Γράμμα







 Αγαπητή Μάρθα, χαίρομαι που υπάρχεις στη ζωή μου γιατί μπορώ και σου μιλώ. Μας έχουν απομείνει ελάχιστες απολαύσεις στη ζωή και μια απ’ αυτές είσαι εσύ. Κάθε φορά που βρίσκομαι μαζί σου απολαμβάνω τη συντροφιά σου, πίστεψέ με, είναι τόσο σπάνιο αυτό στη ζωή που οι περισσότεροι δεν το βρίσκουν ποτέ.
Όταν είμαι μαζί σου συναντώ και χαίρομαι τη σιωπή μου, τα λόγια σου είναι τόσο στωικά σαν δύο φτερούγες που με σκεπάζουν. Θα μπορούσες με μια ματιά σου να παρηγορήσεις έναν λόχο, φαντάζομαι, αυτή σου η διάθεση σ' έφτασε μέσα από μεγάλες προσωπικές δυσκολίες, όμως τις ευγνωμονώ, επειδή σ’ έφτασε.
Αγαπητή Μάρθα, το ξέρεις πια καλά, όταν δεις γράμμα μου ξέρεις πως έχει γραφεί από διάθεση να θέλω κάπου ν’ ακουμπήσω. Είσαι το στήριγμά μου, όμως δεν σε τοποθετώ κάθετα στην ψυχή μου αλλά πλευρικά, δεν αποτελείς στήριγμα μην πέσω, γιατί αν αποτελούσες μην πέσω στήριγμα θα αποτελούσες μαζί στήριγμα μην σηκωθώ. Είσαι απλώς η παρέα μου, σε ξέρω από μικρή, σ' αγαπούσα από μικρή, όμως παντρεύτηκες άλλον, χαίρομαι που παντρεύτηκες άλλον αλλά εμένα κατά βάθος αγαπάς.

Οι άνθρωποι είναι παράξενοι Μάρθα. Μπαίνει ένας σύζυγος στο σπίτι μετά από μια εξαντλητική μέρα εργασίας να φέρει στην οικογένειά του ψωμί, και βλέπει τη γυναίκα του ολόγυμνη στο κρεβάτι με τον εραστή της σε στάση αμιγώς ερωτική. Του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι, αρχίζει να βωμολοχεί, "με απατάς πόρνη!" Ουρλιάζει. "Εμένα, που σου χάρισα τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου! Που σκοτώνομαι στη δουλειά! Σκύλα! ακαμάτρα, τεμπέλα, δεν με σεβάστηκε, με τι μούτρα θ’ αντικρίσω τώρα εγώ την κοινωνία! Δεν σεβάστηκες το παιδί μας, να της λέει, μάνα είσαι εσύ!"
Και, Μάρθα, προσπαθεί να την πληγώσει, το καταλαβαίνεις ε; δεν μπορεί να της συγχωρήσει που βρήκε, έστω αυτόν τον απαράδεκτο τρόπο, λιγάκι, λίγο μόνο να νιώσει ζωντανή. Δεν έχει δικαίωμα γι’ αυτόν να ζει, με καταλαβαίνεις; Τη θέλει μαζί του στη δυστυχία, στην αποτρόπαια δυστυχία, κι εκείνη η έρμη τι έκανε; Απλώς, από τη μεγάλη καταπίεση και δυσκολία που έχει δεχθεί, για να μην πεθάνει, για να μην πεθάνει ακούς; το σώμα της σαν άμυνα ξεχείλισε από ερωτισμό. Και η ψυχή της, τόσο που θέλησε να τη θάψει, αποστάτησε. Και κάτω από το ζυγό, μέσα από τις αναθυμιάσεις, η ζωή μέσα της επαναστάτησε μ’ έναν τρόπο που την πλημμύρισε έρωτα. Πόθησε Μάρθα, και γύρεψε ένα τίναγμα ελευθερίας· τη μύρισε ένας σκύλος και την ακολούθησε ως το κρεβάτι. Όμως Μάρθα, αυτό όλο, το μεγάλο, σημαντικό, αποτρόπαιο, φρικαλέο ζήτημα, δεν έχει καμία απολύτως σημασία για τη ζωή, είναι απολύτως ασήμαντο. Αυτός ο άντρας χρόνια τώρα δεν την αγαπούσε, πληγώθηκε μόνο ο εγωισμός του, τίποτα άλλο σε αυτόν Μάρθα, δεν υπάρχει κάτι άλλο να πληγωθεί σε αυτόν.

Είναι κρύες και γκρίζες οι εποχές που ζούμε, Μάρθα ακούς; Εκεί στα βόρια που ζεις να τυλίγεσαι καλά στην εσάρπα σου όταν βγαίνεις στο δρόμο και τις νύχτες να σκεπάζεσαι καλά στον ύπνο σου. Δείξε μου, μ’ εκείνον τον εξαιρετικό έμμεσο τρόπο που έχεις να το κάνεις, στο επόμενο γράμμα σου, πως με νοιάζεσαι λιγάκι.



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Παιδί του Ουρανού

Η Τέχνη του Αποχωρισμού

Η Σιωπή του Ιησού