Τραυματισμένο Κυκλάμινο






... Και μου έλεγε: δεν ξέρω αλλά η ζωή κάτι έχει, δίνω πάντα πολλά παίρνω λίγα.
Και της έλεγα: δεν είναι ζήτημα ποσότητας αλλά ποιότητας. Ο Ελύτης κάπου λέει: το μαύρο που δίνεις για να σου επιστραφεί λευκό. Να τις προσέχεις τις φράσεις του Ελύτη, κάποιες είναι αλήθειες της υποσυνείδητης ζωής, μη διαβάζεις πάντα τα ποιήματα ως ποιήματα, κάποια είναι διδασκαλίες. Σ’ ετούτο το μέγεθος οι άνθρωποι γίνονται δάσκαλοι, πνευματικοί δάσκαλοι, βέβαια δεν έχουν όλοι το μεράκι να βγουν να διδάξουν, και συνήθως αυτοί που το έχουν κυριαρχούνται ακόμα απ’ το εγώ τους.

Και της έλεγα: πόσο κάτω έχεις φτάσει στη ζωή σου; πόσο κάτω έχεις επιτρέψει τον εαυτό σου να φτάσει. Έχεις μήπως πεινάσει; αν δεν έχεις πεινάσει δεν ξέρεις ακόμα τί σημαίνει γεύση, δεν την έχεις ανακαλύψει. Έχεις μήπως κρυώσει, αν δεν έχεις κρυώσει δεν ξέρεις τί σημαίνει θαλπωρή. Έχεις μήπως μείνει μόνη; αν δεν έχεις μείνει μόνη δεν έχεις καταλάβει την απόλαυση της συντροφιάς. Φτάσε χαμηλά, εκεί που το παραμικρό αποχτά την τεράστια σημασία, εκεί που μπορεί ένα τσιγάρο να σου σώσει μια νύχτα τη ζωή. Εκεί που ένα κομματάκι σοκολάτα μπορεί να σε στείλει στον έβδομο ουρανό. Φτάσει εκεί που ένας καφές μπορεί να σε γλιτώσει απ’ την αυτοκτονία. Αλλιώς τι ήρθες να κάνεις σ’ αυτή τη ζωή;

Και μου έλεγε: τα έχω όλα, όμως κάτι φταίει...
Και της έλεγα: εσύ φταις μέσα σε όλα.
Και μου έλεγε: φοβάμαι, κράτα με.
Και της έλεγα σε κρατώ. Όμως δεν αφήνω το φεγγάρι να γυρίσει, δεν επιτρέπω πανσέληνο, σε κρατώ κι απαγορεύω τον ήλιο να βγει. Και της έλεγα: αν δεν δύσεις πως θα γίνεις ανατολή;

Και της έλεγα: πάρε απ’ το λίγο το μέγιστο, στράγγιξε το τίποτα. Και της έλεγα: μείνε μόνη για ν’ αποφασίσεις τη ζωή σου, γύρισε την ανέλπιδη μοναξιά σου σε διασκέδαση.
Και της έλεγα, και με κοίταζε χωρίς να μπορεί.

Και μου έλεγε οι άνθρωποι...
και της έλεγα κοίτα πίσω απ’ τους ανθρώπους κι ο κόσμος σου θα ησυχάσει ολότελα. Μην κοιτάς τους ανθρώπους, μην μένει το βλέμμα σε αυτούς, μ' ένα άλμα του βλέμματος να τους προσπερνάς. Κοίτα πίσω τους, εκεί που ο άνθρωπος είναι θεός, κι όλο το άλλο του ανθρώπου, το δύσκολο που σε πληγώνει, προσπέρασέ το, γιατί δεν είναι αυτό οι άνθρωποι που έγιναν, αλλά εκείνο που ακόμα δεν ξέρουν. Αν το ξέρεις εσύ στον εαυτό σου το ξέρεις και σ’ αυτούς. Κοίτα τον θεό πίσω απ’ τον άνθρωπο και με αυτόν συνδιαλέξου και θα βρεις την ειρήνη.

