31 Μαρτίου 2018

Ο Λάζαρος



Όταν ο Λάζαρος αναστήθηκε ήταν σα χαμένος, τέσσερις μέρες μόνο νεκρός μα έμοιαζε να έχει ξεχάσει για πάντα αυτή τη ζωή. Συχνά ήταν αφηρημένος, τον ρωτούσαν διάφορα όμως εκείνος μόνο τους κοίταζε, περίεργα, σκοτεινά, και πολλές φορές έμοιαζε με άνθρωπο χωρίς μνήμη. Συχνά κάθονταν σε μια γωνιά μόνος και κοίταζε το κενό, αν δεν του έδιναν να φάει δεν θα έτρωγε. Οι άνθρωποι του έλεγαν συχνά πες μας, μίλησέ μας, εσύ πήγες, έφτασες Εκεί, εσύ ξέρεις, πες και σ' εμάς λοιπόν πως είναι εκεί, πες μας τι είδες;

Ο Λάζαρος τους κοιτούσε μια μια κατάφωρη απορία, δεν καταλάβαινε για καιρό τίποτα, πού ήταν το Εδώ, πού ήταν το Εκεί, ήξερε μόνο - μάλλον υποψιαζόταν - πως του είχε συμβεί κάτι εξαιρετικά σπάνιο, κι αυτό το αναγνώριζε στα τρομαγμένα μάτια των ανθρώπων. Όμως απαντήσεις δεν είχε, μόνο μια θολή μνήμη, ούτε αισθήματα είχε, δεν υπάρχουν μέσα στον άνθρωπο αισθήματα γι' αυτό το γεγονός. Μόνο καμιά φορά κοίταζε την αδερφή του λυπημένα, πολύ λυπημένα, αλλά δεν γνώριζε το λόγο της λύπης του για καιρό.

Η οικογένειά του αρχικά υπήρξε χαρούμενη, σχεδόν ενθουσιασμένη, είχε επιστρέψει ο άνθρωπός της στη ζωή, όμως δεν είχε ερωτηθεί γι' αυτό. Εκείνος, ο Λάζαρος, είχε περάσει όλη τη διαδικασία και την αγωνία του θανάτου, δεν είχε πεθάνει ξαφνικά, είχε πεθάνει συνειδητά, όταν άρχισε κι ένιωθε να πεθαίνει...ζούσε ακόμα, το βίωσε, το ένιωσε, το σκέφτηκε πως θα πεθάνει, είχε αφεθεί στο θάνατο, του είχε παραδοθεί, την είχε εγκαταλείψει τη ζωή, την είχε αφήσει, την είχε αφήσει πίσω του και τώρα είχε επιστρέψει, μα δεν ήξερε πια ούτε ποιος ήταν ούτε τί να κάνει με τη ζωή που του είχε δοθεί - χαριστεί. Δεν ήξερε τί να κάνει με τούτο το πλεόνασμα του χρόνου του.

Η οικογένειά του έστησε μεγάλο γλέντι για την ανάστασή του, όμως εκείνος ήταν ο μόνος που δεν μπορούσε να το χαρεί. Άνθρωποι έρχονταν απ΄όλον τον τόπο και τον κοιτούσαν εκστατικά και με δέος, μερικοί τον προσκυνούσαν, του φιλούσαν το χέρι, σαν να ήταν κάτι πολύτιμο, εκείνος όμως έμοιαζε περισσότερο με πάγο παρά με άνθρωπο. Με τον καιρό κατάλαβε στην ύπαρξή του ένα σημάδι, κατάρα ΄γ ευλογία να ήταν; δεν είχε ακόμα καρδιά να το ξεχωρίσει. Ευλογία θα ήταν αφού είχε επιστρέψει στη ζωή, όμως για να πεθάνει η ζωή του θα είχε τελειώσει. 

Πέρασε κι άλλος καιρός κι αυτό που άρχισε να νιώθει σιγά σιγά, δεν ήταν ούτε ζωή ούτε θάνατος αλλά κάτι ενδιάμεσο. Μια μέρα, έκανε μια χαρούμενη σκέψη και προσπάθησε να χαρεί τη ζωή του, όλοι στο σπίτι είπαν, Εκείνος σήμερα γέλασε, το είδαν ως ένα γεγονός. (Συχνά τώρα πια, μεταξύ τους στο σπίτι τον αποκαλούσαν "ο Εκείνος" κι όχι με το όνομά του). Όμως κράτησε για λίγο η χαρά του και μετά βυθίστηκε πάλι στο πένθος του. Να σκεφτεί πως ο θεός είχε κάνει λάθος να τον αναστήσει ούτε λόγος. Ο θεός του είχε πάρει τη ζωή ο θεός του την επέστρεψε, στην σκέψη αυτή βρήκε παρηγοριά κι εναπόθεσε ξανά τη νέα ζωή του στα χέρια του θεού. Έτσι κατάφερε να ξεκινήσει τη νέα ζωή του λιγοστά.  

Όμως σύντομα, διαπίστωσαν όλοι πως ο Λάζαρος απέφευγε τους ανθρώπους κι έκανε παρέα με τα πρόβατα. Όσο έζησε το έκανε ως βοσκός προβάτων, όμως πάντα φοβόταν ν' αγαπήσει τη ζωή για δεύτερη φορά, όσο έζησε το έζησε με επιφύλαξη προς τη ζωή, δεν δέθηκε ποτέ ξανά μαζί της. Δεν μετάνιωσε ποτέ ούτε ζητωκραύγασε για την ανάστασή του, όσο έζησε το έζησε στα μισά, με το ένα πόδι στη μια όχθη και το άλλο στην άλλη, ποτέ δεν επέστρεψε ολόκληρος από τον θάνατο ποτέ δεν έφυγε ολόκληρος απ΄τη ζωή.
Στο τέλος απομονώθηκε και ξεχάστηκε. 

Όταν πέθανε άφησε μια μόνο παραγγελιά, ένα κομματάκι χαρτί που είχε γράψει: Όχι πια άλλα δάκρυα, ούτε για το θάνατο ούτε για τη ζωή. 




