Η Σπορά της Ιδέας







 Κάποιος πηγαίνει στον Ιησού και του λέει: Κύριε θα σε ακολουθήσω, αλλά άφησέ με να πάω να θάψω πρώτα τον πατέρα μου. Και του απαντάει ο Ιησούς: Άφησε τους νεκρούς να θάψουν τους νεκρούς τους. Απάντηση, όπως κι οι περισσότερες των ευαγγελίων τέλεια, νεκροί που θάβουν νεκρούς, που με τη σειρά τους πεθαίνουν κι άλλοι νεκροί τους θάβουν. Είναι τέτοια η αληθινή ζωή του Ιησού, που τον θάνατο τον διακρίνει στα μάτια των ζωντανών.

 Κάπου αλλού το ευαγγέλιο λέει: Δεν χρειάζονταν να τον πληροφορήσει κανείς για τους άλλους, γιατί Αυτός ήξερε καλά τι κρύβει ο καθένας μέσα του. Τρομαχτικό αυτό, άνθρωπος δεν το αντέχει να βλέπει τόσο βαθιά στην ψυχή του ανθρώπου, να σου έρχεται η πληροφορία τόσο άμεσα απ’ τα μάτια του, απ’ την αύρα του, να έχεις διάγνωση των σκέψεων και προθέσεων άμεσα. Βέβαια έτσι ξέρεις πάντα τί να κάνεις με τον άλλο, αλλά χωρίς καμία πλάνη πως ζει κανείς;

 Κάποιος άλλος του λέει: Κύριε θα σε ακολουθήσω αλλά άφησέ με πρώτα να κλείσω κάποιες υποθέσεις μου. Εκείνος του απαντά: Όποιος βάζει το χέρι του στο αλέτρι και κοιτάζει πίσω... δεν είναι κατάλληλος για τη βασιλεία των ουρανών. Να βάζεις το χέρι σου στο αλέτρι και να κοιτάζεις πίσω. Τίποτα τελικά δεν άλλαξε στον κόσμο από τότε, και σημερινό φαινόμενο αυτό πολύ συχνό. Να βάζεις το χέρι σου στο αλέτρι και να κοιτάζεις πίσω, να κοιτάζεις δηλαδή με μισό μάτι μπροστά, να έχεις πίσω αταχτοποίητες υποθέσεις, μισές, να έχεις παρελθόν που χοροπηδάει μέσα σου, να έχεις να γυρίσεις πίσω να λύσεις υποθέσεις παρελθόντος, να εξιχνιάσεις, να διευκρινίσεις, να απαντήσεις, να τελειώσεις με πράγματα που συνέβησαν ποιος ξέρει πότε - μάλλον στην παιδική ηλικία. Να χαράζεις εμπρός πορεία αλλά με τραβηγμένο χειρόφρενο, να μην σε αφήνει κάποιο εκείνο - το υποσυνείδητο - να δεις την ποθητή άσπρη μέρα. Μέγας είσαι Κύριε! Με τις απαντήσεις σου.

 Μετά, ο Ιησούς προχωρά να πάει να γιατρέψει την κόρη κάποιου. Μια γυναίκα, ταλαιπωρημένη καιρό απ’ την αρρώστια της, από εμμηνόρροια, από αιμορραγία - ακαθαρσία κατά τω καιρώ εκείνο- την έχει ρίξει η κοινωνία εκείνη στο περιθώριο, την απομόνωσε με την κρίση της, τη θεωρεί απόβλητη, μιασμένη, η κοινωνία εκείνη του παλιού θεού, την έχει πετάξει στα σκουπίδια.
 Η γυναίκα αυτή, ακούει για τον Ιησού, μαθαίνει κι αρχίζει να ελπίζει, αρχίζει να κρατιέται απ’ την ελπίδα της η άμοιρη. Χωρίς επιλογή πιστεύει, είναι ένα ζήτημα ζωής και θανάτου. Μεγάλο το δράμα της, σιωπηλό, σε ποιον να το πει; Εύχεται και προσεύχεται για σωτηρία.
 Μια μέρα οχλαγωγία ακούει έξω απ’ την πόρτα της, ο Ιησούς είναι εκεί κι αρπάζεται γερά απ' την ελπίδα και την πίστη της, αν δεν το τολμήσει τώρα, στην άλλη όχθη έχει πάει και σταθεί ο θάνατος. Τυλίγεται στο σάλι της και βγαίνει έξω απ’ το σπίτι κι ακολουθεί από μακριά, η καρδιά της χτυπά γοργά, η σωτηρία της είναι εκεί, κοντά της, όμως τόσα που έχει υποστεί δεν της έχει μείνει αυτοεκτίμηση. Για την αιμορραγία της την έχουν πείσει πως ευθύνεται ο θεός, πως την καταράστηκε.
 Όμως η ζωή μέσα της δεν εγκαταλείπει. Χώνεται μες στο πλήθος και Τον πλησιάζει, τον βλέπει, βαδίζει Λαμπερός, Θεϊκός. Πλησιάζει ακόμα περισσότερο, αχ να μπορούσε μόνο να τον αγγίξει, αυτό μόνο. Γύρω του οι μαθητές, κρατούν τον κόσμο σε κάποια απόσταση κι ανοίγουν δρόμο. Όμως η γυναίκα λαχταρά, ποθεί, ελπίζει, πιστεύει κι η αγωνία της κορυφώνεται.
 Φτάνει κοντά σαν σκιά, λίγο ακόμα θέλει. Και νά, χώρεσε, βρήκε μια σχισμή μέσα στην απελπισία της κι αγγίζει το χιτώνα Του. Κάτι παίρνει, κάτι αισθάνεται, μια λύτρωση και γαληνεύει. Ξέρει πως σώθηκε και σώθηκε. Εκείνος γυρίζει και λέει: Ποιος με άγγιξε; Τον ακούει και τρέμει, νιώθει να έκανε κάτι κακό. Ένας μαθητής απαντά: Κύριε, ο κόσμος γύρω μας μάς πιέζει κι Εσύ ρωτάς ποιος με άγγιξε; Κάποιος με άγγιξε, λέει Εκείνος, γιατί εγώ ένιωσα να βγαίνει από μένα δύναμη. Να βγαίνει από Εκείνον δύναμη. Δηλαδή να γίνεται κάτι σαν αγωγός ακόμα κι όταν δεν το θέλει, επειδή η γυναίκα πέρασε από μέσα του για να φτάσει η πίστη της στο στόχο της.
 Όμως ο Ιησούς της μιλά γλυκά και την καθησυχάζει. Το επεισόδιο έληξε, η γυναίκα βγήκε έξω από τον κλοιό της. Ξεκίνησε κάτι και το τελείωσε, νίκησε τον εαυτό της, ο κύκλος του αισθήματος έκλεισε με νίκη πάνω στην αρρώστια και το σώμα της. Το πνεύμα επιβλήθηκε στη σάρκα και τη γιάτρεψε. Η πίστη πραγματώθηκε, έγινε έτσι όπως πίστεψε.

