Ο Μοναχικός







 Τον συναντούσα πάντα σε παράξενα μέρη κι ήταν συνήθως μοναχικός, κάπνιζε αργά πού και πού ένα τσιγάρο κι εκεί που υπήρχε μαζεμένος κόσμος... έστεκε κάπως απόμερα και τους χάζευε, θα έλεγες πως το χαίρονταν. Όμως δεν πήγαινε κοντά τους, κοντά στους ανθρώπους εννοώ, ακόμα κι όταν πήγαινε κοντά τους υπήρχε μια απόσταση απ’ αυτούς, ακόμα κι όταν τους έπιανε το χέρι σε μια σφιχτή χειραψία... η ψυχή του πάντα δεν έδινε την αμέριστη συμπαράστασή της.
Κάτι κρατούσε πάντα πίσω, το ίδιο εκείνο που τον κρατούσε.

 Μια νύχτα - κατά το σούρουπο ήταν - δεν άντεξα στον πειρασμό και τον πλησίασα. "Τι κάνεις εκεί;" τον ρώτησα. Εκείνος κοίταξε παντού. "Εκεί, εκεί τι κάνεις!" του είπα. "Που εκεί; α, εδώ", είπε. "Εδώ περιμένω την καρδιά μου", συμπλήρωσε.
"Περιμένεις την καρδιά σου;" αναρωτήθηκα, "τί είναι; μήπως είναι ένα λεωφορείο;"
Με κοίταξε με απορία. "Καιρός είναι τώρα να μου πεις πως δεν ξέρεις πως η καρδιά μας σε εμάς έρχεται".
"Έρχεται σ’ εμάς η καρδιά μας;" αναρωτήθηκα φωναχτά. "Από που τάχα; μήπως από πέρα; μήπως η καρδιά μας είναι ένα σκυλί που του έχουμε πετάξει ένα μπαλάκι και μας το φέρνει πίσω στα σαγόνια της;"
"Κάπως έτσι, η καρδιά μας έρχεται σ’ εμάς από πέρα, από μέσα, από πίσω, απ’ το παρελθόν και το μέλλον, από κάθε σημείο του σύμπαντος επιστρέφει σ' εμάς, δε το γνώριζες αυτό τάχα;"
"Όχι, πως θέλεις να το γνωρίζω; η δικιά μου καρδιά υπήρξε πάντα στον τόπο της".
"Λες ψέματα, της καρδιάς ο τόπος είναι παντού".
Παράξενος τύπος, άναψε ακόμα ένα τσιγάρο, με κέρασε και μένα.
Τον κοίταξα καλύτερα τώρα που είχε ανάψει μια λάμπα του δήμου, ήσυχος άνθρωπος, ειρηνικός μου φάνηκε.
"Ώστε περιμένεις την καρδιά σου εδώ", είπα και φρόντισα να φανώ κάπως αδιάφορος, ενώ μ' έκαιγε ν’ ακούσω την απάντησή του.
Εκείνος το κατάλαβε κι είπε: "περιμένω την καρδιά μου να μου μιλήσει, για να πάρω το δρόμο, δεν το γνώριζες τάχα πως πίσω από την καρδιά μας προχωρούμε; Αν δεν προχωρούμε πίσω απ’ την καρδιά μας... τότε προχωρούμε μπροστά της και την αφήνουμε πίσω μας, ξέρεις πόσο πόνο κρύβει αυτό;" έκανα πως δεν καταλάβαινα.
"Αν περίμενα εγώ την καρδιά μου", του είπα, "θα είχα πεθάνει τώρα της πείνας".
Με κοίταξε και τρόμαξα, προσπάθησα όμως να το κρύψω, γιατί με κοίταζε μ’ έναν τρόπο να διαπιστώσει αν είμαι ζωντανός. Τότε, αυθόρμητα μου ξέφυγε και του είπα: "τσίμπησέ με!"
Χαμογέλασε. Ένα φως πλημμύρισε τη μορφή του. Η νύχτα είχε πέσει για τα καλά πλέον, όχι όμως στα μάτια του, εκείνα έλαμπαν δραστικά και γεμάτα φως. Ένιωσα έναν φόβο, σαν να με κοίταζε βαθιά, ως τα τρίσβαθα της ψυχής μου. Ποιος θα το άντεχε αυτό; δικαίως φοβήθηκα.
Μόνο για να πω κάτι είπα: "εσύ, μα εσύ είσαι ένας ολομόναχος!"
Γέλασε. "Βρίσκεις κάτι κακό σ’ αυτό;" είπε.
"Τί, να είσαι ένας ολομόναχος! μα αυτό είναι τρομαχτικό!"
"Όχι και τόσο, άλλωστε είσαι κι εσύ εδώ. Και τα δέντρα, και κείνα τα παιδιά που δεν μαζεύτηκαν ακόμα σπίτι τους και παίζουν στο πάρκο, κι εκείνη η γυναίκα η θλιμμένη που τώρα περνάει απέναντι απ’ το δρόμο συγκρατώντας τα δάκρυά της".