29 Μαρτίου 2018

Εξερεύνηση Θηλυκού



Όταν πήγα και τη συνάντησα την κοίταξα βαθιά στα μάτια, έκανε όμως έναν κύκλο και μου κρύφτηκε και με κοιτούσε από πίσω της με κάποια επικινδυνότητα. Μπορούσα να προσπεράσω όλα όσα έβλεπα και διόλου να μην συγκινηθώ απ’ την ομορφιά της, εγώ γύρευα να δω την εμπειρία της, το καταστάλαγμά της, γύρευα με μια ματιά να διακρίνω όλο το δρόμο που την έφτασε ως εμένα. Είχαμε κάτι κοινό; είχαμε περπατήσει - έστω και μέρος του - στον ίδιο μονοπάτι; Αν ήταν αδερφή μου θα την αναγνώριζα. Είχε περπατήσει απ’ τ’ ανοιχτά της καρδιάς ως τώρα; ή μήπως είχε περάσει μέσα απ’ την κόλαση; αν ήταν η κόλαση θα της είχε αφήσει σημάδι, το αντίθετό της και θα το αναγνώριζα. Το σημάδι που αφήνει η δυστυχία είναι το κυνήγι της ευτυχίας - εύκολα το αναγνωρίζεις. Το αντίθετο συμβαίνει στον ευοίωνο καιρό, παραμονεύει ο κακότροπος. Να συναντηθούν δύο άνθρωποι είναι το λιγότερο, το ζήτημα είναι σε ποια φάση - περίοδο της ζωής τους συναντιούνται. Έχουν κάτι κοινό οι ψυχές τους σε εκείνη τη συνάντηση; τότε θα αποβεί μοιραία. Είναι ένα που χωρίστηκε στα δυο μήπως; εύκολα θα ενωθεί ξανά σε ένα. Χωρίς τυραννία χωρίς βασανισμό, αρκεί να επιτραπεί στα νερά να κυλήσουν.

Γι' αυτό, την κοίταζα μυστηριακά θα έλεγες, γιατί εγώ, ήμουν σε μια περίοδο της ζωής μου, που το γνώριζα πως είχα μπροστά μου, δέκα, είκοσι, τριάντα ή σαράντα χρόνια ζωής, κι ακόμα κι από τέτοια απόσταση ετοιμοθάνατος ένιωθα. Όμως έφτασα στα σαράντα και ήμουν στα σαράντα, έτσι θα έφτανα μια μέρα στα ογδόντα και θα ήμουν στα ογδόντα. Απλά πράγματα και καθόλου μακρινά αν σκεφτείς χωρίς τη σκέψη.

Κι εγώ δεν ήθελα όλα αυτά που αναζητούν οι μουρντάρηδες άνθρωποι και κόβουν τις φλέβες τους γι’ αυτά, ήθελα απλά λίγο από το άρωμα της ζωής, λίγο από τον ανθό της, κουρασμένος από τις ίντριγκες και τις δολοπλοκίες χωρίς ενδιαφέρον που μόνο ρουτίνα φέρνουν. Κι αφού γύρευα λίγο από τον ανθό της ζωής, εύλογο είναι να γύρευα λίγο απ' τον ανθό της γυναίκας, αφού ζωή και γυναίκα συνώνυμα είναι. Τι άλλο θα μου χάριζε, έστω μια στιγμή, έστω μια γεύση ατόφιας ζωής, ικανή όμως ν’ αθωώσει και να δικαιώσει όλη τη ζωή μου; αν όχι λίγο αγνό καλό καιρό κοντά σε μια γυναίκα αληθινή και μετανοημένη. Μια γυναίκα με συγχωρημένη ζωή πίσω της. Οι ασυγχώρητοι άνθρωποι έχουν σκληρή δουλειά τις νύχτες να κάνουν, κι ό,τι μέσα στον άνθρωπο ασυγχώρητο παραμένει είτε μνησικακία είναι είτε ζητά εκδίκηση. Κι η εκδίκηση πολλές φορές πρόσωπο δεν έχει.

Καθώς την κοιτούσα στριφογύρισε στο κάθισμα της, άβολα σε μια αναπαυτική πολυθρόνα, και σκέφτηκα, τώρα καθώς σιωπηλά τη διαβάζω, ίσως με διαβάζει κι εκείνη.
Ήταν εύκολο να μετακινηθώ στη θέση της. Τι να έβλεπε σε μένα άραγε;  κατάφερα να μπω στο μυαλό της. Να ήθελε έναν πατέρα στο πρόσωπό μου; να ήθελε κάποιον να φροντίζει, με την προϋπόθεση αυτός να τη χρειάζεται και να τον κυριαρχούν οι ανάγκες του; κάτι τέτοια κάνουν τις γυναίκες να σπαρταρούν. Να γύρευε άραγε τον μελλοντικό πατέρα του παιδιού της; έναν άντρα ώριμο και με ευθύνη. Τι να ήθελε; έσπαγα το κεφάλι μου να το μάθω. Τι είχε ζήσει, τι της έλειπε, χωρούσα στο κενό της; κι αν έμπαινα μέσα της θα είχε εκεί κάποια κενή, αναπαυτική θέση για μένα; κάποια θέση χωρίς αράχνες και σκιές περασμένων εραστών. Ήταν συγυρισμένος ο χώρος της ή θα έβρισκα πάλι θέση σε κάποιου την ακαταστασία, ανάμεσα σε παλιούς θρήνους, ξεθωριασμένους νεκρούς και μυριάδες άχρωμες αναμνήσεις κι ανθρώπους σκιές κι εικόνες, που δύσκολα τις διαγράφει κανείς σε μια ζωή και μπλέκουν οι νεκροί διαρκώς στα πόδια των ζωντανών και τους βάζουν τρικλοποδιές στις σκέψεις τους, τις κρίσεις τους και τις συγκρίσεις τους. Τίναξε πίσω τα μαλλιά της και μου φανέρωσε το λαιμό της. Τι ήθελε να πει με αυτό; πνιγμένη ήταν; κάτι πάντως που είχε σχέση με το αίμα.

