28 Φεβρουαρίου 2018

Η Απογοήτευση






Τ’  όνομά σου είναι απογοήτευση
Σε είδα να λες υπέροχα λόγια
Να εκθειάζεις του κόσμου τα σωστά
Περγαμηνές να δίνεις στ’ αληθινά
Μα σαν σε δοκίμασα παράπαιες
Αναιρούσες διαρκώς
Δεν ήθελες να χάσεις την ειμαρμένη σου
Δειλός και λιγοστός μπροστά στις μεγάλες συγκινήσεις
Που έλεγες πως αναζητάς
Ξεθώριασες στο βλέμμα μου – σχεδόν χάθηκες
ίσως ήσουν κιόλας νεκρός
αφού ήσουν τόσο συνηθισμένος
κι εγώ, μαθημένος να ελπίζω στους ανθρώπους
να δέχομαι το ένα πίσω από το άλλο απανωτά χτυπήματα
όμως αν πήγαινες να τους πιάσεις
- όλο αυτό που είχαν φτιάξει για τον εαυτό τους -
έπιανες στα χέρια σου σχεδόν ένα τίποτα
εκεί που τους έπιανες κολλούσαν μεταξύ τους τα δάχτυλά σου
απ’ το κενό
κι αυτός ο μύθος τους σαν λίγος καπνός χάνονταν
τέτοια ήταν η απόσταση απ’ τα λόγια τους
που πίσω απ’ αυτά μικροί και ζαρωμένοι κρύβονταν
πρόβαλαν τα λόγια τους μπροστά, γενναία και σπαθάτα
ωραία λόγια σίγουρα
μα αυτοί, πίσω απ’ τα λόγια τους δειλοί 
ένα φύσημα του ανέμου θα μπορούσε με μιας τρεις να εξαφανίσει
ωραίοι άνθρωποι καλοφτιαγμένοι, όμως άδειοι, κενοί,
Το όνομά τους είναι απογοήτευση
Μόλις πας να τους πιάσεις στα χέρια σου σαν ατμός εξαφανίζονται
Μόλις τους καταλάβεις ξεθωριάζουν
Και κει που μια απέραντη γης έβοσκε
Βλέπεις να βόσκει ένας σβώλος·
Η δικαιολογία τους ταιριάζει καλύτερα

Απογοήτευση. Πάντα θέλω τους ανθρώπους σπουδαίους
Και πάντα φροντίζουν την καλή μου γνώμη να την αναιρούν
Λες και τους βαραίνει
Πας να τους πιάσεις στα χέρια σου
Κι εκεί που έβλεπες μια υπέρλαμπρη φλόγα
κρατάς λίγη στάχτη
Και κει που έβλεπες ένα σπουδαίο όνομα
Βλέπεις λίγη κληρονομιά
Και κει που αντίκριζες ομορφιά βλέπεις θάμπος
Και κει που έλεγες νά, ένας άνθρωπος
αν τον πλησιάσεις τον βλέπεις να έχει εξαφανιστεί
και να ‘χει μείνει στη θέση του μια μοναχά δικαιολογία
κι εκεί που έλεγες έχω γεφυρώσει μαζί του την απόσταση
- επειδή ακριβώς τον πλησίασες - βλέπεις τον τρόμο στα μάτια του
να τον εκτινάσσει άλλο τόσο μακρύτερα
κι εκεί που ξεκίνησες δικό σου άνθρωπο να τον νιώθεις
τον βλέπεις μόνο στον ορίζοντα σαν μια σημαδούρα

Το όνομά σου είναι απογοήτευση
Γραμμένο στην άμμο παλάτι
Σκοπός σου είναι να με κάνεις να χάσω την πίστη μου στους ανθρώπους
Μα εγώ μονάχα σε σένα χάνω την πίστη μου
Γιατί δεν σε πιστεύω απογοήτευση.


27 Φεβρουαρίου 2018

Γράμμα







 Αγαπητή Μάρθα, χαίρομαι που υπάρχεις στη ζωή μου γιατί μπορώ και σου μιλώ. Μας έχουν απομείνει ελάχιστες απολαύσεις στη ζωή και μια απ’ αυτές είσαι εσύ. Κάθε φορά που βρίσκομαι μαζί σου απολαμβάνω τη συντροφιά σου, πίστεψέ με, είναι τόσο σπάνιο αυτό στη ζωή που οι περισσότεροι δεν το βρίσκουν ποτέ.
Όταν είμαι μαζί σου συναντώ και χαίρομαι τη σιωπή μου, τα λόγια σου είναι τόσο στωικά σαν δύο φτερούγες που με σκεπάζουν. Θα μπορούσες με μια ματιά σου να παρηγορήσεις έναν λόχο, φαντάζομαι, αυτή σου η διάθεση σ' έφτασε μέσα από μεγάλες προσωπικές δυσκολίες, όμως τις ευγνωμονώ, επειδή σ’ έφτασε.
Αγαπητή Μάρθα, το ξέρεις πια καλά, όταν δεις γράμμα μου ξέρεις πως έχει γραφεί από διάθεση να θέλω κάπου ν’ ακουμπήσω. Είσαι το στήριγμά μου, όμως δεν σε τοποθετώ κάθετα στην ψυχή μου αλλά πλευρικά, δεν αποτελείς στήριγμα μην πέσω, γιατί αν αποτελούσες μην πέσω στήριγμα θα αποτελούσες μαζί στήριγμα μην σηκωθώ. Είσαι απλώς η παρέα μου, σε ξέρω από μικρή, σ' αγαπούσα από μικρή, όμως παντρεύτηκες άλλον, χαίρομαι που παντρεύτηκες άλλον αλλά εμένα κατά βάθος αγαπάς.

