Μυρουδιά Μητέρας…






Περιμένοντας τη γιορτή
γράφω για να ξεσκεπάσω τα κρυμμένα
τα καλά, τα λευκά, τ' αυθεντικά
όπως ένα λευκό κεντητό τραπεζομάντιλο
που κρατούσε κρυμμένο στο συρτάρι η μητέρα
για την καλή την ώρα τη γιορτινή, την κυριακάτικη
αν και η μητέρα πέθανε πρώτη
κι έχω την αίσθηση κάποια φορά
πως το λευκό τραπεζομάντιλο το κληρονόμησα
το έχω κι εγώ κρυμμένο στο συρτάρι, για την καλή την ώρα, την κυριακάτικη
όμως μετά τόσες Κυριακές
το καλό τραπεζομάντιλο στο συρτάρι είναι ακόμα

κάποια φορά το πετυχαίνω
όταν κλειδώνομαι επίτηδες στη ντουλάπα
και κάνω πως ψάχνω το κλειδί
και φοβάμαι ψεύτικα,
παριστάνω τον τρομαγμένο κι έχω μια επιθυμία
να θέλω να νιώσω αβοήθητος κι άρρωστος
γιατί έτσι αισθάνομαι πως θα γυρίσω πίσω τη μητέρα,
έτσι αισθάνομαι πως θα τη γεννήσω·
έτσι, μεταποιώ καμιά φορά όσα νιώθω
σε κατάσταση ανησυχίας μητέρας
γιατί αν με νιώσει μόνο, ανυπεράσπιστο κι αβοήθητο, 
σίγουρα από κάποια σκάλα θα κατέβει·
είναι ο τρόπος μου κοντά μου να τη φωνάζω - να την καλώ
κι είναι ο τρόπος που η αγάπη της ανταποκρίνεται 

ουσιαστικά είναι ένα ζήτημα όσφρησης
η μητέρα είναι νεκρή, όμως ακόμα τη μυρίζω
η μυρουδιά της ποτέ δεν πέθανε.



Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αόρατος Νόμος

Γαλάζια Έρημος

Οι Μπλε Άνθρωποι