Ο Πλησίον








 Λόγια λόγια λόγια, αγάπες αγάπες λουλούδια, αλλά ποιος είναι ο πλησίον; Αυτός που περιγράφει ο Χριστός στην παραβολή του Καλού Σαμαρείτη είναι ο πλησίον. Σε βοήθησε κανείς στην πιο δύσκολη στιγμή σου να δεις πόσο βαθιά αγγίζει; Πόσο βαθιά χαράζει τη μνήμη. Όταν εσύ είσαι σ’ εκείνο το αμέτρητο βάθος της δυσκολίας σου, το σιωπηλό και περήφανο πολλές φορές, εκείνος που σε πλησιάζει το κάνει από το ίδιο βάθος, και τότε έχουν ξεσκεπαστεί οι άνθρωποι, έχουν φύγει από ανάμεσά τους όλα τα εμπόδια, έχουν συναντηθεί.

Τον συναντάς μετά από καιρό, σε άλλους καιρούς πιο ευοίωνους, παρουσιάζει την παλιά δύσκολη συμπεριφορά, προσπαθεί να σου κρυφτεί κάτω από άμυνες κι επιθέσεις, όμως εκείνη τη στιγμή που σε είδε πληγωμένο κατάχαμα στο χώμα έτρεξε, τίναξε απ’ τους ώμους του το συμφέρον και πρόσφερε, άκουσε αγγέλους να κελαηδούν πάνω στα κλαδιά του δέντρου.

Μαρτυρήθηκε στα μάτια σου, τον ξεπέρασε η ανθρωπιά, κάτω απ’ τα σκεπάσματά του σε ένιωσε. Και μετά συνέχισε, φόρεσε πάλι τη μάσκα, υιοθέτησε τη συνήθειά του κι άρχισε να συμπεριφέρεται ξανά σαν νεκρός, σαν απαθείς, σαν ξένος ανάμεσα στους ξένους. Όμως για μια στιγμή ένιωσε κάτι σαν αδερφικότητα, ένιωσε σαν να ήταν εκείνος ο ίδιος ο πεσμένος κατάχαμα, μπήκε στη θέση σου, στα ρούχα σου, στο κουστούμι σου. Δεν του ήταν δα και τόσο δύσκολο, είναι κι ο ίδιος φτιαγμένος απ’ τη ίδια συνταγή, είναι κι ο ίδιος φτιαγμένος από κόκαλα, από σάρκα, αίμα κι ουρανό.

 Χρειάστηκε ένα ορισμένο βάθος να κατέβει για να συναντήσει τον εαυτό του, που μέσα σε όλα τον ξέχασε αλλά δεν κατάφερε να τον χάσει. Και καθώς σε είδε πεσμένο κατάχαμα ξύπνησε, τινάχτηκε, θυμήθηκε τη ζωή, θυμήθηκε το θάνατο, θυμήθηκε τη συγγένειά του μαζί σου. Έπεσε το πέπλο του και σου αποκαλύφθηκε κι ύστερα δεν μπορεί πια να σου κρυφτεί.

Αυτός είναι ο πλησίον και χρειάζεται πάντα λιγάκι εκπεφρασμένο αίμα για να σου αποκαλυφθεί. Τον συναντάς στο νοσοκομείο, στο κρεβάτι του πόνου, στην αδύναμη στιγμή, τον συναντάς ακριβώς στο σημείο της επαφής πόνου με πόνου, στο σημείο όπου πηγάζει η αγνή κατανόηση.

