Αναζητώντας το Διαμάντι







Κάποτε, όταν ήμουν σε μεγαλύτερη επικινδυνότητα ύπαρξης, έπεσε στα χέρια μου ο Νίτσε - ή μάλλον εγώ έπεσα στα χέρια του. Φυσικά, δεν έφτανα να τον καταλάβω απ’ το βάθος που ζούσα, τον ένιωσα να με αρπάζει και να παλεύω μαζί του, τον ένιωσα να θέλει να με κατεβάσει στα σκοτεινά, πλην λαμπερά νερά του. Όμως εγώ ήδη πάλευα και ήδη χαροπάλευα, δεν γύρευα πάλη, δεν γύρευα αναμετρήσεις, κι αν υπήρχε κάτι να σκοτώσω σκιές ήταν. Γύρευα ησυχία, γύρευα αναπαμό, γύρευα το τέλος των συρράξεων, γύρευα λίγη γλύκα μέσα στις πίκρες και λίγη χαρά μέσα στις έγνοιες. Γύρευα λίγη ευτυχία στη δυστυχία κι εντέλει, ό,τι γυρεύει η φύση, δηλαδή το τέλος του πόνου και της αγωνίας, την άνοιξη, τη χαρά και ν’ ανοίξει τουλάχιστον το μονοπάτι μιας πιθανής ευτυχίας.

 Ο Νίτσε έδειχνε έναν φάρο πάνω στα βουνά, κι όπως κάθε βαθύς άνθρωπος, ζητούσε να τον ομοιάσεις. Όμως εγώ δεν ήθελα να μοιάσω σε κανέναν, ήδη έμοιαζα σε μερικούς κι απ’ αυτούς γύρευα να ξεομοιάσω. Τον εαυτό μου γύρευα, δεν γύρευα από χριστιανός να γίνω μουσουλμάνος ή βουδιστής, απλώς αν ήμουν χριστιανός ήθελα να το ξέρω, να είμαι από δική μου απόφαση και βούληση κι όχι από παπά και κολυμπήθρα. Στο κάτω κάτω, ας μην ήμουν τίποτα, αν δεν ήμουν τίποτα. Ας μην ανήκα σε καμία σχολή και σε κανένα ρεύμα, αν δεν ανήκα. Ας μην ήμουν ποίμνιο ούτε βοσκός, αν δεν ήμουν. Ας ήμουν απλώς το παιδί που γεννήθηκα να είμαι, αυτό είδα ως το πιο τέλειο αποτέλεσμα της αναζήτησης και το περισσότερο που θα μπορούσα να φτάσω να γίνω.

  Εμένα είχα νοσταλγήσει, κι όχι να περνώ από ιδέες σε ιδέες σαν τρένο χωρίς δικιά του ατμομηχανή. Κι ολότελα δεν ήθελα - αλλά ούτε κι αισθανόμουν την ψυχή μου θετική και πρόσφορη - να υιοθετήσει καμία σκέψη που δεν ήταν δικιά μου. Έτσι είπα γεια σου στον Νίτσε, χάρηκα για τη γνωριμία κι έφυγα, τράβηξα δεξιά. Πήρα βέβαια απ’ αυτόν, ταίριαξα πράγματα, απόσωσα κομματάκι τον διαμελισμένο κόσμο.

 Παρακάτω συνάντησα τον Καζαντζάκη, με λυμένο το ζωνάρι να παλεύει με τους ανέμους.  Πολύ φασαρία, πολλούς γκρεμούς, πολλές αβύσσους, αναβάσεις, καταβάσεις, θεοί, σύμπαντα, ανεμοδαρμένα όλα. Αναρριχήσεις, κατολισθήσεις, κι ανέκραξα έλεος! τι γίνεται εδώ; τούτος είναι γλυκός άνθρωπος εξ όψεως, αλλά μέσα του η τρικυμία δεν κοπάζει. Κι έφυγα κι άλλο δεξιά, γυρεύοντας την απαλότητα των πραγμάτων και το άρωμά τους, γιατί πολλές φορές, το ένιωθα όλο αυτό, σαν μεγάλη φασαρία για το τίποτα. Τους ένιωθα όλους αυτούς σαν θεούς που πολεμούσαν ο ένας τον άλλον να επιβάλουν την κυριαρχία τους στη φτωχική γης και τη θέλησή τους στους ανθρώπους. Όμως εγώ δεν γύρευα κάτι τέτοιο, γύρευα απλά μια σπιθαμή δικιά μου γης και γύρευα την ειρήνη. Όμως τη γύρευα μέσα στους πολέμους, στον μόνο τόπο που ευδοκιμεί η ειρήνη.