Οι άνθρωποι είναι παράξενοι Μάρθα. Μπαίνει ένας σύζυγος στο σπίτι μετά από μια εξαντλητική μέρα εργασίας να φέρει στην οικογένειά του ψωμί, και βλέπει τη γυναίκα του ολόγυμνη στο κρεβάτι με τον εραστή της σε στάση αμιγώς ερωτική. Του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι, αρχίζει να βωμολοχεί, "με απατάς πόρνη!" Ουρλιάζει. "Εμένα, που σου χάρισα τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου! Που σκοτώνομαι στη δουλειά! Σκύλα! ακαμάτρα, τεμπέλα, δεν με σεβάστηκε, με τι μούτρα θ’ αντικρίσω τώρα εγώ την κοινωνία! Δεν σεβάστηκες το παιδί μας, να της λέει, μάνα είσαι εσύ!"
Και, Μάρθα, προσπαθεί να την πληγώσει, το καταλαβαίνεις ε; δεν μπορεί να της συγχωρήσει που βρήκε, έστω αυτόν τον απαράδεκτο τρόπο, λιγάκι, λίγο μόνο να νιώσει ζωντανή. Δεν έχει δικαίωμα γι’ αυτόν να ζει, με καταλαβαίνεις; Τη θέλει μαζί του στη δυστυχία, στην αποτρόπαια δυστυχία, κι εκείνη η έρμη τι έκανε; Απλώς, από τη μεγάλη καταπίεση και δυσκολία που έχει δεχθεί, για να μην πεθάνει, για να μην πεθάνει ακούς; το σώμα της σαν άμυνα ξεχείλισε από ερωτισμό. Και η ψυχή της, τόσο που θέλησε να τη θάψει, αποστάτησε. Και κάτω από το ζυγό, μέσα από τις αναθυμιάσεις, η ζωή μέσα της επαναστάτησε μ’ έναν τρόπο που την πλημμύρισε έρωτα. Πόθησε Μάρθα, και γύρεψε ένα τίναγμα ελευθερίας· τη μύρισε ένας σκύλος και την ακολούθησε ως το κρεβάτι. Όμως Μάρθα, αυτό όλο, το μεγάλο, σημαντικό, αποτρόπαιο, φρικαλέο ζήτημα, δεν έχει καμία απολύτως σημασία για τη ζωή, είναι απολύτως ασήμαντο. Αυτός ο άντρας χρόνια τώρα δεν την αγαπούσε, πληγώθηκε μόνο ο εγωισμός του, τίποτα άλλο σε αυτόν Μάρθα, δεν υπάρχει κάτι άλλο να πληγωθεί σε αυτόν.

Είναι κρύες και γκρίζες οι εποχές που ζούμε, Μάρθα ακούς; Εκεί στα βόρια που ζεις να τυλίγεσαι καλά στην εσάρπα σου όταν βγαίνεις στο δρόμο και τις νύχτες να σκεπάζεσαι καλά στον ύπνο σου. Δείξε μου, μ’ εκείνον τον εξαιρετικό έμμεσο τρόπο που έχεις να το κάνεις, στο επόμενο γράμμα σου, πως με νοιάζεσαι λιγάκι.



Το Διαζύγιο







Όλο και περισσότερο ο κόσμος μοιάζει σαν ένα πελώριο τρελοκομείο
κι όσο εγώ συμμαζώνω τη ζωή μου
τόσο μοιάζει ασυμμάζευτος
κι όσο εγώ δεν βρίσκω θέση σ’ αυτόν
τόσο εκείνος δεν βρίσκει θέση σε μένα
κι όσο εγώ βρίσκω τον εαυτό μου
εκείνος με χάνει

Όσο απ’ τον κόσμο δραπετεύω
τόσο μου μοιάζει έγκλειστος
κι όσο αισθάνομαι γνωστό τον εαυτό μου
άγνωστος μού μοιάζει αυτός
όσο με μαθαίνω τον κόσμο ξεχνώ

Όλο και περισσότερο ο κόσμος μου μοιάζει
σαν ένα πελώριο τρελοκομείο
σαν μια μαζική παράκρουση
για να μπορώ να λογικεύομαι
παραλογίζεται ο κόσμος
για να βρίσκεται σε υγεία ο κόσμος μου
ο κόσμος αρρωσταίνει
για να έχω τα μάτια μου ανοιχτά
τυφλώνεται ο κόσμος
κάθε φορά που παίρνω το μέρος μου
ο κόσμος τοποθετείται απέναντί μου
λέω προτιμώ εμένα
κι ο κόσμος σαν ηχώ απαντά: προτιμούμε εμάς

Η ψαλίδα ανάμεσα σ' εμένα και τον κόσμο ανοίγει
κανείς στο κενό δεν κολυμπά να φτάσει σε καμία όχθη
κανείς δεν βαδίζει στην αναμεταξύ μας γέφυρα
μια γέφυρα που τα σανίδια της σάπισαν πια

Είτε θα φέρω όλον τον κόσμο στην όχθη μου
είτε θα ζήσουμε χωριστά
γιατί δεν θυμάμαι τέτοιο παράλογο γάμο
ο θεός να συνέζευξε
και τα διαζύγιά μου εγώ τα τιμώ

Απ΄το να επιστρέψω στο τρελοκομείο
προτιμώ να μείνω στην τρέλα μου

Ίσως τελικά ο κόσμος πει: ένας μας γλύτωσε

Όμως δεν ανησυχώ
μ' έναν τρελό λιγότερο δεν πρόκειται να κλείσει το ίδρυμα.



