Ο Πειρασμός






- Αγαπητέ Τ. του έλεγε, τώρα που πέρασε καιρός και δεν είσαι πια δικός μου... μπορούμε να μιλήσουμε ανοιχτά.
- Αγαπητή Μ. της έλεγε, δεν ήμουν ποτέ δικός σου.
- Μα ζούσες σπίτι μου, σε κρατούσα στην αγκαλιά μου, σου κρατούσα το χέρι.
- Μην επιμένεις, της έλεγε, δεν ανήκα στον εαυτό μου, πως θα μπορούσε να είμαι δικός σου;
- Εκείνη του έλεγε: δεν μπορεί να είμαι ολωσδιόλου λάθος, τώρα που πέρασε καιρός και βλέπεις τη σχέση μας από απόσταση... σίγουρα θα βρίσκεις όμορφες στιγμές κι ίσως τις νοσταλγείς.
- Αυτό συμβαίνει, της έλεγε εκείνος, σχεδόν πάντα, σε όλες τις σχέσεις, κάποιες στιγμές ξεχωρίζουν σαν χρυσές λίρες ανάμεσα στον άνθρακα και τη σκουριά.
- Εκείνη του έλεγε: κάναμε λάθη, σαν νέοι που ήμασταν, όμως κάτι βαθύ μας ένωνε που δεν μπορέσαμε να του ανταποκριθούμε, όμως ταιριάζαμε κι ας τρωγόμασταν, αγαπιόμασταν, κι ας μισιόμασταν, φιλιόμασταν, κι ας δαγκώναμε κρυφά τα χείλη μας, και σε ένιωθα, και με ένιωθες, κι ας περνούσε από πάνω μας ο κόσμος σαν μια γέφυρα που είχαμε ρίξει στο στήθος μας.
- Αγαπητή Μ. την έλεγε, ωραία η περιγραφή σου, θα μπορούσα να την ονομάσω η αγάπη δύο τυφλοπόντικων.
- Έχω να σου κάνω μια πρόταση, του έλεγε, ξαναγύρνα κοντά μου, μετά από σένα ατύχησα σε όλες τις σχέσεις μου.
- Να σου θυμίσω πως κι η δικιά μας ατύχησε, συμπλήρωνε εκείνος.
- Ναι, αλλά κάτι έχει μείνει, έλεγε εκείνη.
- Ναι, της έλεγε εκείνος, λίγο καμένο φτερό μέσα στον ασβέστη.
- Μπορεί να είναι μια σπίθα στο δάσος, έλεγε εκείνη.
- Μπορεί να είναι μία σπίθα σε δωμάτιο με εκρηκτικά, έλεγε εκείνος, αλλά ακόμα μπορεί και να είναι ένας βρεγμένος αναπτήρας.
- Τ, αγαπημένε μου, του έλεγε, γίνε λιγάκι ρεαλιστής σε παρακαλώ και νιώσε με. Είμαι μια γυναίκα μόνη κι ο καιρός περνά, ξέρω πως έχω τις βλάβες μου και μερικές ανεπανόρθωτες (ίσως), όμως τρομάζω στο ενδεχόμενο να γεράσω μόνη. Είχες πάντα εκείνη την τρέλα σου (τη μανία σου θα έλεγα) με την τελειότητα, την τελειομανία σου, σου θυμίζω πως οι άνθρωποι δεν είμαστε τέλειοι, βάζουμε νερό στο κρασί μας, συμβιβαζόμαστε, άλλος λίγο άλλος πολύ. Κι έτσι οι άνθρωποι σχετίζονται και μένουν μαζί, τι νομίζεις; λίγο η ανάγκη υποβοηθά, λίγο ο φόβος της μοναξιάς, λιγάκι ο οικονομικός φόβος, ο φόβος της αρρώστιας και...
- Εκείνος της έλεγε: μόλις ανέφερες όλους τους γνωστούς φόβους.

- Τ. αγαπημένε, του έλεγε, σύνελθε και μεταπείσου, έλα κοντά μου, στην αγκαλιά μου, δεν σου υπόσχομαι ζωή χαρισάμενη γιατί δεν την έχω, μαζί όμως θα τα καταφέρουμε...
- ...Θα καταφέρουμε, συμπλήρωνε εκείνος, ίσως ν' ανεβάσουμε κι οι δυό, από τη μία πλευρά μόνο τον μέσο όρο της ζωής μας, να την κάνουμε μονόπτερη.
- Ξεροκέφαλε Τ. του έλεγε, ψάξε όσο θέλεις, το τέλειο δεν το βρεις.
- Αγαπητή μου, της έλεγε, να είσαι βέβαιη πως στον τόπο που το αναζητώ υπάρχει.
- Γύρισε κοντά μου, του έλεγε, και θα σου αφιερωθώ, θα σου αφοσιωθώ, θα σε λατρέψω.
- Αυτά που γράφεις με πνίγουν, της έλεγε, αν έχεις τέτοια αισθήματα μέσα σου καλύτερα να αναζητήσεις το θεό, άνθρωπος δεν μπορεί να τα δεχτεί και να τα σηκώσει, το βάρος της λατρείας είναι ασήκωτο. Λατρεία είναι η κακή αγάπη που έχουμε για τον εαυτό μας, έχει ως έδρα της το πάθος, η λατρεία είναι τυφλή, λατρεύει μια καρδιά, αν της αφαιρέσεις από πάνω όλον τον εγκέφαλο και την εγκεφαλική λειτουργία.