Κι ύστερα, υπάρχουν πολλοί νεκροί στον κόσμο μας, οι άνθρωποι της αποφυγής, οι άνθρωποι που τρέχουν μακριά από το κακό που κρύβουν μέσα τους. Όμως το κακό, ακριβώς αυτούς τους προλαβαίνει, γιατί τρέχει γρηγορότερα και μόνο απ’ το εκπεφρασμένο μπορείς να σωθείς, ενώ απ’ το ανέκφραστο είσαι ήδη πιασμένος, σκλαβωμένος και δούλος του. Το ανέκφραστο είναι ήδη μέσα σου νεκρό και σκελετωμένο, έχει κι η ψυχή τον σκελετό της, τον λένε ανέκφραστο. Η μάστιγα της αποφυγής, του δεν θέλω να ξέρω, του δεν θέλω να καταλάβω, του σκεπάστε με καλά γιατί κρυώνω, του κλείστε όλες τις σχισμές γιατί μπαίνει θανατηφόρος ήλιος, του σφραγίστε με στον τάφο μου και δεν είναι αλήθεια πως γεννήθηκα.
Αχ αυτοί οι άνθρωποι που κλείνουν τα μάτια μπροστά στην ανάγκη του άλλου, ο τάφος τους είναι σκεπασμένος από δέκα στρώσεις μαρμάρου!

Ο πλησίον ένας άγνωστός μας είναι, ο άνθρωπος έκπληξη, συχνά όχι ανάμεσα στους γνωστούς μας κι ούτε ανάμεσα στους φίλους μας, ίσως είναι κάποιος που σε σκέφτεται μα ποτέ δεν το είπε, είναι ένας άνθρωπος που πράττει και δρα για δικούς του λόγους, εκείνος που ότι κάνει το κάνει για να ξοφλά με τις υποθέσεις της δικιάς του ψυχής, και φεύγει, χάνετε πάλι στη σκιά σαν αόρατος, χωρίς να περιμένει εύσημα και περγαμηνές.

Ένιωσε, μέσα από σένα δυνατά κι ανθρώπινα. Πήρε μια γεύση, μια μυρουδιά ατόφιας ζωής, που μπορεί να είχε και λιγάκι άρωμα αίματος. Όμως ανορθώθηκε, εξυψώθηκε, στάθηκε για λίγο στα δυό του πόδια, σχεδόν με την πράξη του άγγιξε ουρανό, και μετά, τραβήχτηκε πάλι στη σπηλιά του να συνεχίσει να εξιχνιάζει τις σκοτεινές υποθέσεις του. Μα για λίγο, ο τόπος εκεί που χέρι συνάντησε χέρι, έλαμψε κι η μνήμη χάραξε βαθιά το γεγονός. Η ζωή από κάτι τέτοια γεγονότα αρπάζεται και συνεχίζει τον ανήφορο με την ελπίδα.

Ο πλησίον είναι ο ζωντανός ανάμεσα στις φιγούρες των ανθρώπων, είναι  η φιγούρα που τρέχει αίμα στις φλέβες της σε μια ταινία κινουμένων σχεδίων, είναι ο άνθρωπος, που έστω και για λίγο, καταφέρνει να το σκάσει απ’ τη σκιά του και να διανύσει σ’ ένα λεπτό όλη την απόσταση που χωρίζει τη ζωή μας απ’ την αληθινή ζωή.

Ο Πλησίον, με μια ανιδιοτελή του πράξη, με μια του αφέλεια, με μια του πράξη χωρίς σκοπό, χωρίς τίποτα, χωρίς ακόμα και τον ίδιο πολλές φορές να εμπεριέχει, για πάντα σε κέρδισε. Την ώρα που άλλοι, συνήθως κοντινοί σου άνθρωποι, με όλα τα μέσα, με όλους τους τρόπους, προσπαθούν μια ίντσα της καρδιάς σου να κερδίσουν.

Ο Πλησίον, έρχεται απευθείας μέσα από το φως, όπως κι αν είναι, σε όσα σκοτάδια μέσα κι αν ζει, με μια σπαθιά της συνείδησης όλα τα παραβιάζει. Και ξεπερνώντας τον τρόμο σε πλησιάζει, τόσο κοντά στην καρδιά, που επιστροφή δεν υπάρχει να είναι οι άνθρωποι ξανά ίδιοι. 

Εκεί που το χέρι του πλησίον φτάνει και αγγίζει... το χέρι γίνεται φτερό. 

Ο Πλησίον έρχεται απεσταλμένος απ’ το θεό, μ' εντολή ζωές ν' αλλάζει.








Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Ο Αρραβώνας της σιωπής

Η Μαθητεία