 Το θαύμα με τον Ιησού, είναι που καταφέρνει μέσα σ’ εκείνο το περιβάλλον να φέρει σε πέρας την αποστολή του. Κινείται διαρκώς σαν άνεμος και σαν χορευτής για να τα καταφέρει. Όπου πηγαίνει τους ερεθίζει, τους βγάζει από τα ρούχα τους, συχνά παίρνουν πέτρες στα χέρια, αλλά είναι η μεγαλοσύνη του τέτοια που δεν τις πετούν, η απόφασή τους φτάνει μέχρι να τις πάρουν στα χέρια, μετά ο εγκέφαλος τους δεν δίνει εντολή να τις πετάξουν, σ’ εκείνο το σημείο μπλοκάρουν. Η ελευθερία του Ιησού είναι τέτοια και η απόφασή του είναι τόσο ολοκληρωτική και τέλεια, που το τέλος της είναι προκαθορισμένο και δεν μπορεί να αλλάξει απ’ το οτιδήποτε πριν αυτό. Όταν τους έχει εξοργίσει κι είναι έτοιμοι να τον λιθοβολήσουν… περνά απλώς από ανάμεσά τους σαν άνεμος και φεύγει, σαν να μην συμβαίνει απολύτως τίποτα και τους αφήνει σύξυλους, να μην ξέρουν γιατί δεν Τον λιθοβόλησαν ούτε αυτή τη φορά.

  Όταν σ’ έναν τόπο έχει δράσει ξέρει πότε να φύγει και το κάνει, δεν προκαλεί ποτέ περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται να αναστατώσει τα βαλτωμένα νερά τους, αφήνει εκεί να κατασταλάξουν οι εντυπώσεις τους γύρω από το Πρόσωπό του και να τους περάσει η πρώτη τους αντίδραση, που σαφώς είναι απολύτως επιθετική. Επειδή είναι τυφλοί και το μόνο που σκέφτονται, είναι να χτυπήσουν προς τα έξω, κι όχι να κοιτάξουν μέσα τους για λάθος, για σφάλμα, αυτό θέλει χρόνια να το μπορέσει κανείς. Κι αυτοί είναι τόσο ταχτοποιημένοι γύρω απ’ τις παλιές πεποιθήσεις τους, που αισθάνονται τα λόγια του Ιησού να ξύνουν την πληγή τους. Και φυσικά τους φανερώνεται η σκέψη να χτυπήσουν, και τώρα αυτό κάνουν. Αυτό κάνει το παλιό στο καινούργιο. Το κάνει ακόμα και στον ίδιο άνθρωπο, το παλιό του ανθρώπου ορμάει στο καινούργιο του, γιατί χρειάζεται το παλιό του από μέσα του να σηκωθεί απ’ τη θέση του και να αφήσει τη θέση ελεύθερη για να έρθει να καθίσει το καινούργιο του, αυτό το ονομάζουμε, εσωτερική ατομική επανάσταση. 
 Κάθε υγιής άνθρωπος την έχει στο στήθος. Ένα ξερίζωμα της παλιάς ιδέας και μια σπορά της νέας ιδέας. Κι υπάρχει ο καιρός της σποράς κι ο καιρός της συγκομιδής του καρπού, αλλά κι ο ενδιάμεσος καιρός, που το χωράφι χρειάζεται να γίνει όργωμα. Δηλαδή ο καιρός που ο άνθρωπος δεν είναι ούτε ο παλιός άνθρωπος που υπήρξε, ούτε ο νέος που θα υπάρξει. Το ζήτημα είναι, να μην μείνει κανείς στον ενδιάμεσο αυτόν καιρό και τον νομίσει για ζωή του. 




Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Ο Αρραβώνας της σιωπής

Η Μαθητεία