26 Φεβρουαρίου 2018

Υπόθεση Φωτός





 Πολλά αίσχη κρύβει η ψυχή του ανθρώπου, ντροπές, κακοδαιμονίες, αγρίμια, σκοτάδι.
Φώτισέ μας Κύριε.
Το υποσυνείδητό του κρύβει μια δεύτερη ζωή - αν όχι πρώτη - μια πάλη, έναν αγώνα, κι εκεί που χτυπιέται στοιχείο με στοιχείο μέσα στον άνθρωπο η καταστροφή.
Φώτισέ μας Κύριε.
Η καταστροφή μια απλή υπόθεση, εκεί που η μία σιωπή ορμάει στην άλλη, εκεί που ένας σπόρος κρύβεται στο χώμα, εκεί που ένας βλαστός γυρεύει ν’ ανθίσει, εκεί που μια ιδέα θέλει να επικρατήσει. Έχω δει τις ιδέες να μάχονται μέσα στον άνθρωπο μέχρι θανάτου, άλλοτε ως φίδια, άλλοτε ως τέρατα, άλλοτε ως παρθένες. Έχω δει παρθένες να πνίγουν με γυμνά χέρια τις ακολασίες. Έχω δει την αθωότητα αμείλικτη, σχεδόν ξεδιάντροπη και τη βαρβαρότητα να εκλιπαρεί για οίκτο εκεί που πέφτει το φως.
Φώτισέ μας Κύριε.
Έχω δει τον πόνο να σούρνεται σαν κροκόδειλος που του πάτησαν την ουρά, να τρέχει να κρυφτεί βαθύτερα μες στο σκοτάδι. Έχω δει το φως να καταστρέφει τον πόνο, έχω δει τη δυστυχία ν' ανθίζει, έχω δει την αθλιότητα να λαμποκοπά, έχω δει τη λάμψη να υπομένει.
Φώτισέ μας Κύριε.
Έχω δει τη θλίψη να μεταμορφώνεται σε λύπη, έχω δει τον πόνο να μεταμορφώνεται σε συμπόνια, έχω δει τους άλλους στο πρόσωπό μου. Έχω δει το φως σαν την έσχατη λύση.
Φώτισέ μας Κύριε.
Έχω δει την πηγή με πονεμένα μάτια. Μια τρομαχτική λάμψη - την ίδια τη δύναμη. Έχω δει το θεό σαν μία σκέψη, τη μία σκέψη σαν μία συνείδηση, τη μία συνείδηση σαν ένα ον, το ένα ον σαν ένα πνεύμα, το ένα πνεύμα στον ουρανό, τον ουρανό μέσα μας. Το έχω δει σαν ένα κατηφορικό κύκλο, να σημαδεύει ένα σημείο απεραντοσύνης, το έχω δει από κει ν’ ανοίγει και να διαχέεται και να μένει ο χρόνος σταθερός κι ακύλιστος.
Φώτισέ μας Κύριε.
Έχω δει χιλιάδες σκέψεις, αρχικά να φωνάζουν συγκεχυμένα με χίλιες φωνές, μετά να μιλούν καθαρότερα, αργότερα να ψιθυρίζουν μια μοναδική σκέψη με χίλιες όψεις, όμως έλεγαν μόνο μια μικρή σιγανή φράση, κάποτε αβάσταχτη, κάποτε απ’ την κατανόηση μέσα φερμένη, μα έλεγαν πάντα τη μια φράση: είσαι μόνος. Κι έλεγαν πάντα τη μια αυτή φράση: ο άνθρωπος είναι μόνος. Κι έλεγε πάντα αυτή η φράση: εκεί αρχίζει και τελειώνει το φως.
Φώτισέ μας Κύριε.
Κι έχω δει τη φράση να μην ακούγεται τρομαχτική, έχω δει τη σιγή να σκοτώνει το ουρλιαχτό, έχω δει το κελάδημα να σκοτώνει τη φωνή, έχω δει την απελπισία σας ατμός να εξατμίζεται, έχω δει την απόγνωση να μ’ εγκαταλείπει. Έχω δει στο χέρι μου να επιστρέφει το χάδι, κι έχω δει το χάδι μου να βάζει το χέρι μου στο στόμα του λιονταριού.
Φώτισέ μας Κύριε.

Κι έχω δει την εαυτό μου να έχει θεό, κι έχω δει το θεό να με κατέχει. 
Φώτισέ μας Κύριε, να τελειώσουμε εμείς ν’ αρχίσεις Εσύ. 



25 Φεβρουαρίου 2018

Οι Καταραμένοι






Κάπου υπάρχει μια πληγωμένη ανθρωπότητα
που αιμορραγεί βαθιά
ανήμπορη μόνη της να γιατρευτεί
σου κλέβει το βλέμμα, σου κλέβει την καρδιά
ζητάει να συμπάσχεις, να συμπονάς, να βοηθάς
ζητάει το αίμα σου
περνάει το βλέμμα σου πάνω απ’ τον πόνο της μ' ένα ρίγος
όμως τελευταία στιγμή σε σώζει μια χιλιομετρική απόσταση
εδώ, σ’ αυτούς μέσα τους τέσσερις τοίχους - και λιγάκι παραέξω - είμαστε καλά. Έχει τροφή, νερό, στέγη, ακόμα και διασκέδαση, και στα σκουπίδια ακόμα της Δύσης μας
μπορείς να βρεις πολύτιμα πράγματα, νοικοκυριό ολόκληρο να στήσεις απ' τα περισσεύματα.
Ναι, είμαστε καλά, όμως Σσσ, μη το φωνάζετε