Και μου έλεγε: είναι νύχτες που το σπίτι στενεύει. Κι ενώ δεν έχω κανέναν να μου τηλεφωνήσει στέκομαι πάνω απ’ το τηλέφωνο. Κι ενώ έχω αυτόν τον μεγάλο πολυέλαιο στο σπίτι ανάβω ένα κερί.
Και της έλεγα: το κερί της νοσταλγίας είναι. Αν κατέβεις στο κελάρι, στο δικό σου πρώτα κελάρι, θα βρεις εκεί όλον τον ανθρώπινο πόνο, όλον τον πόνο της ανθρωπότητας, τότε θα αποχτήσεις μια χωμάτινη ανθρωπίλα, θ’ ανοίξουν τα μηνίγγια σου και θα πλημμυρίσεις κατανόηση, θα γίνεις στωική, υπομονετική κι ατάραχη, θα διακρίνεις πίσω από κάθε ανάρμοστη και δύσκολη ανθρώπινη συμπεριφορά τον ανθρώπινο πόνο, ευθύς θα πλημμυρίσεις δέος και δικαιολογία, και οι ανθρώπινες δύσκολες συμπεριφορές θα σου γίνουν ευανάγνωστες, γνωστές όσο κι η δικιά σου συμπεριφορά. Τότε θα γνωρίσεις τα ίδια σου τα συστατικά του αίματός σου, και θα διαπιστώσεις για πρώτη φορά στη ζωή σου, τους κοινωνικούς κι αστούς αυτούς ανθρώπους ως είδος, ως ανθρώπινο είδος.

Και της έλεγα: κατέβα στο κελάρι κι όσο πόνο βρεις εκεί βίωσέ τον, κι αφού σού τελειώσει ο πόνος θα σου τελειώσει κι ο φόβος, και τότε θα σε φτάσει το άρωμα του πόνου και θα σε φτάσει η συμπόνια σου. Κι αυτή, η συμπόνια σου, θα γίνει ένα από τα απαραίτητα συστατικά στη ζωή σου, που δεν θα προλαβαίνεις να το βάζεις στο συρτάρι, αν θέλεις με τους ανθρώπους να ζήσεις.

Γιατί, της έλεγα, ο Νίτσε, που δεν δέχτηκε τη συμπόνια ως ένα στοιχείο του, κι ως έναν ανθρώπινο σύνδεσμο μεταξύ των ανθρώπων, ώστε μέσο κάποιας αέναης δικαιοσύνης να μας φτάνει ο πόνος τους και μαζί μας να τον μοιράζονται... γιατί είναι αβάσταχτο μόνοι τους να τον κρατούν… στο τέλος, μέσα στην παραζάλη του και τη μοναξιά του… άρπαξε αγκαλιά ένα άλογο, έτσι η συμπόνια μέσα του ανατινάχτηκε κι ύστερα έπεσε στη μαύρη τρύπα.   

 Και της έλεγα: τα δάκρυά σου υπέροχα λάμπουν, έχουν μέσα τους ήλιο.
 Και της έλεγα: το δεύτερο όνομά σου είναι Κυκλάμινο. Και της έλεγα, φτάσε εκεί που οι άνθρωποι βαπτίζουν οι ίδιοι τον εαυτό τους, μη μένεις στ' όνομα που σου έδωσαν, σε λένε Κυκλάμινο. Αποδέξου το και θα γνωρίσεις τη συγγένειά σου με τα λουλούδια, αλλιώς, η άνοιξη δεν έρχεται, δεν σε φτάνει, αν ζήσεις τη ζωή σου με τ' όνομα που σου έδωσαν.

Είσαι ένα Κυκλάμινο, εγώ το ξέρω για σένα, μάθε τώρα κι εσύ!  





Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αόρατος Νόμος

Γαλάζια Έρημος

Οι Μπλε Άνθρωποι