"Πως το ξέρεις πως συγκρατεί τα δάκρυά της;"
"Α, αγαπητέ μου, αυτά είναι ολοφάνερα σ’ έναν ολομόναχο".
"Δεν θέλω να μείνω ολομόναχος", μουρμούρισα.
"Γιατί; όμορφα είναι".
"Και πως ζει ένας ολομόναχος;"
"Στιγμή τη στιγμή, μέρα με τη μέρα, όπως θέλει ζει. Και μετά, υπάρχει ο μοναχός που το θέλει και το χρειάζεται κι ο μοναχός που το επιλέγει, αλλά κι ο μοναχός που χάνει τη μοναξιά του, ακόμα κι ο μοναχός που γιατρεύει τον εαυτό του, δεν είναι πάντα τόσο σκληρά αυτά όσο ακούγονται. Αντλούν πολλές γλύκες οι μοναχικοί απ’ τον εαυτό τους, μην τους λυπάσαι πάντα και μην τους θεωρείς αρρώστους".
Εγώ πάλι είπα: "ώστε περιμένεις την καρδιά σου λοιπόν…".
"Ναι, μα γιατί σου μοιάζουν παράξενα όλα τα φυσιολογικά;"
"Το λες εσύ αυτό φυσιολογικό; να ρωτάς έναν άνθρωπο τί κάνεις εδώ και να σου απαντά περιμένω την καρδιά μου; μα είναι η πιο παράξενη απάντηση, δε νομίζεις;"
"Όχι αγαπητέ μου, διόλου δεν το νομίζω, αν αντί να μιλούμε σκέψη με σκέψη μιλούσαμε καρδιά με καρδιά θα έβλεπες και θα καταλάβεις, πως σου μιλώ την πιο απλή ξεκάθαρη γλώσσα, κατανοητή από κάθε άνθρωπο πάνω στη γης. Και σου φαίνεται εσένα, στη σκέψη σου, τόσο παράξενο που απαντώ περιμένω την καρδιά μου. Η καρδιά μας μάς παίρνει μαζί της, μας χαρίζει υπέροχες συγκινήσεις, κανείς άνθρωπος ποτέ δεν πέταξε σαν πουλί εκτός κι αν παραδόθηκε και το έκανε η καρδιά του, κανείς άνθρωπος δεν απελευθερώθηκε ποτέ με άλλο τρόπο, γιατί δεν υπάρχει ο άλλος τρόπος. Περιμένεις την καρδιά σου με υπομονή κι αυτή ανοίγει, μ’ ένα τρόπο αργό, παράξενο. Μ’ έναν τρόπο όπως ψηλώνει ένα παιδί, όπως μεγαλώνουν τα νύχια σου και τα μαλλιά σου, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο ανοίγει η καρδιά και χρειάζεται τη σιωπή για αυτό. Μήπως τώρα με νιώθεις λιγάκι καλύτερα;"
"Μέσα σ’ αυτή την ταραγμένη πόλη, είπα, δεν περίμενα να συναντήσω έναν άνθρωπο σαν εσένα".
"Χαμογέλασε και με κοίταξε ζεστά στα μάτια, δεν σου είμαι τόσο γνωστός", είπε.
"Όχι τόσο", παραδέχτηκα.
"Δεν ξέρεις αρκετά, είπε, ούτε για τις πόλεις ούτε για τις καρδιές, όμως μια μέρα θα μάθεις, τότε που θα τεντώσεις πολύ το σχοινί κι η καρδιά σου θα σε τραβήξει πίσω. Γιατί αυτή την πόλη, τη νιώθεις πως είναι νοσταλγική; αισθάνεσαι τη μαγεία της; βλέπεις αυτά τα μεγάλα πορτοκαλιά φώτα τώρα τη νύχτα, μαγεύεσαι απ’ τον όμορφο στολισμό της; εγώ, είπε, ξέρω όλους του ζητιάνους της, τους ξέρω όλους με τα μικρά τους ονόματα, έχω σφίξει όλων το χέρι, έχω βρει ανάμεσα σ’ εμένα κι αυτούς μεγάλες ομοιότητες. Κι εσύ, μου είπε, δεν ξέρεις ακόμα πόσο μου μοιάζεις. Σ’ αυτή την πόλη, είπε, μέσα από την καρδιά του, με καταλαβαίνει κάθε άνθρωπος, κάθε γάτα και κάθε σκυλί".
Αυτά είπε και κίνησε να φύγει. "Στάσου, που πας;" του φώναξα.
"Φεύγω είπε, η καρδιά μου είπε τώρα φύγε, κι άφησέ τον να γυρίζει στην μοναξιά του".
"Φοβάμαι λίγο, είπα, μείνε λιγάκι ακόμα", κι ένιωσα μια παρόρμηση να τον αγκαλιάσω.
Αγκάλιαζα έναν άγνωστο, δεν ήμουν πια εγώ.
Ήμουν όμως εγώ.



Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Ο Αρραβώνας της σιωπής

Η Μαθητεία