Κάπου τα πράγματα είναι αλλιώς, όμως τι φταίμε εμείς;
είμαστε μικροί κι αδύναμοι για να φταίμε
δεν έχουμε καμία επιρροή - και να θέλαμε...
τι κι αν θέλαμε;
και να φωνάζαμε - τι κι αν φωνάζαμε;
ήσυχα, κουρνιάστε μέσα στις τύψεις σας
οι δικές μας θλίψεις είναι άλλου θεού
η δικιά μας στεναχώρια είναι άλλης κατασκευής
τα δικά μας βάσανα είναι άλλης προελεύσεως
σιγανά γυρίστε πλευρό  

Κάπου υπάρχει μια πληγωμένη ανθρωπότητα
που αιμορραγεί βαθιά
όμως τι ωφελεί να γράφεις γι' αυτήν
και να καμώνεσαι τον ευαίσθητο
τι ωφελεί να τη φωτογραφίζεις και να την αναμεταδίδεις
ίσως έτσι μόνο την πολλαπλασιάζεις
τι ωφελεί το κακό με κακό να πολεμάς
και στο οφθαλμό με οφθαλμό ν’ ανταποδίδεις
και που τελειώνει αυτό;
Σσσ, σιγανά, μην ξυπνήσουν οι ερινύες

Και τι ωφελεί της φρίκης τις εικόνες ν’ αποστρέφεσαι
να γυρίζεις πλευρό τον μακάριο ύπνο να κοιμάσαι;

Καμιά φορά, ανίκανος τον εαυτό σου να κυβερνήσεις
θα τρέξεις σα λυσσασμένο σκυλί μέσα σ' έναν πόλεμο
τα πόδια σου μονάχα τους θα σε οδηγούν
η ανάσα σου φωτιά θα πάρει
ένα παιδί μονάχα ν' αρπάξεις μέσα απ’ τις φλόγες θα γυρεύεις
ένα παιδί μοναχά να σώσεις, μονάχα ένα
γιατί έτσι θα αισθάνεσαι απ’ τους καταραμένους
του κόσμου όλου να σωθείς. 



24 Φεβρουαρίου 2018

Ο Ασύλληπτος






Κάποιος εποίησε τη ζωή με σοφία
Ο Ασύλληπτος. 

Κανονικά θα έπρεπε να παραπονιέμαι, ν' αγανακτώ, να οργίζομαι και να φωνάζω. Θα έπρεπε να είμαι θυμωμένος άνθρωπος, έχω κάθε λόγο γι’ αυτό - άλλωστε δεν θα μου ήταν δύσκολο και μερικούς να σκαρφιστώ, αν είχα θυμό να εκφράσω.
Όμως δε το κάνω, σιγανά συνομολογώ, εμπιστεύομαι, μου συνέβησαν πολλά, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν αδικίες - πάντα έναντι των άλλων, γιατί μόνο έναντι των άλλων μπορείς να διακρίνεις αδικία. Όμως δε το κάνω, κι ας μη μου φέρθηκε η ζωή καλύτερα απ’ τους περισσότερους. Και ξέρω πολλούς περισσότερους, που με τριπλάσια απ’ τα δικά μου αγαθά, είναι κακοί άνθρωποι, και θυμωμένοι, και βλαβεροί για τους άλλους, καχύποπτοι και άλλα που δεν τα λέω, γιατί δεν μ' αρέσει να κακολογώ.
Όμως εγώ δεν τους μοιάζω, παρόλο, που αν το σκεφτόμουν, θα έβρισκα πολλούς λόγους να τους μοιάζω, όμως δεν το σκέφτομαι. Θα μπορούσα να πω, πως είμαι σε χειρότερη μοίρα από πολλούς, που είναι πραγματικά χάλια άνθρωποι. Ίσως κάτι περισσότερο να βλέπω τελικά που δεν το βλέπουν, ίσως δεν βλέπουν πως είναι καλά. Δεν μπορώ αλλιώς να το εξηγήσω, αφού εγώ από έξω που τους βλέπω... τους βλέπω μέσα σε μια χαρισάμενη ζωή, με όλα τα καλά του κόσμου, ενώ αυτοί δεν μπορούν να το δουν, κάτι πάντα έχουν, κάτι τους φταίει, συχνά βρίζουν. Εγώ όχι, είμαι ευγενικός. Αν το σκεφτόμουν, θα έβρισκα πολλούς λόγους κι εγώ να βρίζω και ν’ αναθεματίζω, και να κατηγορώ, όμως δεν το σκέφτομαι, ούτε με απασχολεί, είμαι απλά ευγενικός άνθρωπος, φέρομαι με ευγένεια.

Όλο αυτό, το εξηγώ πως κάποιος εποίησε τη ζωή με σοφία, ο Ασύλληπτος.  Ό Ίδιος έφτιαξε και το έξω και το μέσα του ανθρώπου. Όχι πως ξέρω περισσότερα από πολλούς, αλλά καμιά φορά είναι ωραία κι έτσι όπως είναι. Κι όχι πως δεν θέλω, αλλά και χωρίς να θέλω πάλι καλά είναι, όχι πως δεν επιθυμώ, αλλά νά, δεν γανιάζω τόσο. Όχι πως έχω πολλά, αλλά νά, αυτά που έχω μου φτάνουν.

