Οι Μικροαστοί







 Η κυρία του τετάρτου δεν βγαίνει συχνά πια απ’ το σπίτι, τη βρήκε κάτι σαν χρόνια απογοήτευση. Πρόσφατα αυτή κι ο άντρας της πήραν τις συντάξεις τους και τώρα περισσότερο αναρωτήθηκαν γιατί ζουν.
 Είχαν έναν έντονο λόγο να ζουν καθώς έτρεχαν να βγάζουν λεφτά, ανησυχούσαν, αγωνιούσαν γι’ αυτό, τώρα όμως που έχουν λεφτά πέρασε αυτός ο λόγος κι έμειναν στο κενό. Χρειάστηκε μετά από πολλά χρόνια να σκεφτούν κι έτσι τράβηξαν πρόσφατα τις κουρτίνες.
 Μέσα σε όλες τις αγωνίες της ζωής η κυρία του τετάρτου δεν πρόλαβε να γνωριστεί με τον άντρα της, τώρα, για πρώτη φορά μένουν μαζί στο ίδιο σπίτι και τον λοξοκοιτάζει, σαν να της φαίνεται γνωστός τούτος κοιλαράς που κοιμάται σαράντα χρόνια μαζί της στο ίδιο κρεβάτι κι έχει μαζί του δύο παιδιά. Τελευταία τον βρίσκει κάπως αντιπαθητικό κι οκνηρό, σκέφτεται να τον χωρίσει για να φτιάξει τη ζωή της.
 Συχνά καυγαδίζουν, τους ακούμε από κάτω, σε σαράντα χρόνια του έχει μαζέψει πολλά και τώρα μάλλον θα τ’ ακούσει μαζεμένα κι όπως της έρχονται στο στόμα. Διαρκώς τον κατηγορεί, στον πάνω όροφο έχουν στήσει ένα δικαστήριο - απολογία να δεις.
Φτιάχνουν μια απολογία, μια ανασκόπηση ζωής, δεν κατάλαβαν πως πέρασαν τα χρόνια, η κυρία κοιτάζει τα χέρια της και δεν τ’ αναγνωρίζει, έχουν γίνει χέρια μόνο για χαστούκια.
 Βλέπουμε μια κομμώτρια συχνά να μπαίνει στο σπίτι, η κυρία καλλωπίζεται - ετεροχρονισμένα κάπως - σκέφτεται να πάει σε γυμναστήριο, κάπου αισθάνεται πως δεν χάθηκαν ακόμα όλα κι υπάρχει καιρός για μια νέα αρχή. Προσπαθεί να κερδίσει πίσω τα χαμένα της νιάτα, ίσως βρει γκόμενο, την έχουμε ικανή γι’ αυτό. Η κυρία έχει μια ζωηράδα στο βλέμμα, μια σπιρτάδα κι ίσως αξόδευτη σεξουαλικότητα, νόστιμη είναι ακόμα, δεν θα περνούσε απαρατήρητη από έναν χασάπη.
 Ο κύριος την αφήνει πια λεύτερη να κάνει ό,τι θέλει, αρκεί να μην τον πρήζει, δεν νοιάζεται πια γι’ αυτά, δεν μπορεί πια κάτι να τον πληγώσει, μοιάζει να ξεράθηκε η καρδιά του. Εμείς λέμε, πως αν του έπαιρναν την τηλεόραση αντί για τη γυναίκα... περισσότερο θα του στοίχιζε.

 Είναι ένα όχι τόσο ασυνήθιστο ζευγάρι, η κυρία έχει αναλάβει από μικρή ακόμα την κόρη τους, τη διατροφή κι ανάπλασή της κι ο κύριος το γιο τους. Τα παιδιά τα έχουν χωρίσει, έχει πάρει ο καθένας από ένα, το άλλο μόνο τούς είναι γνωστό, σαν κάπου να το ξέρουν. Είναι ένας γάμος αρκετά χωριστός, έχουν χωρίσει ακόμα και το κρεβάτι στα δύο. Εμείς λέμε, πως μόνο όταν πεθάνει ο ένας από τους δύο ο άλλος θα του λείψει αβάσταχτα, κι ίσως καταλάβουν τότε πόσο ταιριάζουν μέσα στον τόσο κοντινό χωρισμό τους. Είναι σαράντα χρόνια μαζί κι απολύτως χώρια, μα αν χωρίσουν αληθινά για μια στιγμή... τότε αυτό το αλλόκοτο μαζί θα βγάλει μια τεράστια κραυγή απομόνωσης και θα πάρει και τον έτερο στον τάφο.

