Περίπτωση Δύο

 
 
Η Ιζαμπέλ πάντα ήταν παράξενο κορίτσι
είχε ένα χαρακτηριστικό στον χαρακτήρα της να μιλά στην ευθεία
όταν γνώρισε τον Τ. η γνωριμία τους υπήρξε μοναδική στους διαλόγους της
εκείνη τον κοίταξε μ' εκείνο το βλέμμα της το γεμάτο νόημα
και του είπε
θέλω να με γιατρέψεις
 
Δεν την κατάλαβε.
 
Έρχομαι μαζί σου γιατί θέλω να με γιατρέψεις, του είπε
με τα φιλιά σου, τα χάδια σου, τον έρωτά σου, την αγκαλιά σου, τη συντροφιά σου, με όλα όσα είσαι.
Την κοίταξε σχεδόν έκπληκτος, δεν συνήθιζε να μιλά γι' αυτά ο κόσμος, δεν ξέρω αν το μπορώ, της είπε διστακτικά.
Να φιλάς ξέρεις, του είπε εκείνη, να αγκαλιάζεις γίνεται μόνο του, να μου κάνεις έρωτα, για να με κοιτάζεις έτσι, θα με θέλεις,
όσο για την αγάπη θα σε μάθω εγώ ν' αγαπάς

Τον κοίταζε, με κείνα τα μάτια της τα γεμάτα νόημα.

Μόνο εσύ μπορείς να με γιατρέψεις, του είπε, δεν μπορώ να γιατρευτώ μόνη μου, μόνη μου θα πεθάνω, θέλεις να πεθάνω;
Όχι, προς θεού όχι, δεν θέλω κάτι τέτοιο, είπε εκείνος βιαστικά.
Τότε τι περιμένεις, γιάτρεψέ με, του είπε

Δεν ξέρω πως.

'Έλα κοντά μου (εκείνος πήγε, σ' ένα τραπεζάκι καθόντουσαν, εκείνος σε μια καρέκλα κι εκείνη σ' έναν καναπέ) πήγε κοντά της. Την ένιωσε. Τη μύρισε. Μετά τη γεύτηκε. Τα μάτια του έπεσαν μέσα στα μάτια της. Αχ εκείνα τα μάτια της. Ένιωσε να τον φυλακίζουν, όμως του άρεσε

Μετά το φιλί τον ρώτησε ξανά: λοιπόν, θα με γιατρέψεις;
Εκείνος είπε: το ξεκίνησα. Μα πως θα γίνει;
Τις νύχτες θα σε σκέφτωμαι. Θα ζω για σένα, για τη στιγμή που θα συναντηθούμε.
Και τι θα κερδίσεις;
Θα δώσεις νόημα στη ζωή μου, αυτό. Αλλιώς θα πεθάνω, θέλεις να πεθάνω;
Όχι, όχι προς θεού!
Τότε δώσε νόημα στη ζωή μου!

Και μετά;

Αχ, και μετά λέει, και τον κοίταξε με κείνα τα μάτια της.
Μετά άφησέ το να κυλίσει.
Και θα γιατρευτείς;
Ναι, θα κυλήσω μαζί του, θα φύγω, θα απομακρυνθώ.
Από τί;
Αχ! από τί λέει! Μα απ΄την εστία της φωτιάς.
Υπάρχει κάτι που καίει; είπε εκείνος.
Αχ! υπάρχει κάτι που καίει; ρωτάει. Μα δεν το αισθάνεσαι;

Δεύτερο φιλί.

Τώρα κάπως καλύτερα. Αρχίζεις, του είπε, να με καταλαβαίνεις;
Νομίζω, λίγο ναι.
Αρκεί τόσο.
Και δεν θα πεθάνεις;
Όχι βέβαια, θα ζω για σένα.
Αρκεί αυτό;
Και περισσεύει. Αυτό το περίσσευμα εγώ για ζωή μου λογαριάζω.
Το νιώθεις αυτό;
Λίγο, είπε εκείνος.
Αρκεί τόσο λίγο, του απάντησε

Δεν είχα φανταστεί ποτέ... ξεκίνησε να λέει εκείνος.
Δεν είχες φανταστεί τι; πως θα σου ζητούσα να με γιατρέψεις;
Μα θα το έκανες, νά, πίσω απ΄τη σκιά, θα με γιάτρευες, πειράζει που σου το ζητώ;
Όχι, αλλά

Είπε εκείνος.

Κι εκείνη, μ' εκείνα τα μάτια της είπε:
Θα σε γιατρέψω, θα το δεις, μην επιμένεις τόσο.
Θα - θα - θα με γιατρέψεις;

Ναι, έλα κοντά μου, του είπε.
 
 
 
Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Η Μαθητεία

Οι Μπλε Άνθρωποι