Κανονικά θα έπρεπε ν' απορώ με τους ανθρώπους, όμως απορώ με τον εαυτό μου. Άλλος στη θέση μου - με προϋπόθεση τη γέννησή μου να είχε, και με μια ακόμα προϋπόθεση να έγραφε -  θα είχε να πει πολλά αρνητικά, να κατηγορήσει, να επιρρίψει ευθύνες, να να και να. Εγώ πάλι όχι. Ακόμα και αξιόλογοι κι άριστοι ποιητές, τη μοιρολόγησαν αρκετά τη ζωή, κι άλλοι βαθιά απ’ το σπλάχνο τους που έγραψαν, τους πήρε - λίγο πολύ - το πρόσωπό τους το μαύρο φάλτσο. Εμένα πάλι όχι, και να πεις είχα καμιά εξαιρετική γέννηση... όμως δεν είχα τέτοια, όλες οι προϋποθέσεις - όπως και των περισσοτέρων ανθρώπων - εναντίον μου κι αρνητικές ήταν.

Ίσως τελικά ξέρω κάτι περισσότερο και δεν το μαρτυρώ. Όμως θα το πω: είχα μια γιαγιούλα, τυραννισμένη γυναίκα, όπως οι περισσότερες της υπαίθρου, όμως παρόλο που σήκωνε πολλά βάρη στη ζωή της, καμιά φορά κοίταζες κάποια γλυκύτητα βαθιά απ’ την ψυχή της, στο πρόσωπό της να καταλήγει κι ακτινοβολούσε, και μες στην μαύρη ζωή της το βλέμμα της ν’ ακτινοβολεί, και με τη στερνή πνοή της να προφέρει: γλυκιά είναι η ζωή. Αυτή με υποψίασε για την ακτίνα.

Από τότε γνώρισα πολλούς αξιόλογους ανθρώπους, πολλούς σπουδαγμένους και διάβασα πολλούς ποιητές, μάλιστα γνώρισα κι αρκετούς δυνατούς, ισχυρούς, όμως κανείς δεν είχε τις αντοχές της γιαγιάς μου. Η γιαγιά μου, μέσα στις πίκρες της, έβρισκε γλυκιά τη ζωή, οι περισσότεροι που ξέρω, μέσα στις γλύκες τους, βρίσκουν πικρή της ζωή. Είπαμε, Μέγας ο Ασύλληπτος.

Εγώ ξέρω πως η ζωή είναι στη βάση της τραγική, και τραγική τη δέχομαι. Όμως επειδή τη δέχομαι αλλάζει.

Κάποιος εποίησε τη ζωή με σοφία, δεν το έκανα εγώ, εγώ έτσι τη βρήκα. Το έκανε ο Ασύλληπτος, δεν μπορώ να τη συλλάβω κι ούτε μπορώ να της βρω λάθη κι ατέλειες. Σίγουρα κάτι περισσότερο ξέρει και το περισσότερο που μπορώ να κάνω εγώ είναι ν’ ακούω. Δε βρίσκω κάποια λογική στο ν’ αναρωτηθώ γιατί έτσι, ή γιατί αλλιώς, ή γιατί σε μένα, ή θα μπορούσε αλλιώς, δεν έχω καμία απολύτως εξουσία πάνω στα περασμένα.
Η φράση θα μπορούσε ίσως… με αφήνει αδιάφορο. Ένα πράγμα μόνο ξέρω, πως αύριο ξημερώνει μια καινούργια μέρα, κι αν προσέξω τη σημερινή… μπορώ να τη φτιάξω λιγάκι καλύτερη.
Όχι, δεν είχα τις προϋποθέσεις μιας άριστης γέννησης, όμως αυτός που ήρθε στον κόσμο ως αποτέλεσμα της γέννησης μου, δεν ζει σε μένα πια, χωρίς να τον σκοτώσω πέθανε.

Κι επαληθεύτηκε τελικά η γιαγιά: ο πελαργός μ’ έφερε, λευκό μωρό σαν κρίνος.
Όλο το κληρονομικό μαύρο στοιχείο της γέννησής μου, το καταπίνει λαίμαργα το φως.
Στο κάτω κάτω, αν αφαιρέσεις απ’ τους γονείς μας τις αδυναμίες τους και την ψευδή εικόνα και την ψευδή γνώμη που είχαν για τον εαυτό τους… είμαστε όλοι παιδιά μιας βασίλισσας κι ενός βασιλιά, που απλά δεν αξιώθηκαν στέμματος. Η καταγωγή μας πηγαίνει πολύ πιο πίσω απ΄την γέννησή μας στη ζωή, η καταγωγή μας βρίσκεται στην αρχή του κόσμου κι όχι στην αρχή της ζωής μας.

 Όμως καμία μάνα δεν μπορεί να πει, πως δεν γέννησε πριγκίπισσα και βασιλιά, όλο το άλλο μαύρο, που χρειάζεται να το ξύσεις να φύγει, όλο το άλλο, απλά κάτι, που τη λάμψη των ανθρώπων φθονεί.

Όμως η ζωή, είναι του Ασύλληπτου δημιουργία, το νου σου σ’ αυτό. 

Όχι, δεν έχουν οι άνθρωποι πάντα τις άριστες προϋποθέσεις μιας γέννησης, όμως τι σημασία έχουν οι προϋποθέσεις, αν μπορείς ν' αλλάξεις τη γέννησή σου; 

Υστερόγραφο. Και μιας και είναι στη μόδα να λέμε ψυχολογία… υπάρχει κάτι στον άνθρωπο πέρα απ’ την ψυχολογία, φτάσε εκεί. Ουδέν αναπότρεπτων της γέννησής μας. Ο Ασύλληπτος είπε: Κι απ’ το χέρι σου μπορείς να γεννηθείς. Όρεξη για ζωή να έχεις και νύχτες για ξόδεμα. 