 Η μαθητεία μου με έφτασε ως την Ινδία, να κάθομαι γονυπετείς στα πόδια φωτισμένων δασκάλων που μιλούσαν για κάτι άπιαστο. Κι η περιπλάνησή μου τελικά, όλο και με πλησίαζε σ’ εκείνο που ήμουν, όλο και με ζύγωνε κοντύτερα στον εαυτό μου, στο παιδικό μου μέσα εμφύτευμα, σε αυτό, με το οποίο έχω ποτιστεί κι εμποτιστεί, σε αυτό μέσα, όπου έχει λουστεί το υποσυνείδητό μου. Και ποιο ήταν αυτό; ήμουν χριστιανός, όμως εν μέρη αρνούμενος τον χριστιανισμό και δεν καταλάβαινα τίποτα, πως γίνονταν να είμαι και να μην είμαι; Από τη μία ήμουν γιατί μ’ έφτιαξαν, από την άλλη δεν ήμουν γιατί δεν το αποφάσισα και δεν το επέλεξα ο ίδιος.

 Κι άρχισα τελικά να μαλώνω με το Χριστό, ενώ ο Χριστός ήταν αθώος. Όμως η ψυχή μου είχε πάντα ιδιοτροπίες, αρνούνταν να δεχθεί τ' οτιδήποτε δεν ήταν δικό της, τ' οτιδήποτε μη δικό της δεν γίνονταν να ζυμωθεί με το δικό της, ήταν σαν ξένο αίμα. Ο Χριστός ταίριαζε στην ψυχή μου, τον καλοδέχονταν, είχε θέση η ψυχή μου γι’ Αυτόν, φίλιωνε μαζί Του, αδέλφωνε μαζί Του, τα νερά ενώνονταν κι η μάχη κόπαζε, πράγμα που σήμαινε να πλησιάζω την ποθητή ειρήνη και γαλήνη.

 Όμως και με το Χριστό, τον γλυκύτατο αυτόν δάσκαλο, η ψυχή μου δεν ήταν απολύτως σύμφωνη, κάτι έλειπε κάτι περίσσευε πάντα, υπήρχαν και σε αυτή τη δοξασία, και σε ετούτο το δόγμα, αιχμηρές και τραχιές γωνίες που έκοβαν σαν ξυράφια, η ψυχή μου κάτι έβρισκε στον χριστιανισμό ξένο κι άγνωστό της.

 Τότε μια μέρα μου ήρθε σαν έκλαμψη η μεγάλη αποκάλυψη. Όλ’ αυτά συνέβαιναν... όλες ετούτες οι αντιρρήσεις της ψυχής μου - που δεν λογάριαζαν καν τη σκέψη και τη γνώμη μου – επειδή στο μέγα βάθος, εκεί που εκκόλαπτε ο ησυχασμός, η ειρήνη κι η γαλήνη, ήμουν Έλληνας. Το φως που υπήρχε μέσα μου, το δοτό κι από τα πολύ πριν της γέννησής μου, το κατεργασμένο φως τουλάχιστον και το χειροποίητο, του μόνο πολιτισμού που θα μπορούσα ποτέ ν’ αναπτύξω και να οικοδομήσω την ύπαρξή μου, το φως που θα μπορούσα πάνω του να περπατήσω και σε αυτό να στηριχτώ, από αυτό να ξεκινήσω, σε αυτό να φτάσω και να καταλήξω… ήταν το φως του ελληνισμού. Σε αυτό μπορούσα εγώ να συναντώ τον εαυτό μου χωρίς να κουνιέται φύλλο. Έτσι το είδα καθαρά: πως ήμουν χριστιανός, όσο ο Χριστός ήταν Έλληνας. Και ήμουν Έλληνας, όσο ο Χριστός είχε ελληνισμό. Στα σημεία που ο Χριστός συναντούσε τον ελληνισμό ταυτιζόμουν απόλυτα, κι αυτό σήμαινε να βρίσκω την ειρήνη και τη γαλήνη, εκεί η τρικυμία κι ο άνεμος κόπαζαν.

Έτσι είδα καθαρά τι έφταιγε: Όσο ο χριστιανισμός είχε παλαιά διαθήκη δεν είχε τίποτα δικό μου.
 Η ρίζα μου ήταν ελληνική κι ο μύθος ακόμα που μού αντιστοιχούσε, ήταν να είμαι περισσότερο παιδί του Ομήρου και του Κρόνου. Κι αν ήθελα κάποτε να βυθιστώ, μέσα στην όποια ανθρώπινη δυνατή γλύκα της ύπαρξης… κάτω από τα πόδια μου άνοιγε η μεγάλη ελληνική αγκαλιά, που και Χριστό αδερφό έχει. 



Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αόρατος Νόμος

Γαλάζια Έρημος

Οι Μπλε Άνθρωποι