Δυστυχώς κάθε απόπειρά μου για εσωτερική εξερεύνηση στάθηκε μάταιη και σύντομα παραιτήθηκα με μια μικρή ιδέα που είχα. Θα γύριζα απλώς το φύλο μου σε θηλυκό. Θυμήθηκα πως οι γυναίκες άλλο κριτήριο στο ξεκίνημα του έρωτα δεν έχουν από το φιλί. Θα τη φιλούσα λοιπόν κι όσες πληροφορίες μου έφερνε το φιλί της θα τις κρατούσα για αλήθεια. Αχ η θηλυκή φύση! Πόσο έξυπνα φέρεται κι αθέλητά της πολλές φορές, απλά πηγαία. Δεν υποθέτει αλλά δοκιμάζει. Δεν κοιτάζει την ετικέτα στο βάζο, ανοίγει το καπάκι του, βάζει το δάχτυλο μέσα στο γλυκό, παίρνει μια δαχτυλιά και τη φέρνει στο στόμα. Πιο σίγουρος τρόπος να ανακαλύψεις τη γεύση των πραγμάτων απ’ την όποια θεωρία. Θα σε δοκιμάσω, σκέφτηκα, με τον θηλυκό τρόπο, κι αργότερα, μετά τα μεσάνυχτα, τη φιλούσα και μου άρεσε. Κριτήριο αλάνθαστο! Σκεφτόμουν και χαμογελούσα.

28 Μαρτίου 2018

το παιγνίδι της σκιάς






Κάποιες φορές στο δρόμο μου περνώ από ένα στέκι εφήβων, όχι ένα οποιοδήποτε στέκι αλλά από ένα υπαίθριο και κρυφό. Πάντα στην ατμόσφαιρα υπάρχει μια γλυκερή μυρουδιά κι οι έφηβοι με κοιτάζουν παράξενα.
Ξέρω τι κάνουν εκεί χωρίς να ξέρουν ότι ξέρω. Απλώς απολαμβάνουν ένα ταξιδάκι, φτιάχνουν ένα τσιγαριλίκι και μετά βάζουν το κασετόφωνο δυνατά και χορεύουν. Ξεφεύγουν λιγάκι απ’ τον κόσμο μας. Έχουν βρει ήδη την εύκολη λύση, κι από τώρα ακόμα έχουν την ανάγκη να ξεχνούν.

Έχουν βρει ένα μέρος όπου υπάρχουν κάτι ερειπωμένες πολυκατοικίες, ίσως τυχαίο ίσως όχι, όμως τα ερείπια με τα ερείπια φτιάχνουν σχέσεις.
Δεν ξέρουν ακόμα πως σκεπάζονται. Δεν ξέρουν ακόμα πως αφήνουν πίσω εαυτό. Δεν ξέρουν ακόμα τις παραξενιές του χρόνου, και πως μπορεί να φτάσουν απ’ τα δεκαοχτώ στα σαράντα οχτώ χωρίς ένα λεπτό απ’ τα δέκα οχτώ τους χρόνια να έχει περάσει.

Θα μου πεις, έλα μωρέ, μην γίνεσαι απαισιόδοξος, ένα αθώο τσιγαράκι φτιάχνουν τα παιδιά όπως φτιάξαμε όλοι μας στην εφηβεία κι αργότερα θα ξεκολλήσουν και θα βρουν το δρόμο τους.
 Αυτή είναι η μία οπτική της υπόθεσης. Όμως θα βρουν το δρόμο τους, σαν εύκολα το λες, μήπως τον βρήκαμε εμείς;

Θέλεις να σου πω τώρα και την άλλη πλευρά;  τα παιδιά αυτά, φτιάχνουν σήμερα τη σκιά τους, τη σκιά που θα τα καταδιώκει και θα τα κατατρέχει σε όλη την υπόλοιπη ζωή τους. Αγαπητέ μου, ξέρεις τι εστί υποσυνείδητο; Στη θάλασσα μέσα που το βουτάς στα νεανικά σου χρόνια εκείνο το χρώμα παίρνει για όλη τη ζωή σου, κι αλίμονο αν στα παιδικά σου χρόνια το μουλιάσεις σε μαύρα νερά. Θα πάρουν τέτοια σκιά τα μάτια σου... που σε όλη τη ζωή σου σκιές θα βλέπεις. 

Καλέ μου, εκεί κάτω, στον κάτω κόσμο, ποτέ δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Όσες σκέψεις σε φτάνουν σε όλη τη ζωή σου, εικόνες, παραστάσεις, αποφάσεις που θα πάρεις, κι όλο ότι ως ζωή ξέρουμε... θα το αντλήσουμε μέσα από το εσώτερο πηγάδι της ψυχής μας. Κι εκείνο το πίσω της ψυχής μας, γίνεται το εμπόδιο της σκέψης μας που βρίσκουμε μπροστά μας. Κι αυτό φίλε μου είναι μόνο λίγο τραγικό, γιατί η θάλασσα μπορεί να χτυπηθεί απ’ το νου και να γίνει πέτρα. Ο νους, μπορεί να καταπιέσει, να πνίξει το αίσθημα και να το φτιάξει σκληράδα, να το φτιάξει απονιά, και μπορεί, πριν ακόμα ανατείλει μια ζωή, να βρεθεί μέσα σε μια καλοχτισμένη γερή φυλακή κι ατσαλωμένη να γίνει η ψυχή απ’ τον αβίωτο πόνο της. 

Καλέ μου, δεν είναι απλά τα πράγματα με την ψυχή μας, γενικά με όλον τον μηχανισμό του ανθρώπου και της ανθρώπινης σκέψης. Τα πράγματα μπορεί να είναι πάρα πολύ απλά όταν παραμείνουν όπως έχει φυσικά... αλλά μπορεί και να περιπλεχθούν άσχημα μέσα στον άνθρωπο.

Ένα αθώο τσιγαριλίκι, μου λες, και μετά ένας έρωτας που δεν βρήκε διέξοδο, και μετά λίγη απογοήτευση και πόνος που έμεινε αβίωτος στο συρτάρι. Κι ύστερα, μια μέρα ξυπνάει κανείς κι είναι μια παλιά μέρα. Και ξυπνάει μετά από πέντε χρόνια κι είναι ξανά εκείνη η ίδια παλιά μέρα. Κι ύστερα, κάποιοι μόνο, ζουν σε μια μέρα πέντε κι έξι για να προλάβουν το χρόνο τους, που στο μεταξύ έφυγε μπροστά. Μα ποτέ δεν έφυγε μπροστά, απλώς εκείνοι κάπου ξεχάστηκαν, ανάμεσα σε λίγη ζάλη, λίγη απογοήτευση, αρκετή θλίψη, και αγαπητέ μου, είναι σκληρό να το πει κανείς, όπως το παιγνίδι με αυτόν τον τρόπο, πολλές φορές για τους ανθρώπους, χάθηκε.