23 Φεβρουαρίου 2018

Λύτρωση








Μπορώ να σας χαρίσω ολόκληρη την αληθινή ζωή σας
- ή όπως αλλιώς θέλετε να τη λέτε –
αρκεί να με αφήσετε να ζήσω στον κόσμο μου-
σας χαρίζω όλη σας την πραγματικότητα
μονάχα αφήστε με να ζήσω στη φαντασία μου
σας χαρίζω όλα τα πλούτη που επιθυμείτε
μονάχα αφήστε με στον παράδεισό μου

Θέλω να μπω τώρα σ’ ένα μυθιστόρημα
και να βγω του χρόνου
αφήστε με μόνο να γράφω, τίποτα άλλο δεν σας ζητώ

Αργά ανακάλυψα πως αυτό
είναι μέγιστο για την ψυχή μας δώρο
να φτάνει η ψυχή μας ως τ’ ακροδάχτυλα
λύτρωση μεγίστη
δεν χρειάζεται μακριά να φύγεις για να γνωρίσεις την τραγωδία
απ’ την ψυχή μας ως το νου, σε αυτό μέσα το μικρό μεγάλο διάστημα
 ελλοχεύει όλη η ανθρώπινη δυστυχία
δεν θέλει μακριά να πας για να πεις πως έζησες
τη διαδρομή απ’ την καρδιά ως το νου
και πάλι πίσω στην καρδιά να διασχίζεις
κι έχεις περπατήσει μίλια απεριόριστα

Αφήστε με στον κόσμο μου κι ο κόσμος χάρισμά σας
δεν μας λείπει ποτέ ο κόσμος, ο κόσμος μας όμως μας λείπει
κι όταν μας λείπει ο κόσμος μας κόσμος μας λείπει
σας χαρίζω όλο το πλήθος
μόνο επέστρεψέ μου ακέραια κι ατραυμάτιστη τη μοναξιά μου

Να φέρνεις την ψυχή σου ψηλά
να τη γράφεις
μπροστά σου να τη βλέπεις
κι αν δεν μπορείς να τη γράφεις να τη μιλάς
για να μην έχεις ψυχή αλλά πάντα λίγο άνεμο

Αφήστέ με μόνο να γράφω
μια λέξη η ψυχή μας όλη: λύτρωση.

Η Απλότητα







Βαδίζουμε προς την απλότητα
αργά, νυχτερινά μέσα από τούνελ
ζωή δεν είναι αυτή που ονειρευόμαστε
ζωή είναι αυτή που ζούμε

Βαδίζουμε προς την απλότητα
μέσα από σύνθετες του νου παραφυάδες
τα φτιάχνουμε όλα δύσκολα και τα σκορπίζουμε
μέσα σε λίγες σύντομες λιακάδες

Βαδίζουμε αργά προς την απλότητα
σε λίγες λέξεις μα γεμάτες σημασία
κι είναι τα δύσκολα για εμάς αναγκαιότητα
κι είναι στα μάτια μας όμορφες οι θυσίες

Βαδίζουμε αργά προς την απλότητα
προς λύσεις μπρος στα μάτια μας δοσμένες
ψάξαμε σε όλα τ' αλλού τη σοβαρότητα
μα ήταν τούτη μες στου νου μας την πληρότητα

Βαδίζουμε αργά προς την απλότητα
δυό λέξεις όλες κι όλες ουσιώδεις
χαμένοι στου κενού την ελαφρότητα
εντύπωση μας κάνουν οι λιακάδες

Βαδίζουμε αργά προς την απλότητα
μαζεύοντας τον οίστρο απ’ τα πέριξ
διωγμένοι απ’ της καρδιάς μας τη θερμότητα
αναζητήσαμε χαρά στη ματαιότητα

Βαδίζουμε αργά προς την απλότητα
μια σύντομη ματιά στην αθωότητα
φυλακισμένοι στου κορμιού μας την πυκνότητα
όλη η ζωή μας να τη ζήσουμε κοντά μας περιμένει 

Απλή και σύντομη είναι η ζωή
τόσο απλή όσο μπορείς να τη σκεφτείς
και τόσο περίπλοκη
όσο μπορεί η σκέψη να την κάνει. 
 

21 Φεβρουαρίου 2018

Πνευματικότητα







- Τι είναι η πνευματικότητα;
- Η πνευματικότητα είναι πνεύμα. Όμως κανείς δεν ξέρει τι είναι πνεύμα. Αντλούν μόνο παράγωγα του πνεύματος και τα ονομάζουν πνευματικά. Συχνά λένε πνευματικούς τους σκεπτόμενους ανθρώπους, ή ανθρώπους θρησκευτικούς, ανθρώπους που καταπιάνονται με το πνεύμα, ενώ οι άλλοι καταπιάνονται με την ύλη, όλο αυτό είναι μια παρεξήγηση.

Η δικιά μου γνώμη για το πνεύμα, είναι, πως είναι κάτι σαν αποκρυσταλλωμένη ενέργεια, κάτι σαν η θέα των ματιών μιας καθαρής καρδιάς, το πνεύμα δεν είναι τίποτα άλλο παρά μόνο διαύγεια. Όλοι οι άνθρωποι είναι πνευματικοί, δεν μπορούν αλλιώς, όμως δεν γίνονται όλοι πνευματικοί, ούτε οι σκεπτόμενοι είναι όλοι πνευματικοί, γιατί το καθαρό πνεύμα είναι απουσία σκέψης και απουσία χρόνου.

