Λίγη Μεταφυσική






Έχω βρει ένα πέρασμα μες στον αιθέρα  για να σώζομαι απ’ τ’ αδιέξοδα - μη ζητάς να με ακολουθήσεις.

Έχω βρει ένα πέρασμα στην ατμόσφαιρα, το ανοίγω με προσευχή και πάω - μη ζητάς να με ακολουθήσεις.

Σκάβω τις νύχτες ένα τούνελ στο κενό, μια γαλαρία στο πουθενά, μια δίοδο στο τίποτα, εκεί που τ’  ορατό μοιάζει χώρος άνετος, πλατύς, που θα μπορούσε το βλέμμα να κατακτήσει απέραντες αποστάσεις - η ψυχή μέσα στην τόση απεραντοσύνη ασφυκτιά. Σκάβω ένα τούνελ μυστικά, κρυφά, και δραπετεύω απ’ τις τρεις τούτες διαστάσεις.

Το μήκος, το πλάτος, το ύψος, στενάχωρα για την ψυχή μας είναι.  Ο χώρος σίγουρα επεκτείνετε και προς άλλες νοητές κατευθύνσεις, ο άγγελος έρχεται πάντα από μία τέταρτη διάσταση, φτιάχνω με προσευχή ένα τούνελ.

Πιθανολογώ
Να υπάρχει πράγματι η μεταθανάτια πνευματική ζωή, με ένα απαλό, διάφανο, κρυσταλλικό, αιθερικό σώμα. Σκέφτηκες ποτέ να ‘ναι αυτό αλήθεια; να είναι πραγματικό; Δεν το εννοώ ως φόβο γι’ αυτή τη ζωή, ως κανόνα  ή ως μια σειρά συμπεριφορών, προσδοκιών κι επιδιώξεων,
ελπίδας ή άλλων συναφών παρουσιάσεων για το πώς θα έπρεπε.

Καθώς καταβαίνω στα βαθιά ήσυχα μέρη, εκεί όπου μπορείς να σκεφτείς σκέψεις που σε φτάνουν καλά κρυμμένες και σκεπασμένες από εσένα, που είναι σαν αισθήσεις – αισθήματα ανέγγιχτα απ’ το δικό μας χρόνο.  Και μπορείς ακόμα μέσα στη σιωπή τον ελάχιστο τριγμό να σπάσεις σε κομμάτια, να εξετάσεις τα κομμάτια αυτά χωριστά ή ως σύνολο.  Και με τη σκέψη να το κάνεις πραγματεία κι αληθινό γεγονός. Ν’ αναρωτηθείς πως τούτο το ελάχιστο το πιο βαθύ, που μπορείς τα ιερογλυφικά του να διαβάσεις και ν’ αποδώσεις σε λέξεις κι εικόνες,
είναι φορέας μιας αλήθειας - ίσως συνοδευτικής σ’ αυτή τη ζωή.

Και υπάρχει καμιά φορά τις καθάριες νύχτες η αίσθηση – ή και αισθήσεις -  αρκετά συγκεχυμένες ακόμα και μέσα στη διαφάνεια. Όμως είναι σαν κάτι μνήμες ξεθωριασμένες  που πάνε πολύ πίσω, τόσο που δεν πηγαίνεις εσύ. Και τότε λες, ποιος είμαι; Από πού έρχομαι; Που πηγαίνω; Τραντάζεται μέσα σου η σιγουριά πως γεννήθηκες τη μία τούτη
μοναδική φορά.  Και τότε λες, γιατί όλα αυτά στη ζωή ήρθαν έτσι – όπως ήρθαν -
σαν να είχαν μαζί τους ενσωματωμένο έναν προορισμό.   Και πως ταιριάζουν όλα τα κομμάτια του πάζλ αν μπορείς εσύ να τα ενώσεις και βγάζουν πάντα έναν μοναδικό σκοπό.

