Υπερηφάνεια & Ταπεινότητα







Ήταν περήφανη γυναίκα, σπάνια λύγιζε
κι ομορφιάς ασυλλόγιστης
να ζητήσει βοήθεια ούτε λόγος
προτιμούσε να υπομένει μόνη της
και τα κατάφερνε έτσι στη ζωή που να μην έχει ποτέ ανάγκη
γιατί την ανάγκη την έτρεμε
δεν ήξερε πως να τη διαχειριστεί
όμως να έχουν την ανάγκη της αυτό το είχε νιώσει
να στέκει από ψηλά και να ελεεί

Όμως ο καιρός γύρισε κι αυτό που όσο τίποτα άλλο φοβόνταν...
τη βρήκε
και τη γονάτισε·
μια νύχτα απελπισμένη και μέσα στην απόγνωσή της...
κίνησε μες στο κρύο και χτύπησε μια πόρτα
ενώ τα πόδια της έτρεμαν
και τη βοήθησε ο άνθρωπος, απλώς τη βοήθησε
μ’ έκπληξη για εκείνη

Όμως κάτι από ψηλά διαρκώς την πίεζε να χαμηλώσει κι άλλο
να ταπεινωθεί, να ταπεινωθεί
κάτι μέσα της έσπασε κι έγινε χίλια κομμάτια - ένας καθρέφτης
κι όρμησε τότε το φως σαν εισβολέας

Δεν έκανε τίποτα άλλο από τότε
παρά ενάντια στον εαυτό της να φέρεται
και να κατεβαίνει ν' αγγίζει τη φωτιά
και εκεί που όλους τους υποτιμούσε…
άρχισε να υποτιμά τον εαυτό της
κι εκεί που όλους τους μείωνε
άρχισε να μειώνει τον εαυτό της
σχεδόν το εγώ της το εξαφάνισε

Και τότε της έφτασε μια χαρά αλλιώτικη
μια ευτυχία διαφορετική
ανακάλυψε μέσα της το γύρισμα και την αντιστροφή
όλων των ενεργειών
έμαθε συνειδητά να ταπεινώνεται
και κανείς δεν μπορούσε πια να τη μειώσει

Κι εξυψώθηκε έτσι σχεδόν μέχρι την αγιοσύνη
η φουρτούνα της έλαμψε
η χάρη της τής αποδόθηκε
η καρδιά της έγινε ένας κρύσταλλος
το σώμα της πλημμύρισε φως - η γαλήνη την κυρίευσε
όπως άλλον τον κυριεύει ο θυμός
Κι ησύχασε, ηρέμησε, και βούλιαξε μέσα σ’ έναν θείο έρωτα

Αυτή η περήφανη, η αλύγιστη, η σκληρή
τώρα τις νύχτες γονάτιζε από δέος
κι έπλενε τα πόδια του εραστή της.









Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Παιδί του Ουρανού

Ο Αρραβώνας της σιωπής

Η Τέχνη του Αποχωρισμού