατίζω, κι αντλώ πίστη κι ελπίδα. Μέσα στο απέραντο νεκροταφείο… οσμίζομαι την ανάσταση. Μέσα στην έρημο το βλέμμα μου πέφτει στα λουλούδια.

Κι εκεί που μου λένε τελείωσαν πια όλα… απαντώ καιρός τότε για μια νέα αρχή.
Γιατί τα δικά μας βλέπουμε στους άλλους, και μένα η ομορφιά δεν μπορεί να μου κρυφτεί. 



Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Η Μαθητεία

Οι Μπλε Άνθρωποι