Γράμματα στο Θεό



     



   Όταν πέθανε
βρήκα σε μια γωνιά τα γράμματά του
ήταν βέβαια ο δικός του άνθρωπος, σίγουρα κάτι περισσότερο από γκόμενα, από σύντροφο, από ερωμένη, σίγουρα κάτι περισσότερο από μάνα. "Υπάρχει στον άντρα κάτι περισσότερο στην ψυχή του από μάνα;" σκεφτόμουν.
Κάθισα και τα διάβασα όλα, σιγανά, αβίαστα, λέξη λέξη.
Τόση μοναξιά, τόση ομολογία και τα κατάλαβα όλα.
Τους είχαν χωρίσει οι συγκυρίες, οι καταστάσεις, είχαν βρεθεί σε δύο διαφορετικά κράτη μα κανείς στην πατρίδα του. Λίγο είχαν γνωριστεί τότε, όταν εκείνη μετρούσε κάποια νύχτα τα φιλιά του... τα έβγαζε πάντα είκοσι επτά και μια νύχτα έρωτα. Μια νύχτα μόνο.
Δεν πρόλαβαν να πάρουν ο ένας το άρωμα του άλλου, μάλλον είχαν εκείνη την προσέγγιση την ορμητική, του πάθους, του ενστίκτου, όμως και του πνευματικού ενστίκτου.
Δεν πρόλαβαν να χορτάσουν ο ένας τον άλλον, μια γεύση του μόνο, μία αλλά ικανή. Χάραξε τη μνήμη. Κοιτάχτηκαν απότομα στα μάτια βαθιά και μετά χώρισαν.

 Εκείνη, του έγραψε πρώτα ένα διστακτικό γράμμα, να διακρίνει τις διαθέσεις του, ίσως την είχε απαρνηθεί, να έβρισκε κάποια άλλη, κοντά του, και σαρκικά κοντά του γιατί άντρας ήταν κι είχε ορμές.
Εκείνος, στο γράμμα της ανοίχθηκε λιγάκι περισσότερο, το καλοδέχτηκε το άνοιγμά του και στο γράμμα της το άνοιξε περισσότερο.  Εκείνος στην απάντησή του της ανοίχθηκε κι άλλο και συνέχισαν έτσι. Πήγε βαθύτερα η κουβέντα, στο ατομικό κι αργότερα στο αυστηρά ατομικό.
 Η απόσταση λειτούργησε σαν καταλύτης, τα γράμματα ήταν σαν γραμμένα στο θεό, ένιωθαν πως δεν θα σμίξουν ξανά και γι’ αυτό έσμιγαν όσο μπορούσαν. Η απόσταση τους χάριζε μια απίστευτη ασφάλεια, είχε χαθεί ο κίνδυνος του ενός για τον άλλο, είχε χαθεί ολότελα ο ανθρώπινος υπαρξιακός κίνδυνος, δεν μιλούσαν, εξομολογούνταν διαρκώς, ο ένας για τον άλλον είχε γίνει ο ιερωμένος που δεν είχαν καταφύγει ποτέ, ο ένας για τον άλλον ήταν ο ενδιάμεσος για να φτάσει η ψυχή τους στ’ αυτιά του θεού.  "Είναι δύσκολο να μιλάς απευθείας στο θεό", σκέφτηκα τότε, όμως μπορείς να το κάνεις σε κάποιον που αγαπάς, τότε μιλάς στο θεό. Σε κάθε γράμμα η ψυχή τους πιο ελαφριά φανερώνονταν στα μάτια τους. 

 Ομολογία, γέλιο και κλάμα, πλημμυρισμένα όλα τα γράμματά τους, πλημμυρισμένα ζωή. Μέσα από την αλληλογραφία τους επέστρεψαν σε μια γνήσια ανασκόπηση ζωής, σε βαθμό να φτιάξει εκείνος τη ζωή της δικιά του κι εκείνη το αντίστροφο.
Τα γράμματα, όσο τα διάβαζα - χρονολογικά πάντα για να έχω τη συνέχεια - διάβαζα λύτρωση. Μπροστά στα μάτια μου είχαν ανοιχθεί διάπλατα δύο παρελθόντα κι έπαιρναν φως το ένα απ’ το άλλο.

 Μια νύχτα, αυτό όλο, το είπα τύχη, μου ξέφυγε και το είπα. "Να υπάρχει ένας άνθρωπος στη ζωή σου που θα του μιλάς καθεαυτό τον τρόπο...ε, αυτό είναι θεού εύνοια".

 Όταν είχα φτάσει στην ανάγνωση των μισών γραμμάτων, από κάτι σαν έκλαμψη, χτύπησα με την παλάμη το μέτωπό μου. Είχα καταλάβει, δεν μιλούσαν ούτε κουβέντιαζαν στα γράμματα τους, αλλά προσεύχονταν.

 Προσεύχονταν ακόμα και για το πιο καθημερινά πράγματα, τα λόγια τους είχαν μουσική, είχαν μελωδία. 

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Η Μαθητεία

Οι Μπλε Άνθρωποι