Όταν λέμε πνευματική ζωή, δεν εννοούμε ακριβώς ανθρώπινη ζωή, αλλά ζωή της παρουσίας του ανθρώπου. Η ζωή της παρουσίας είναι μια δεύτερη ανθρώπινη ζωή με δικά της χαρακτηριστικά. Η πορεία του ανθρώπου, είναι αρχικά ν’ ατενίζει την απεραντοσύνη και να γίνεται απεραντοσύνη, είναι να βγαίνει απ’ τον εαυτό του στον αιθέρα και να γίνεται αιθέρας, είναι να μελετά το σύμπαν και να γίνεται σύμπαν.

Ο άνθρωπος στην πνευματική ζωή, μπορεί να μη ζει ακριβώς μέσα στον εαυτό του, αλλά να αισθάνεται κάτι σαν έδρα του τον εαυτό του. Ο εαυτός του πνευματικού ανθρώπου, γίνεται κάτι σαν Αυτός ή Εκείνος. Λέει σε μια παρέα: τι έκανε πάλι ο Κώστας; και το εννοεί. Ά, τα κάνει συχνά αυτά, συνεχίζει και το αισθάνεται, με την αίσθηση, πως ο Κώστας είναι κάτι που το ξέρει, είναι απλώς κάποιος που τον ξέρει.

Στην πνευματική ζωή, ο κόσμος ο κτιστός, γίνεται κάτι σαν καρέ του κινηματογράφου, γίνεται κινηματογραφικός, δεν υπάρχει μόνο η γνώση πως πρόκειται για μια ψευδαίσθηση αλλά η αίσθηση κι η εμπειρία της ψευδαίσθησης.  Στην πνευματική ζωή, το βλέμμα εστιάζει, κάνει focus σαν κινηματογραφικός φακός. Κοιτάζει στο πάρκο ένα παιδί που παίζει και το βλέμμα διώχνει μακριά απ’ το παιδί το χρόνο σαν ένα σύννεφο καπνού. Έτσι, απομένει μόνο ένα παιδί που παίζει σε ολόκληρο τον κόσμο, κι αυτό το παιδί, εκείνη τη στιγμή, παίζει εκεί τώρα και για πάντα. Έπαιζε εκεί από πάντα και θα παίζει για πάντα, το εστιασμένο βλέμμα έχει απομακρύνει το χρόνο γύρω από το παιδί κι έχει αποκρυσταλλώσει το βλέμμα το παιδί, μέσα στην κίνησή του και μέσα στο παιγνίδι του το έχει σταθεροποιήσει, το παιδί παίζει πια στην αιωνιότητα. Στην πνευματική ζωή, η κάθε στιγμή, την κάθε συγκεντρωμένη στιγμή, ακολουθεί η αίσθηση της αιωνιότητας.

 Μια γυναίκα βαδίζει στο πεζοδρόμιο, έχει φύγει από κάπου για να πάει κάπου. Όταν ο άνθρωπος έχει χρόνο, το κάπου που έχει φύγει η γυναίκα και το κάπου που πηγαίνει είναι μέσα στη γυναίκα και επίσης μέσα στον παρατηρητή που την παρατηρεί. Όταν όμως ο παρατηρητής δεν έχει μέσα του χρόνο, απουσιάζει κι απ’ τη γυναίκα ο χρόνος, η γυναίκα τότε δεν έχει φύγει από κάπου για να πάει κάπου, αλλά είναι εκεί όπου έφυγε, είναι εκεί όπου πηγαίνει κι είναι εκεί όπου βαδίζει, απλώς το βλέμμα τη συλλαμβάνει εκεί όπου βαδίζει. Και η γυναίκα βαδίζει εκεί για πάντα, βαδίζει εκεί αιώνια.
 Το βλέφαρο ανοιγοκλείνει κι απελευθερώνει τη γυναίκα, για λίγο την αιχμαλώτισε στην αιωνιότητα μα τώρα την αφήνει να συνεχίσει το δρόμο της.

 Πέφτει το βλέμμα σε ένα πάρκο και το σχηματίζει, το δημιουργεί. Πέφτει σε ένα κτήριο και το κτήριο υπάρχει, παίρνει το βλέμμα απ’ το κτήριο κι εκείνο εξαφανίζεται. Κοιτάζει κρυφά το κτήριο, χωρίς εστίαση και το βλέπει μέσα σε ένα κβαντικό σύννεφο, σε μια ομίχλη. Παίζει το βλέμμα με το κτήριο. Το βλέπει υπάρχει, παίρνει το βλέμμα και χάνεται.

 Πνευματικότητα είναι μια εσωτερική κατάσταση, αποκρυστάλλωσης αιωνίων στιγμών και διαρκούς κινηματογραφικής εντύπωσης, είναι μια ζωή, όπου κυριαρχεί, όχι η ίδια η ζωή, αλλά η παραμονή στη ζωή. Είναι μια εσωτερική κατάσταση, όπου κυριαρχεί η αίσθηση του επισκέπτη στη ζωή, η αίσθηση της επίσκεψης, όμως η αίσθηση κι όχι το αίσθημα, γιατί το αίσθημα συμμετέχει.