 Κι όχι για λίγους. Σου λέω χάθηκε, βρέθηκαν ξαφνικά γέροντες στα ογδόντα να πεθαίνουν με έκπληξη και να σκέφτονται: μα καλά, τί έγινε τώρα; έζησα και πεθαίνω; πότε; πως; σας παρακαλώ γίνεται να το πάρουμε απ’ την αρχή; κάτι δεν κατάλαβα καλά. 
Όμως φίλε μου δεν γίνεται να το πάρεις απ’ την αρχή, μπορείς όμως να το πάρεις από κει που είσαι και να φτιάξεις μια νέα αρχή απ’ το σημείο που είσαι τώρα. Όμως για να φτιάξεις μια νέα αρχή στη ζωή σου, χρειάζεται να κατέβεις χαμηλά, να βρεις την αρχή, να πιάσεις την αρχή, να ξεκινήσεις απ’ την αρχή. 
Όμως χρειάζεται βλέπεις, να πέσεις μέσα στο πηγάδι. Και το πηγάδι - αν και χρυσό πηγάδι είναι και χρυσό νερό περιέχει - αν έχεις καιρό να κατέβεις εκεί κάτω στοίχειωσαν τα νερά, και σκιές φίλε μου, πολλές σκιές φτιάχνουν ένα μακάβριο σκηνικό και τραγούδι.

Κάποια απ’ αυτά τα παιδιά, θα μείνουν για λίγο σε αυτές τις παρέες, και μετά αν έχουν μέσα τους εκείνο που τα βγάζει απ’ τις παρέες αυτές, θα τα βγάλει. Κι αν δεν είναι πάντα για αυτά μια ολοκαίνουργια μέρα, ίσως μέσα στον μήνα τους πέφτουν και μερικές μέρες στην ώρα τους.
Όμως κάποια απ’ αυτά τα παιδιά, δεν έχουν μέσα τους εκείνο που τα βγάζει, αλλά έχουν ήδη εκείνο που τα κρατά, κι αυτά τα παιδιά θα περιπλανηθούν πολύ στη ζωή τους κι έχουν αποχτήσει από τώρα μερτικό στο σκοτάδι. Κι άτυχα θα σταθούν κι ανθρώπους θα πληγώσουν και θυμό θα αποχτήσουν, γιατί ήδη για αυτά, το σκηνικό της ζωής έχει στηθεί κι ο δρόμος που θα περπατήσουν, είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένος – με παράγοντες όμως που θα παίξουν κι αυτοί το ρόλο τους. Όμως αν η βάση, η ψυχή σκοτεινιάσει… ο ήλιος απ’ τα μάτια των παιδιών αυτών θα κρυφτεί κι απόσταση θα πάρουν απ’ τον εαυτό τους. Και μέσα στο κενό που στην ψυχή τους θα δημιουργηθεί θα ζήσουν τη ζωή τους, κι η πτώση στο κενό τους θα μοιάζει τραγική. Φόβο θα γεννήσουν με ελπίδα τη ζωή θα ζήσουν, στην ανάγκη θα βυθιστούν και μεγάλη ταλαιπωρία στη ζωή τους θα υποστούν.

Και να σου πω κάτι; όλα αυτά δεν χρειάζονται, δεν θα χρειάζονταν, σε κανέναν άνθρωπο, αν έμεναν από τώρα, από την εφηβική τους ηλικία, προσηλωμένα στο λαμπερό αστέρι της καρδιάς τους, και δεν την πρόδιδαν τόσο εύκολα οι άνθρωποι, για μερικές φτηνές σκέψεις. 

 Ό,τι κι αν σου συμβεί στη ζωή ένα πράγμα σου λέω εγώ: μείνε στο φως! Και σύντομα θα διαπιστώσεις, πως στο φως δεν συμβαίνει τίποτα σκοτεινό. 