 Κανείς απ’ τους δυο δεν είναι μόνος, κανείς δεν έχει δικιά του μοναξιά, η σχέση τους έχει γίνει πια ένας κόμπος στα δυο και κανείς δεν μπορεί να τον λύσει τώρα μόνος του. Αν ο ένας πεθάνει ο άλλος θα καλεστεί να λύσει σαράντα χρόνια κόμπο κι αυτό θέλει άλλα σαράντα χρόνια δουλειά, κανείς δεν έχει σαράντα διαθέσιμα να το κάνει. Άλλωστε ο κόμπος τους έχει γίνει πια οικείος, σχεδόν οικόσιτος σαν σκυλί, και χωρίς αυτόν θα τους λείψει η απασχόληση. Η κυρία, αν της πάρουν αυτόν τον κοιλαρά να της φταίει για τη ζωή της... δεν θα ξέρει σε ποιον ν' αποδώσει την ευθύνη της, και θα βουλιάξει μέσα σε ακατάσχετα νερά και θα πνιγεί. Εμείς, οι απέξω, τους λέμε ταιριαστούς, άσχετα αν αυτοί δεν το ξέρουν. 
 Σε αυτά τα σαράντα χρόνια, ο ένας έχει βρει θέση - πολυθρόνα στον άλλο, αν του πάρουν ξαφνικά αυτή τη θέση θα βρεθεί να κάθεται στο κενό κι ίσως χρειαστεί να κοιταχθεί στον καθρέφτη του, δεν αντέχονται αυτά με μιας μετά από σαράντα χρόνια στραβοκοιτάγματα και λοξά βλέμματα. Είναι καλύτερα έτσι όπως ζουν, η καταδίκη τους τούς μοιάζει σχεδόν φυσική.

 Η κυρία, τελευταία απόχτησε ένα σκυλάκι που ενοχλεί διαρκώς τον κύριο, γι' αυτό ακριβώς το αγαπά. Ο κύριος, αντίθετα το μισεί, υποψιαζόμαστε πως σε όλο το βίο τους, ό,τι αγαπούσε η κυρία ο κύριος το μισούσε, σε αυτό ακριβώς βρίσκουμε πως ταιριάζουν. Φοβόμαστε βέβαια, μην καμιά μέρα, πληρώσει τα σιωπηλά του νεύρα ο σκύλος, γιατί εκείνη είναι δύσκολο πια να τη σκοτώσει. Αυτοί αισθάνονται, πως αν πεθάνει ο ένας ο άλλος θα ζήσει, εμείς ξέρουμε, πως αν πεθάνει ο ένας ο άλλος θ’ ακολουθήσει. Αυτοί δεν ξέρουν πως ο ένας εξαιτίας του άλλου ζει, χωρίς τον πόνο και το βάσανο που ένας στο άλλο αφειδώς χαρίζει... κάθε λόγος και αιτία για ζωή με μιας θα εξαφανίζονταν. Γιατί, είπαμε, δικιά τους μοναξιά δεν έχουν.

 Τώρα που πήραν τις συντάξεις τους και είναι αργόσχολοι κακία τους βγαίνει για τον άλλον.
 Είναι δυο μικροαστοί, με ζωηρές βλέψεις προς τη μεσαία τάξη και ξεθωριασμένες προς την ανωτέρα τάξη. Ακόμα και το σαλόνι τους προδίδει την ψυχολογία τους, έχει πιτσιλιές από όλες τις βαθμίδες της αισθαντικότητάς τους. Το σκυλάκι είναι αυτό που χαρίζει στη κυρία χαρακτηριστικά της ανωτέρας κοινωνικής τάξης, τα εσώρουχά της όμως είναι εκείνο το χαρακτηριστικό που προδίδει την καταγωγή της, εμείς το ξέρουμε πως τα ψωνίζει απ’ τη λαϊκή. Όμως το σκυλάκι φαίνεται, του έχει πλέξει και πουλοβεράκι, τα εσώρουχά της κανείς δεν τα βλέπει. Όσο για τα άπλυτά της… εκείνα Νομίζει πως κανείς δεν τα βλέπει.  

 Στην πολυκατοικία έχουμε χωριστεί με το ζήτημά τους, οι μισοί λυπούνται τον κύριο κι οι άλλοι μισοί την κυρία, προσωπικά το σκυλάκι λυπούμαι. 





Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Ο Αρραβώνας της σιωπής

Η Μαθητεία