 Πνευματικότητα είναι μια κατάσταση, όπου επικρατεί διαρκώς η αίσθηση της παρατήρησης των πραγμάτων κι όχι η εμπλοκή με αυτά. Είναι μια κατάσταση αποστασιοποίησης απ’ τον ίδιο τον εαυτό, ταύτισης και ξανά αποστασιοποίησης. Είναι σαν ένα μέρος του εγκεφάλου να ζει στον αιθέρα, κι αυτό το μέρος, το πιο υψηλό, έχει στον έλεγχο και την εποπτεία του, ολόκληρο τον εγκέφαλο και τη ζωτική λειτουργία, ενώ αυτό το μέρος που παρατηρεί, υπάρχει η αίσθηση πως δεν εδρεύει καν σε εμάς. Στην πνευματική ζωή ζεις κάπου εκεί γύρω στον εαυτό σου.

Ο άνθρωπος είναι ένα αξιοθαύμαστο ον και πλάσμα, αξίζει να το ερευνάς και να το μαθαίνεις, η ανακάλυψή του δεν κουράζει ποτέ. Η μοναξιά δεν είναι ποτέ βαρετή, στο τέλος δεν υπάρχει, γίνεται ανύπαρκτη και το ενδιαφέρον διαρκώς αυξάνεται.  


19 Φεβρουαρίου 2018

Πανσέληνος







Ο Δημήτριος της έλεγε: να είσαι σίγουρη πως δεν αφήνει κανέναν να χαθεί ο θεός, το δοκίμασα πολλές φορές κι όλες απέτυχε.  Όλες τις φορές κάτι σε μένα χάνονταν, όμως δεν ήμουν εγώ. Σε βεβαιώνω, της έλεγε, πως ο θεός σε ζει, κι έχει λόγο που το κάνει, έχει για σένα σκοπό.

Ο Δημήτριος της έλεγε: πάντα ο θεός μ’ έσωζε, στο παρά λίγο μιας καταστροφής με τρομαχτική ακρίβεια, με άφηνε να γευτώ όλη την πτώση μου και να δοκιμαστώ, μου επέτρεπε να κατέβω ως εκεί που ζει μέσα μου η φωτιά, δεν είναι εύκολο αυτό, ποτέ δεν ήταν. Ο θεός επέτρεπε ακόμα και την ελπίδα μου να χαθεί, αλλά εκεί πάνω, στην πιο μαύρη στιγμή, είχε πάντα έναν τρόπο να τ’ ανατρέπει όλα - για να γίνει αυτό κατανοητό, είχε έναν τρόπο να φέρνει τα πάνω κάτω και τα κάτω πάνω.

Αυτό το έκανε, για να μπορέσω εγώ, να πάρω τη μεγαλύτερη μέγιστη χαρά, και ν’ αυξήσω κάθε φορά, στο πρόσωπό Του, τη μέγιστη δυνατή πίστη - το έκανε όσες φορές χρειάστηκε - και για ν’ ακριβολογώ - το έκανε όσες φορές χρειάστηκα.

Ο Δημήτριος της έλεγε: αν είχα ένα τρόπο να φροντίζω τον εαυτό μου δεν θα με φρόντιζε, ίσως με αγνοούσε, μα δεν έχω τρόπο. Αν είχα ένα τρόπο να τα καταφέρνω, ίσως να μην με βοηθούσε να τα καταφέρνω, μα δεν έχω τρόπο, ο τρόπος μου να τα καταφέρνω είναι ο τρόπος Του. Το κάνει την ώρα που εγώ χάνομαι απ’ τη μία και βρίσκομαι απ’ την άλλη. Το κάνει την ώρα που εγώ χάνομαι ως μαύρος και γεννιέμαι ως λευκός. Το κάνει την ώρα που εγώ πεθαίνω ως σκοτάδι και γεννιέμαι στο φως.

Ο Δημήτριος της έλεγε:είναι δύσκολο, ακόμα κι αυτή τη στιγμή, να μην αμφισβητώ όσα λέω, όμως Εκείνος, θα με πείσει σίγουρα για όσα λέω, έχει τον τρόπο να το κάνει. Αυτό που χαρίζει ο θεός εκτός των άλλων, της έλεγε, είναι η πειθώ, και να το ξέρεις πως αυτή τρομάζει τους ανθρώπους, τους κάνει να κάνουν κύκλους. Τους κάνει να γίνονται σκεπτικιστές, όμως αυτό καλό είναι. Είναι παράξενα όλα όσα έχουν συμβεί στη ζωή μου, της έλεγε, και τα πιο παράξενα μου συμβαίνουν τώρα. Είναι παράξενα κι όλα συγκλίνουν προς ένα μοναδικό σκοπό.

 Ο Δημήτριος της έλεγε:  ο θεός έχει έναν τρόπο να μας φέρνει κοντά του, που είναι δύσκολο να τον αρνηθείς, μπορείς βέβαια να τον αρνηθείς, όμως δεν μπορείς ν’ αρνηθείς πως ο τρόπος υπάρχει.  Μπορείς να μην το κάνεις, όμως δεν μπορείς να μην χρειάζεται να το κάνεις. Ενώ δεν χρειάζεται εσύ να το κάνεις, εσύ χρειάζεται μόνο να το επιτρέψεις να συμβεί. Μπορείς να ζήσεις όλη τη ζωή σου μακριά Του, απλώς αυτό, μισοφέγγαρο είναι και δεν είναι πανσέληνος. Και μη νομίζεις πως το μισοφέγγαρο, επειδή δεν βλέπεις το άλλο μισό φεγγάρι δεν είναι πανσέληνος. Αλλά ούτε να νομίζεις, πως δύο μισοφέγγαρα φτιάχνουν μια πανσέληνο.



Η Δίψα

Δεν ξέρω καλή μου, δεν ξέρω, αλλάζω βαθιά Περπατώ πλέον πάνω σε τριγμούς σταφυλιών Νέοι κόσμοι μου αποκαλύπτονται διαρ...