27 Μαρτίου 2018

Μιας καρφίτσας πίστη






Θα έπρεπε τώρα να έχουμε μια στρωμένη ζωή, μια βολεμένη, αν κι αυτές είναι που ραγίζουν.
Θα έπρεπε να έχουμε τουλάχιστον μια καθώς πρέπει ρουτίνα.
Θα έπρεπε να έχουμε συνηθίσει, τη σκλαβιά, την υποχρέωση, τα πρέπει, και να έχουμε αποφασίσει τον μικρό εαυτό μας - θα έπρεπε.
Νύχτες - ίσως όχι τόσο ήσυχες - αλλά τουλάχιστον ξεγελασμένες να διανύουμε, από κείνες που με κάποια - ίσως κακή παρέα αλλά παρέα, και με ένα χμ, κάπως μέτριο σύντροφο αλλά τέλος πάντων κάποιος να βουίζει στ' αυτιά μας κι όχι η μοναξιά - να περνούμε αυτό που θα λέγαμε κακήν κακώς τη μέση ηλικία. Όπως τόσος κόσμος το κάνει, με μια κάπως "δύσκολη οικογένεια" - αλλά να λέμε τι να κάνουμε; ουδείς τέλειος και να κοιτάμε και δίπλα μας τα χειρότερα, να διαβάζουμε συχνά στις εφημερίδες τις κηδείες και να παρηγοριόμαστε που ακόμα δεν γίναμε εμείς πρωτοσέλιδο. Ναι, θα έπρεπε, ακόμα κι όπως όπως να έχουμε αποκατασταθεί, κουτσά στραβά που λένε να έχουμε βάλει μυαλό. Λίγα δεν μας βρήκαν, λίγα δεν περάσαμε, τόσος κόσμος γι’ αλλού ξεκίνησε κι αλλού κατέληξε και κάποια στιγμή το αποφασίζουν, άλλωστε το να ξεγελάς τον εαυτό σου είναι μια επιστήμη. Ήθελες ψηλό σύντροφο και σου έτυχε κοντός; του βρίσκεις άλλο χάρισμα, εύκολο είναι. Τον ήθελες έτσι και σου βγήκε αλλιώς; τον διορθώνεις, τον περνάς από το κρεβάτι του Προκρούστη. Τον ψαλιδίζεις λιγάκι, του κόβεις, του αφαιρείς, του προσθέτεις, κι αν πάλι δεν σου κάνει και βρεθείς σε απελπισία, φτάνεις στην έσχατη λύση να αναρωτηθείς: και ποιος τάχα είμαι εγώ για να μην μου αρέσει ο σύντροφός μου; θέλω να πω, η έσχατη λύση, είναι να γυρίσει κανείς το πιστόλι στον κρόταφό του και να αυτοκτονήσει με μικρές δόσεις υποχωρήσεων. Κάπου θα χαθεί και η αυτοεκτίμηση κι ο αυτοσεβασμός και μπορεί να είσαι καλά και με το τίποτα και να μην αναγνωρίζεις τον εαυτό σου, που υπήρξες τάχα εκλεκτικός, επιλεκτικός και με γούστο. Και να βρεθείς να κοιμάσαι με ένα γουρούνι και να προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου πως ζαρκάδι είναι. Είναι εύκολο να ξεγελάς τον εαυτό σου, είναι η τέχνη της προθέσεως, και μετά, η κοινωνία ξέρει πολύ καλά να σε υποτιμά, να σε μειώνει, να σε ωθεί να της μοιάσεις. Το ξέρει πολύ καλά, το κάνουν αιώνες ο ένας στον άλλον οι άνθρωποι, κι έτσι ύπουλα και κρυφά σαν σαράκι... θρονιάζεται μέσα τους η αναξιότητα. Απλώς σε πείθουν πως δεν αξίζεις, και γιατί να αξίζεις; αφού αν αξίζεις εσύ, το αισθάνονται σαν να τους το κλέβεις και να μην αξίζουν εκείνοι. Αφού, αν κάτι το δουν ψηλά, αυτό τους κάνει να αισθάνονται χαμηλά.
Α, οι άνθρωποι, να ξέρες με πόση περίσσια τέχνη, μπορούν να εξαφανίζουν μέσα από τον πρωτογέννητο άνθρωπο κάθε ομορφιά. Και το βασίλειο πηγαίνει αλυσίδα. Γιατί να επαινέσουν; γιατί να πουν μπράβο; αφού αυτό θα τους κάνει να ρίξουν μια κρυφή ματιά στον εαυτό τους κι αυτό που θα δουν διόλου δεν τους συμφέρει. Δεν κάνουν κάτι άλλο όλη την ώρα απ’ το να παίρνουν μέτρα, θα έλεγες πως η κοινωνία είναι ένα μεγάλο ραφείο για κουστούμια. Πάνε οι άνθρωποι διαρκώς δίπλα στους άλλους και μετρούν το ύψος τους στους ώμους τους.

Γι’ αυτό λέω, θα έπρεπε ως τώρα να έχουμε αποφασίσει τη δυστυχία μας ως φυσική, τη θλίψη μας ως αμετάκλητη, τη μοίρα μας ως δεδομένη, να καθαγιάσουμε κι εμείς τη συμφορά μας - όπως τόσοι άνθρωποι το κάνουν - και ήσυχα να νεκρωθούμε από ελπίδες, προσδοκίες κι όνειρα. Ήσυχα μέσα στις φλέβες μας να κυλήσει τσιμέντο και το μυαλό μας να καλυφθεί από πάγο. Καμία ανησυχία τότε, να μας βρει ένας θάνατος χωρίς σπίθες, ωραία σφραγισμένοι στο σεντούκι μας χωρίς ανάσα, στον τάφο μέσα αλλά χωρίς πόνο, η τουλάχιστον χωρίς τη γνώση του.

Θα έπρεπε. Τόσοι άνθρωποι το κάνουν. Αφαιρείς λιγάκι χώμα από το μνήμα τους με το μικρό σου δαχτυλάκι... κι αμέσως αρπάζουν το φτυάρι και σκεπάζονται ως το λαιμό, κι αφήνουν από έξω μόνο ένα κάτι σαν αχ, ή σαν ωχ, ή σαν βαχ.
Θα έπρεπε κι εμείς στη μεγάλη παρέα των συμφωνημένων αθανάτων να μετέχουμε, ωραία στολισμένοι σαν επικήδειοι και σαν νάρκισσοι διαπαντός θυμωμένοι, με θεό, ανθρώπους, κοινωνία, πολιτική, σύστημα, τους άλλους γενικά.

Θα έπρεπε όμως δεν γίνεται.
Ξύπνησε το θηρίο.
Πεταλούδες, έντομα, μυρουδιές
παιδικά ίχνη
απάτητο χιόνι
υπόκωφες αναστάσιμες τσιρίδες
άγγελοι που σ’ αρπάζουν απ’ τα μαλλιά
ευτυχία που παραμονεύει
πόνος θρασίμι, γοργός κελευστής ανέμων
και δεν γυρίζει πίσω τίποτα τώρα πια

Θα έπρεπε μα το κρασί δεν παίρνει νερό πια 
κι όλα προχωρούν προς μιας καρφίτσας πίστη.

26 Μαρτίου 2018

Η Ψυχή

 
 
 
Μέσα στο μυαλό μου χλιμιντρίζει ένα άτι, θα ξεφύγω γράφοντας, θα το απελευθερώσω.
Ηρεμία, διατάζω ηρεμία.
Διατάζω σιγή. Διατάζω να χαμηλώσει η επανάσταση.
Ψυχή μου ανυπόμονη που θέλεις να πας;
Δεν το βλέπεις πως προς το θάνατο όλοι πηγαίνουμε;
Διατάζω ηρεμία, διατάζω αταραξία.
Δεν υπάρχει τίποτα πέραν αυτής της στιγμής. Διατάζω ν' ανοίξει να με χωρέσει η στιγμή ετούτη.
Διατάζω γαλήνη, αν είναι δυνατόν.
Εσύ, της ψυχής άλογο, τα φτερά σου μέσα μου πλαντάζουν
υπάρχει ένα άλογο με πλατιά φτερά μες την ψυχή μας
που δεν μπορεί πάντα διάπλατα να τ' ανοίξει.
Στεναχώρια. Διατάζω την εξάλειψη της στεναχώριας.
Τα μεγάλα σου φτερά, ω ψυχή, πολλές φορές στην ψυχή μου μέσα διπλωμένα είναι.
Μέσα στο μυαλό μου χλιμιντρίζει ένα άτι, ένα άτι γοργοπόδαρο.
Διατάζω ηρεμία. Διατάζω να χαθεί η εγκατάλειψη. Διατάζω ν' ανθίσει η έρημος. Διατάζω εκούσια σιγή.
Θάλασσα μιά θάλασσα δυό
φτερό γαλάζιο κι ουρανό
ψυχή μου εσύ έρχονται νύχτες που ανυπομονείς
σαν να θέλεις να βγεις.
Να βγεις να πας πού; χωρίς το σώμα και το νου;
Δεν έχει ζωή εκεί που ποθείς ν' ανεβείς
μα κι αν έχει ζωή σαν κι αυτή δεν θα βρεις