Σαν ήμουν μικρός τα σκέπασα όλ’ αυτά, με το λιγοστό φτωχό μυαλό να τα ενώσει - να τα καταλάβει. Όμως τώρα γιατί επιστρέφω με το ίδιο - ώριμο όμως μυαλό - στις ίδιες παλιές γειτονιές; Και γιατί καμιά φορά - βυθισμένος μέσα στις ήσυχες νύχτες -  μπορώ να κοιτάζω τόσο πίσω, μ’ εκείνη την αίσθηση – εντύπωση θα την έλεγες -  πως το βλέμμα φτάνει να δει πίσω από τη γέννησή μου; Και μου ταράζει τα ορισμένα, τα συγκεκραμένα, τα ταχτοποιημένα της ζωής, βγάζοντάς με σε συνειρμούς περίεργους, πως από κάπου ερχόμαστε και κάπου πάμε.

Και αυτό που από μέσα μου και τέρμα πίσω μου με φτάνει, γιατί πηγαίνει πάντα κι άλλο πίσω; Και θα ‘λεγες πως μόνο του κι αθέλητά μου φτιάχνει πεποίθηση περασμένων ζωών.
Και γιατί τελευταία, λόγο μιας ήσυχης νύχτας - που η ταραχή δεν την ξοδεύει κι η σκέψη δεν την ακουμπά - τούτα «τ’ αστεία» – κατά πολλούς κι εμένα ακόμα – τάχα για επουράνια ζωή πνευματική, αιθερικό σώμα και λοιπές προσδοκίες κι ελπίδες – κατά πολλούς φόβων
και τεχνιτών διαθέσεων – σε μένα πάλι να πιθανολογούν και δεύτερης λογικής να επιφορτίζονται; Δια το λόγο και μόνο πως γίνομαι ικανός πίσω όλο πιο πίσω ν’ ατενίζω.
Και σκέφτομαι, ίσως αυτά όλα δεν υπήρχαν διότι εγώ πίσω τόσο δεν ατένιζα;
Και λογικό μου μοιάζει τώρα πια ό,τι δεν βλέπω να μην υπάρχει. Κι ό,τι δεν αισθάνομαι άγνωστο να μου είναι.

Όμως ποιοι είμαστε; Από πού ερχόμαστε και που πάμε;  Είχα κάποιες απαντήσεις για να πορεύομαι και άλλες απαντήσεις εύκολα τις ξεγελούσα, μερικές ακόμα σίγουρα τις παρανοούσα, όμως τώρα που ο ίδιος βρίσκομαι στο κέντρο της ερευνάς μου
και σε μένα τον ίδιο τις ήσυχες νύχτες φτάνουν μνήμες ξεθωριασμένες παλιές…
φρέσκο, ζωηρό απ’ την αρχή το ερώτημα αναπάντητο αναδύεται και η σιγουριά μου απολύτως κλονίζεται.

Ποιοι είμαστε; Από πού ερχόμαστε και πού πάμε;  Εύκολα πια δεν απαντώ, μ’ ευκολία τίποτα δεν απορρίπτω, απάντηση βολική μου δεν κρατώ, αγγέλους δεν περιφρονώ, παπάδες δεν κατηγορώ, μήτε επιστήμονες προσκυνώ και το μυαλό μου σ’ επιφυλακή κρατώ.

Όχι πως έχω την απάντηση ή πως κάποτε θα τη βρω, τούτη την απάντηση η πίστη θα την κρίνει, μόνο πού, έχω μάθει με τον καιρό, την απόδειξη που από μέσα μου με φτάνει
εγώ να την ασπάζομαι.

Γιατί αν για μένα μέσα μου κάτι είναι αληθινό, τι μπορείτε να κάνετε εσείς για να μου αλλάξετε γνώμη; Απολύτως τίποτα. 



Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Αόρατος Νόμος

Οι Μπλε Άνθρωποι