Απόσταση Αναπνοής







Της έγραφε
Αγαπημένη, ήρθαμε κοντά σε μια δύσκολη συγκυρία, είχαμε κάτι κοινό που τους ενός ήταν του άλλου κι ας ήμασταν άγνωστοι. Ετούτο το κοινό που είχαμε μας γνώριζε εξ ίσου και τους δύο όπου κι αν έριχνε το βλέμμα του.  
 Ξέρεις, αγαπημένη, της έλεγε, εγώ αυτό θεωρώ κοινή γλώσσα κι όχι την ελληνική, όσο τέλεια κι αν είναι. Όμως να με καταλαβαίνεις από μένα κι εγώ από σένα...αυτό σχεδόν δεν είναι δύο άνθρωποι. Είναι σε νιώθω όπως με νιώθω, αυτό εγώ αποκαλώ γνωριμία.

 Αγαπημένη, της έλεγε, μού ήσουν τόσο γνωστή πριν σε γνωρίσω, σε ήξερα πριν σου μιλήσω, ήσουν στα μάτια σου ολοφάνερη για μένα. Γνωριστήκαμε στο τάδε πόλεμο, όπου ο καθένας κοίταζε να σώσει τον εαυτό του, κι εσύ έσωζες εμένα επειδή με κοίταζες, και κρατήθηκα απ’ τα μάτια σου μ' έναν τρόπο που δεν μπορώ να εξηγώ.

 Αγαπημένη, της έλεγε, το δικό μου ήταν δικό σου και το δικό σου δικό μου πριν τα δώσουμε, πριν τα εμπιστευτούμε και τα χαρίσουμε στον άλλο. Και της έλεγε: όπως το δικό μου ήθελε να φτάσει σε σένα... έτσι και το δικό σου ήθελε να φτάσει σε μένα και δεν τα εμποδίσαμε. Γιατί ξέρεις, οι άνθρωποι στέκουν συνήθως ακοίμητοι φρουροί σ’ αυτό το σημείο εξόδου, που είναι και σημείο εισόδου, όμως εμένα τα χείλη σου με φίλησαν πριν το φιλί σου.

 Το ένιωσα τόσο βαθιά το φιλί σου με τη φαντασία μου... που όταν με φίλησες ήταν σαν από χρόνια να με φιλούσες.
 Και της έλεγε, αγαπημένη, ένιωσα τη σχέση μας να συνεχίζει από κάπου που είχε διακοπεί, κι ας μη το γνωρίζαμε, ίσως σε προηγούμενη ζωή μας ήσουν ο εραστής μου κι εγώ η ερωμένη σου.

 Ελάχιστοι άνθρωποι έχουν αυτή την τύχη, κι ένιωσα πρώτα να την κρύψω και μετά να τη φωνάξω, γιατί τα μαλλιά σου ήταν δικά μου και με τα χέρια σου έπιανα. Όσο σε φιλούσα τόσο σε αγαπούσα και δεν είχε τέλος αυτό. Όσο σε γνώριζα χανόσουν και γινόσουν εγώ, κι εγώ γινόμουν εσύ και τα σώματά μας ένα, τόσο, που άρχισαν να μας καταλαβαίνουν χωρίς εμάς.

 Αγαπημένη, της έλεγε, έφτασα να εισχωρώ στη σιωπή σου και να νιώθω από σένα, να λυπάμαι από σένα και να γελώ από σένα.

 Ξέρω πως στην εποχή μας αυτά ακούγονται παράδοξα, όμως μου χάρισες το προνόμιο να ζω στη μια ζωή μου πολλές ζωές και δεν χρειάστηκε να στο ανταποδώσω γιατί η αγάπη μας το πέτυχε. Αγαπημένη, της έλεγε, κάθε φορά που άνοιγες εγώ χανόμουν.

Κι αυτή δεν είναι μόνο μια καταγεγραμμένη εμπειρία αλλά ένα βίωμα αληθινό, και μπορούσα τότε να μας νιώθω και τους δύο ταυτόχρονα από ένα μόνο σημείο.

 Αγαπημένη, της έλεγε, δικαιολογώ όλους τους ανθρώπους γιατί ή αγάπη είναι τρομαχτική, καταβυθίζεται μέσα στο μυστήριο, κι αν δεν είχα την έσωθεν μαρτυρία της μεγάλης απελπισίας μου θα σ’ αγαπούσα λιγότερο κι όχι πέρα απ’ το σύνορο του θανάτου, όπως μαζί σου έφτασα γεμάτος ολόκληρος ελπίδα τόσο μακριά από μένα.
 Επειδή σ' αγάπησα και κατακρημνίστηκε τότε ο θάνατος μέσα στα κρίνα, και γύρισε ανάποδα και μου φανέρωσε την αληθινή ζωή.

  Αγαπημένη, της έλεγε, έγινε το μαύρο λευκό χωρίς σαν από θαύμα. Αλλά έτσι, όπως γυρίζει κανείς τούμπα μέσα στο βάραθρο και βλέπει πίσω απ’ τα μάτια του τα δικά σου μάτια, και πίσω απ’ τα μάτια σου τα μάτια του Χριστού, και ακόμα πιο πίσω του θεού τα μάτια. Κι η ιεραρχία ν' αλλάζει, πότε να παίρνει ο θεός τα μάτια σου και πότε να τα παίρνει ο Χριστός. Όχι για κανέναν άλλο λόγο,. αλλά μόνο επειδή όλοι εσείς, έχετε πέσει μέσα στην αγάπη μου. 

Αγαπημένη, της έλεγε, χαίρομαι από σένα. 



Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αόρατος Νόμος

Γαλάζια Έρημος

Οι Μπλε Άνθρωποι