Ψυχή μου εσύ έρχονται νύχτες που ανυπομονείς
σαν να θέλεις να βγεις.
Ωστόσο, διατάζω να χαμηλώσου τ' αστέρια για την ώρα
την ελευθερία σου θα στη χαρίσω πόντο πόντο
και με το κόστος της αυγής
στο σώμα μου μέσα θα πρέπει για καιρό ακόμα
να συμφιλιωθείς
και τον αναστεναγμό σου, ό,τι υπομένεις - γιατί κάτι υπομένεις -
να το αντέξεις
τινάγματα και σάλτα δεν ωφελούν
ό,τι ακόμα σε δένει σιγανά απ΄αυτό φρόντισε ν' απαλλαγείς
και τη στεναχώρια σου εγώ τη γράφω

Εσύ, η εις τους αιώνες των αιώνων ψυχή
που σε κρατώ πολλές φορές φυλακισμένη μέσα σε μια στιγμή
κι ανεπαίσθητα μου μιλάς και μου λες: υποφέρω.
 
Χαμογέλασέ μου τώρα
πέρασε κι αυτό. 

25 Μαρτίου 2018

Αισιόδοξος Osho






"Osho Απόσπασμα: 
Μόνο το ένα τοις εκατό των ανθρώπων ξέρουν κάτι λίγο βαθύτερο. Οι ποιητές, οι ζωγράφοι, οι μουσικοί, οι χορευτές, οι τραγουδιστές έχουν την ευαισθησία να αισθάνονται και πέρα από το σώμα. Μπορούν κι αισθάνονται τις ομορφιές του νου, τις ευαισθησίες της καρδιάς, διότι ζουν οι ίδιοι σε εκείνο το πεδίο. Αλλά ο μουσικός, ο ζωγράφος, ο ποιητής, ζει σε διαφορετικό πεδίο. Δεν σκέφτεται, αισθάνεται. Κι επειδή ζει μέσα στην καρδιά του, μπορεί κι αισθάνεται και την καρδιά του άλλου ανθρώπου. Αυτό είναι που κατά κανόνα ονομάζεται αγάπη. Είναι σπάνια. Λέω μόνο το ένα τοις εκατό ίσως, πότε-πότε".

 ---------

Αισιόδοξος ο Osho, δεν είναι λίγο το ένα τοις εκατό. Είναι στους εκατό ένας άνθρωπος, στους χίλιους δέκα. Στους εκατό χιλιάδες χίλιοι, στο εκατομμύριο δέκα χιλιάδες, στα δέκα εκατομμύρια των Ελλήνων εκατό χιλιάδες άνθρωποι, που ξέρουν κάτι λίγο βαθύτερο. Σσσσ, έχουμε πιθανότητες να βρούμε έναν. Με εκατό χιλιάδες ανθρώπους νέα ανθρωπότητα ξεκινάς, εκατό χιλιάδες άνθρωποι που δεν είναι κολλημένοι στην τηλεόραση, εκατό χιλιάδες άνθρωποι που ανασαίνουν, αυτό είναι μεγάλη ελπίδα! Εκατό χιλιάδες άνθρωποι που νιώθουν χρώματα, εκατό χιλιάδες ζωντανοί στο νεκροταφείο, που όσο μεγάλο κι αν είναι, λίγο κελάηδημα και στα δικά σου αυτιά θα φτάσει. Σσσσ, αισιοδοξείτε.
Στους εκατό χιλιάδες ανθρώπους μέσα στα δέκα εκατομμύρια,  μέχρι και σε σύντροφο αρτιμελή μπορείς να ελπίζεις, κι αν κάποιον τον πήρε απλά ξώφαλτσα ο βομβαρδισμός δεν είναι και προς θάνατο, μπορεί κι αυτός να αναπτερωθεί αν καταλάβει πως βόλι τον βρήκε.
Μεγάλη ελπίδα για την ανθρωπότητα το ένα τοις εκατό να μπορεί κομματάκι να αισθάνεται και την καρδιά του άλλου ανθρώπου, μεγάλη ελπίδα να μην έχει διπλοκλειδωθεί απολύτως ένα τόσο σημαντικό ποσοστό  ανθρώπων, μεγάλη ελπίδα και λιγάκι μόνο το παράθυρο ανοιχτό να είναι και λίγος φρέσκος αέρας να μπαίνει στο σπίτι. Μεγάλη ελπίδα, λιγάκι το πάτωμα να ράγισε κι η σκεπή και να βλέπεις τις νύχτες απ΄τη χαραμάδα, στον νυχτερινό ουρανό μια υποψία άστρου. Μέχρι χελιδόνι μπορεί να επισκεφτεί έναν τέτοιο άνθρωπο και μυρουδιά άνοιξης να πάρει, ακόμα και πιθανότητα καταγάλανου ουρανού. Μεγάλη ελπίδα, μέσα από τα μαύρα σύννεφα μι' αχτίδα ηλίου μοναχά να σε φτάνει.
Αισιοδοξείτε. Ένα τοις εκατό ανθρώπων που αισθάνεται λίγο δεν είναι, αν κλάψει λιγάκι ακόμα περισσότερα θα νιώσει, και σίγουρα μέσα στα μαντριά πολλές σκέψεις αυτή τη στιγμή σκάβουν. 
 Σαν βόμβα με χτύπησε η είδηση, πως στους εκατό που βαδίζουν καθημερινά στο πεζοδρόμιο… ο ένας νογάει. Μεγάλη ελπίδα να κοσκινίσεις εκατό και να πέσει απ’ το κόσκινο ένας, έστω και λαβωμένος, έστω και να φυσάει ακόμα να ιάνει η τραυματισμένη φτερούγα του. Ή έστω ακόμα και σε πόλεμο μέσα που έχει αρχίσει να μυρίζει ειρήνη.