- Τι θέλεις για να επιστρέψεις κοντά μου; τον ρωτούσε, πες μου και θα το κάνω.
- Τίποτα από σένα, της απαντούσε, μείνε όπως είσαι κι αν είναι να με φέρει θα το κάνει ο εαυτός μου. Κάθε φορά που δίνεις κάτι, το δίνεις για να πάρεις, ενώ στα αλήθεια, μπορούμε να πάρουμε μόνο απ' το εκχύλισμα της καρδιάς, εκείνο που μας ξεφεύγει. Μείνε μόνη σου να γεμίσεις απ’ τον εαυτό σου ως απάνω, της έλεγε, κι αν πάρεις και ξεχειλίζεις τότε δίνεις. Όχι δίνεις, τότε οι άλλοι παίρνουν από σένα. Τόση ώρα, μου ζητάς να συμφωνήσουμε ένα ζήτημα καρδιάς, ενώ ζήτημα είναι αν οι ψυχές μας μάς ανήκουν.

- Αγαπητέ Τ. του έλεγε, πάντα μιλούσες παράξενα, τώρα μιλάς ακόμα πιο παράξενα.
- Αγαπητή Μ. της έλεγε, πάντα αναζητούσα την αλήθεια, τώρα την έχω σχεδόν βρει.
- Τι τη θέλεις μια αλήθεια που σε καταδικάζει; τον ρωτούσε εκείνη.
- Αγαπητή Μ. της έλεγε, προσπαθείς να με δελεάσεις εντοπίζοντας τις αδυναμίες μου, κάνεις κάτι ανήθικο. Πατάς πάνω στην ανάγκη, κι όποιος πατάει πάνω στην ανάγκη περπατάει πάνω σε πτώματα, σε πτώματα της δικιάς του ψυχής.

  Εκείνη αναγκάστηκε να του μιλήσει ανοιχτά: ποιος νομίζεις πως είσαι κι από που αντλείς το δικαίωμα έτσι να με περιφρονείς;! του φώναξε. Ξεχνάς ποια είμαι; είμαι ζάπλουτη κι έχω περίοπτη θέση στην κοινωνία, κι εσύ δεν είσαι τίποτα άλλο παρά ένας αλήτης!
- Κατά τον κοινό νου, της απάντησε εκείνος, κατά το θεό διαφέρουν τα πράγματα, κι εσύ ζήτησες να με λατρέψεις.
- Έλα κοντά μου αναθεματισμένε! του είπε, και θα σου χαρίσω τον εαυτό μου και τα πάντα, θα ζήσεις ζωή παραμυθένια, μέσα στη χλιδή και τη λάμψη.
- Εκείνος είπε, μου αρκεί ένα κερί.

Εκείνη ήταν το σκοτάδι κι εκείνος το φως. Το σκοτάδι στο τέλος λύσσαξε, χρησιμοποίησε όλη την τέχνη του, όλες τις ζαβολιές του κι όλα του τα επιχειρήματα, ενεργοποίησε απλώς τον πειρασμό. Το φως μπορεί ν’ αισθανθεί το σκοτάδι, το σκοτάδι δεν μπορεί να νιώσει το φως. Το φως, ανατέλλει μέσα από το σκοτάδι, περνά μέσα από το σκοτάδι για να γίνει φως. Ενώ το σκοτάδι, δεν περνά μέσα από το φως για να γίνει σκοτάδι, έχασε το φως, γι’ αυτό είναι σκοτάδι.

 Το σκοτάδι της ψυχής είναι μια γλώσσα, το φως άλλη μια γλώσσα. Το σκοτάδι μιλά και αισθάνεται από τη σκέψη του ανθρώπου, το φως μιλά και αισθάνεται από την καρδιά του ανθρώπου.Το φως, αισθάνεται το σκοτάδι σαν μια ενόχληση. Το σκοτάδι, θέλει να γυρίσει το φως στο σκοτάδι, το φως, θέλει να φέρει το σκοτάδι στο φως. Όμως το φως, δεν μπορεί να επιστρέψει στο σκοτάδι, μόνο το σκοτάδι μπορεί να έρθει στο φως.

 Χρειάζεται να μείνω στο φως, είπε το φως στο σκοτάδι, κατανοώ πολύ καλά τις γλύκες που μου τάζεις, αλλά είναι πάνω από τη γλύκα της ψυχής μου. Χρειάζομαι να ζήσω στη ρίζα της γλύκας στη ζωή μου κι όχι να γλυκαθώ. Χρειάζομαι να είμαι γλυκός κι όχι να γλυκαίνομαι. Χρειάζομαι να ζήσω μέσα στο μέλι, κι όχι να βουτώ κάθε λίγο το δάχτυλο και να το δοκιμάζω. 
 Αν μπορείς να έρθεις στο φως τότε έλα στο φως, είπε το φως στο σκοτάδι, εγώ δεν έχω τρόπο να επιστρέψω στο σκοτάδι, δεν μπορώ να πάρω πίσω όσα έχασα, από όσα απαλλάχτηκα δεν τα νοσταλγώ, σε όσα γνώρισα δεν ξαναγυρίζω, το φως γυρεύει περισσότερο φως, το σκοτάδι ψάχνει την αρχή του φωτός. Αν δοκιμάσεις το φως αμέσως θα το ερωτευτείς.

- Έλα στο φως, της είπε, σου ζητώ απλώς το ακατόρθωτο! Έλα στο φως, γιατί το φως είναι εν αρχή. Σιωπή και φως είναι ένα.



Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Ο Αρραβώνας της σιωπής

Η Μαθητεία