Μεγάλη ελπίδα, αισιοδοξείτε. Μέχρι και σύντροφο άνθρωπο μπορείς να βρεις, αρκεί να βγεις εκατό πρώτα ραντεβού! 

24 Μαρτίου 2018

Τα Μάτια της





Τα μάτια της δύο ανεξαργύρωτα κοσμήματα 
ο ίλιγγος
λίγη ζάλη
Τα μάτια της η ολίσθηση 
η εκ θεμελίων ανεύρεση της διακαούς ισσοροποίας 

Τα μάτια της δύο μικρά σύμπαντα πίσω απ’ τα βλέφαρά της
άψογα οικοδομημένα στο χάος, ταυτόχρονα
Τα μάτια της μια σκέψη που αλλάζει χρώμα
Τα μάτια της λίγος χρόνος που σταματάει να σκεφτεί
Τα μάτια της μια στάση επάνω σου
μια απ’ την κορφή ως τα νύχια εκτίμηση
Τα μάτια της ένα σκούρο χαμόγελο στο βάθος
(της αρέσεις)
Τα μάτια της μια σύντομη κατανόηση
Τα μάτια της ένα όνειρο που έχει δει στα μάτια σου
Τα μάτια της μια στροφή σ' εντοιχισμένο παράδεισο
Τα μάτια της ένα πέρασμα βαθύ πίσω απ’ το μέτωπό σου
συμμετρικά με το σώμα της
γυρίζουν στο νοτιά και σκορπίζουν αίσθημα στον αέρα

Τα μάτια της μια συντριβή στο κατεστημένο
ένα αλληλούια στο άπειρο, μια πρόκληση
μια γέφυρα που ρίχνει με τα μάτια σου
περπατά πάνω στο βλέμμα της
Τα μάτια της μια έκρηξη έρωτα
μια χιονοστιβάδα απαριθμήσεων
ενός ευαίσθητου σώματος στο άγγιγμα
Τα μάτια της το αποκορύφωμα των αισθήσεων
η αστραπή του θυμού της, η σελήνη της θλίψης της
ο αντικατοπτρισμός της θάλασσάς της
η πίσω μνήμη που της φέρνει η θύμησή σου
τα μάτια της δύο λόγια στο στόμα σου
κι αλλάζουν πορεία

Τα μάτια της μια συγκρατημένη πυρκαγιά
ένα καμένο κρεβάτι, ένα λεπτό προδομένος χρόνος
Τα μάτια της λίγο άρωμα μίσους για σένα
βγαλμένο μέσα από το κέντρο της πληγής της
(έχει αρχίσει να σ’ αγαπάει). Φοβάται

Τα μάτια της μια σιωπηλή ικεσία
παρακαλούνε να τα πάρεις μέσα σου, να τα κρύψεις μέσα σου
να την πάρεις μέσα σου, να την κρύψεις μέσα σου
δύο γυμνά μάτια, κάτω από τα βλέφαρά της
επιστρέφουν κάθε νύχτα στου δάσους την ερημιά
τα μάτια της συντροφεύουν τις νύχτες μερικούς λύκους
ένα τσακάλι, μια χελώνα, μια γάτα, μια αράχνη
ένα ζουμπούλι, ένα μπουμπούκι τριαντάφυλλου χτυπημένο στην υπομονή

Τα μάτια της, αν την καταλάβεις θα την καταλάβεις απ’ τα μάτια της
αν σου μιλήσουν θα σου μιλήσουν τα μάτια της
αν την νιώσεις απ’ τα μάτια της θα τη νιώσεις
αν κάτι σου αφήσει στο σπίτι σου μετά τη φυγή της…
θα είναι τα μάτια της
αν θα ‘χεις τις νύχτες κάτι να περιμένεις, κάτι στη μοναξιά σου να νοσταλγείς,
θα είναι τα μάτια της
τα μάτια της θα τη φέρουν κοντά σου
αυτά θα την πάρουν μακριά σου

Τα δύο μικρά σύμπαντα κάτω απ’ το βλέφαρά της
αν πέσουν γυμνά μέσα στο βυθό σου
το συμβάν θ’ αποτελέσει τη γέννηση ενός γαλαξία
ενός ολοκαίνουργιου κόσμου
θα ξεχάσεις
θα συγχωρέσεις
θ' αθωώσεις
θα πεθάνεις και στην αγάπη θα γεννηθείς

Αρκεί να πέσουν τα μάτια της γυμνά μέσα στο βυθό σου
και τότε θα δεις
όσα η αγάπη σου επιφυλάσσει

Ζωή και θάνατο.
Αυτά τα δύο μόνο και πάντα

Όμως νά, μιλούμε πάντα για κάτι
που δεν έχει ομιλία. 


21 Μαρτίου 2018

Οι Παιδικές μας Ηλικίες






Ξεκινήσαμε μαζί μερικοί
όμως στο δρόμο αλλάξαμε ράγες
κάποιους τους σκέπασε ωραία ο χρόνος, ανάγλυφα
σαν στολισμένα νεκροταφεία
μιλούν την ίδια παλιά γλώσσα
καταλαβαίνουν απ’ του κόσμου το έρεβος
είναι πια ενήλικες αποστάτες της δόξης τους·
αυτοί δεν πήραν το δρόμο του γυρισμού
βάδισαν κυκλικά γύρω απ’ την περιφέρεια του κρανίου
αθόρυβα περπάτησαν κάτω απ’ τα φρύδια τους
δεν ακολούθησαν τον κατακόρυφο άξονα
την έρημο την οριζόντια δεν περπάτησαν
δεν κελάηδησαν το θρήνο τους
δεν έχασαν ποτέ την απώλειά τους
η σιγαλιά δεν τους πυροβόλησε ανάμεσα στα μάτια
δεν ονειρεύτηκαν βοσκοτόπια απάτητα αυτοί
έμειναν κυνηγοί πουλιών. Λάζαρο δεν ανάστησαν
απ’ το Γάμο της Κανά πέρασαν έξω
θαύμα δεν ένιωσαν
μήτε γεύτηκαν απ’ του πολλαπλασιασμού τον άρτο
μήτε Μάνα εξ ουρανού μήτε Πατέρα γνώρισαν
εκτός απ’ το κράτος και του συμφέροντος τη λογική

Ξεκινήσαμε μαζί μερικοί
στο δρόμο αλλάξαμε συντρόφους
στο δρόμο αλλάξαμε παπούτσια, κάψαμε φορεσιές
ανακατώσαμε τις ιστορίες μας κι ύστερα τις χωρίσαμε
παίρνοντας ο καθένας το μερίδιο που του αναλογεί στη μοναξιά
και στον πόνο και τη χαρά και στη θλίψη·
το μερίδιο το μαύρο το μερίδιο το άσπρο
τόσο άγγελος τόσο διάβολος του καθενός η ζωή
τόσα τα άπλυτα με τα πλυμένα
τόσα τα λευκά και τα χρωματιστά
τόση η ηχώ της σκιάς, τόσος ο αντίλαλος των αστέρων
τόση η θάλασσα η σκοτεινή, τόση η επιφάνεια του πάγου
τόσος ο βράχος που χτυπήθηκε απ’ το δάκρυ
τόση η λεηλασία των αμνών  
κι άλλος τόσος ο φάρος στο βυθό που ανοιγοκλείνει το μάτι του

Τόσο το μέτωπο ανοιχτό
και τόσο ζωή και θάνατος στην ώρα τους

Ξεκινήσαμε μερικοί τυχαίοι επιβάτες ενός πλοίου που έμπαζε νερά
και καταλήξαμε να διαλέγουμε τους συντρόφους μας
να ξεχωρίζουμε την εξάσκηση στο κολύμπι
να χειροκροτούμε τον πρώτο ναυαγό που βρήκε να πατήσει νησί

Ξεκινήσαμε μαζί μερικοί
όμως στο δρόμο ξεχωρίσαμε τα χέρια μας
κράτησε ο καθένας κάτω απ’ το πουκάμισό του
τις δικές του μαχαιριές·
τον ύπνο του καθενός τάραξαν τα δικά του μάτια 
ο καθένας απ΄τον δικό του ύπνο ξυπνά 
κι απ' τον δικό του ξυπνημό κοιμάται

Ξεκινήσαμε κάποτε μαζί 
τώρα κοιταζόμαστε από μακριά
και καμιά φορά φευγαλέα χαιρετιούνται
οι παιδικές μας ηλικίες

Που άλλες εδώ είναι
κι άλλες μακρινές
μακρινές
μακρινές.


19 Μαρτίου 2018

Το Σχολείο






... Και μετά μαθαίνεις να κοιτάζεις στα μάτια τους άλλους
και μαθαίνεις πως πολλοί άνθρωποι είναι χωρίς βλέμμα
κι αφού έχεις μάθει να περνάς από τη μία κατάσταση στην άλλη κι από τον έναν άνθρωπο στον άλλον με ένα άλμα
χωρίς να πέφτεις στο κενό...
μετά μαθαίνεις πως το κενό είναι η καλύτερη λύση.
Και μαθαίνεις να φεύγεις χωρίς να σε περιμένει κανείς
και μαθαίνεις πως το να πιάνεσαι από έναν άνθρωπο δεν σε βγάζει ποτέ πουθενά
και μαθαίνεις πρώτα να χαλάς εκείνο το ειδύλλιο που σε πνίγει και σε ασφαλίζει
γιατί μαθαίνεις πως ο χρόνος από απόσταση σε απόσταση είναι πάντα παρών.
Και μαθαίνεις, αφού λιγάκι πονάς, πως ο θυμός αν δίκαια εκφραστεί, χαρίζει ένα αίσθημα απέραντης ανακούφισης
και μαθαίνεις, πως ο άνθρωπος από σένα γυρεύει να του γίνεσαι λιγάκι σκληρός για να μην σε παρεξηγεί
γιατί μαθαίνεις το όριο, και γιατί μαθαίνεις, πως μερικοί άνθρωποι γυρεύουν μέσα σου τις αντοχές σου
κι αποζητούν να πετύχεις στο κέντρο της τη δικαιότερη έκφρασή σου
γιατί θέλουν να σου μάθουν να μην κρύβεσαι και να μην κρύβεις
επειδή θέλουν να σου αθωώσουν τη νύχτα σου

Και μαθαίνεις

Να μην πιάνεις στα χέρια σου καυτά κάρβουνα
και μαθαίνεις, πως το όχι σου αποτελεί πολλές φορές το μεγαλύτερο συμφέρον σου
και μαθαίνεις να εκφράζεις και να αποδίδεις στον καθένα
ακριβώς το αίσθημα που του αναλογεί
δίκαια όσο αυτός σου το προκαλεί
και στο μαθαίνει άμεσα η αγρυπνία σου

Και συνεχίζεις να μαθαίνεις

Πως ό,τι κάνεις σήμερα για να προλάβεις ένα αυριανό κακό…
έχει λάθος βάση
και μαθαίνεις πως όπως φέρεσαι σήμερα
αν υπάρχει σ’ αυτό το σημερινό φέρσιμο  
το παραμικρό αυριανό ενδεχόμενο ή ένα απλό για να μην…
σημαίνει υποχώρηση, σημαίνει πως το συναίσθημα είναι παλιό, άκαιρο και μουχλιασμένο
και καθοδηγεί μέσα από την καταπίεση και το φόβο

Και μαθαίνεις
πως χρειάζεται η σκέψη σου να ανταμώσει το αίσθημα
και το αίσθημα τη σκέψη σου ακριβώς
πως χρειάζεσαι να εκφράζεσαι κάθε λεπτό, κάθε στιγμή
όλο το εικοσιτετράωρο, με όλους τους ανθρώπους ακέραια
για να έχεις ολόδικιά σου τη νύχτα  

Και μαθαίνεις τον τέλειο της συμπεριφοράς κύκλο
την τέλεια στροφή του ματιού
τη βουτιά που διαρκούσε χρόνια σε ένα δευτερόλεπτο
μαθαίνεις αστραπιαία να βουτάς και να βγαίνεις στην επιφάνεια
φέρνοντας διαρκώς στα μάτια σου απαστράπτουσα αλήθεια.  

Και μαθαίνεις να περνάς τις τάξεις
χωρίς να αφήνεις πίσω σου ξεραμένο αίμα
και τίποτα νεκρό.  

Η Δίψα

Δεν ξέρω καλή μου, δεν ξέρω, αλλάζω βαθιά Περπατώ πλέον πάνω σε τριγμούς σταφυλιών Νέοι κόσμοι μου αποκαλύπτονται διαρ...