Μιας καρφίτσας πίστη






Θα έπρεπε τώρα να έχουμε μια στρωμένη ζωή, μια βολεμένη, αν κι αυτές είναι που ραγίζουν.
Θα έπρεπε να έχουμε τουλάχιστον μια καθώς πρέπει ρουτίνα.
Θα έπρεπε να έχουμε συνηθίσει, τη σκλαβιά, την υποχρέωση, τα πρέπει, και να έχουμε αποφασίσει τον μικρό εαυτό μας - θα έπρεπε.
Νύχτες - ίσως όχι τόσο ήσυχες - αλλά τουλάχιστον ξεγελασμένες να διανύουμε, από κείνες που με κάποια - ίσως κακή παρέα αλλά παρέα, και με ένα χμ, κάπως μέτριο σύντροφο αλλά τέλος πάντων κάποιος να βουίζει στ' αυτιά μας κι όχι η μοναξιά - να περνούμε αυτό που θα λέγαμε κακήν κακώς τη μέση ηλικία. Όπως τόσος κόσμος το κάνει, με μια κάπως "δύσκολη οικογένεια" - αλλά να λέμε τι να κάνουμε; ουδείς τέλειος και να κοιτάμε και δίπλα μας τα χειρότερα, να διαβάζουμε συχνά στις εφημερίδες τις κηδείες και να παρηγοριόμαστε που ακόμα δεν γίναμε εμείς πρωτοσέλιδο. Ναι, θα έπρεπε, ακόμα κι όπως όπως να έχουμε αποκατασταθεί, κουτσά στραβά που λένε να έχουμε βάλει μυαλό. Λίγα δεν μας βρήκαν, λίγα δεν περάσαμε, τόσος κόσμος γι’ αλλού ξεκίνησε κι αλλού κατέληξε και κάποια στιγμή το αποφασίζουν, άλλωστε το να ξεγελάς τον εαυτό σου είναι μια επιστήμη. Ήθελες ψηλό σύντροφο και σου έτυχε κοντός; του βρίσκεις άλλο χάρισμα, εύκολο είναι. Τον ήθελες έτσι και σου βγήκε αλλιώς; τον διορθώνεις, τον περνάς από το κρεβάτι του Προκρούστη. Τον ψαλιδίζεις λιγάκι, του κόβεις, του αφαιρείς, του προσθέτεις, κι αν πάλι δεν σου κάνει και βρεθείς σε απελπισία, φτάνεις στην έσχατη λύση να αναρωτηθείς: και ποιος τάχα είμαι εγώ για να μην μου αρέσει ο σύντροφός μου; θέλω να πω, η έσχατη λύση, είναι να γυρίσει κανείς το πιστόλι στον κρόταφό του και να αυτοκτονήσει με μικρές δόσεις υποχωρήσεων. Κάπου θα χαθεί και η αυτοεκτίμηση κι ο αυτοσεβασμός και μπορεί να είσαι καλά και με το τίποτα και να μην αναγνωρίζεις τον εαυτό σου, που υπήρξες τάχα εκλεκτικός, επιλεκτικός και με γούστο. Και να βρεθείς να κοιμάσαι με ένα γουρούνι και να προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου πως ζαρκάδι είναι. Είναι εύκολο να ξεγελάς τον εαυτό σου, είναι η τέχνη της προθέσεως, και μετά, η κοινωνία ξέρει πολύ καλά να σε υποτιμά, να σε μειώνει, να σε ωθεί να της μοιάσεις. Το ξέρει πολύ καλά, το κάνουν αιώνες ο ένας στον άλλον οι άνθρωποι, κι έτσι ύπουλα και κρυφά σαν σαράκι... θρονιάζεται μέσα τους η αναξιότητα. Απλώς σε πείθουν πως δεν αξίζεις, και γιατί να αξίζεις; αφού αν αξίζεις εσύ, το αισθάνονται σαν να τους το κλέβεις και να μην αξίζουν εκείνοι. Αφού, αν κάτι το δουν ψηλά, αυτό τους κάνει να αισθάνονται χαμηλά.
Α, οι άνθρωποι, να ξέρες με πόση περίσσια τέχνη, μπορούν να εξαφανίζουν μέσα από τον πρωτογέννητο άνθρωπο κάθε ομορφιά. Και το βασίλειο πηγαίνει αλυσίδα. Γιατί να επαινέσουν; γιατί να πουν μπράβο; αφού αυτό θα τους κάνει να ρίξουν μια κρυφή ματιά στον εαυτό τους κι αυτό που θα δουν διόλου δεν τους συμφέρει. Δεν κάνουν κάτι άλλο όλη την ώρα απ’ το να παίρνουν μέτρα, θα έλεγες πως η κοινωνία είναι ένα μεγάλο ραφείο για κουστούμια. Πάνε οι άνθρωποι διαρκώς δίπλα στους άλλους και μετρούν το ύψος τους στους ώμους τους.

Γι’ αυτό λέω, θα έπρεπε ως τώρα να έχουμε αποφασίσει τη δυστυχία μας ως φυσική, τη θλίψη μας ως αμετάκλητη, τη μοίρα μας ως δεδομένη, να καθαγιάσουμε κι εμείς τη συμφορά μας - όπως τόσοι άνθρωποι το κάνουν - και ήσυχα να νεκρωθούμε από ελπίδες, προσδοκίες κι όνειρα. Ήσυχα μέσα στις φλέβες μας να κυλήσει τσιμέντο και το μυαλό μας να καλυφθεί από πάγο. Καμία ανησυχία τότε, να μας βρει ένας θάνατος χωρίς σπίθες, ωραία σφραγισμένοι στο σεντούκι μας χωρίς ανάσα, στον τάφο μέσα αλλά χωρίς πόνο, η τουλάχιστον χωρίς τη γνώση του.

Θα έπρεπε. Τόσοι άνθρωποι το κάνουν. Αφαιρείς λιγάκι χώμα από το μνήμα τους με το μικρό σου δαχτυλάκι... κι αμέσως αρπάζουν το φτυάρι και σκεπάζονται ως το λαιμό, κι αφήνουν από έξω μόνο ένα κάτι σαν αχ, ή σαν ωχ, ή σαν βαχ.
Θα έπρεπε κι εμείς στη μεγάλη παρέα των συμφωνημένων αθανάτων να μετέχουμε, ωραία στολισμένοι σαν επικήδειοι και σαν νάρκισσοι διαπαντός θυμωμένοι, με θεό, ανθρώπους, κοινωνία, πολιτική, σύστημα, τους άλλους γενικά.

Θα έπρεπε όμως δεν γίνεται.
Ξύπνησε το θηρίο.
Πεταλούδες, έντομα, μυρουδιές
παιδικά ίχνη
απάτητο χιόνι
υπόκωφες αναστάσιμες τσιρίδες
άγγελοι που σ’ αρπάζουν απ’ τα μαλλιά
ευτυχία που παραμονεύει
πόνος θρασίμι, γοργός κελευστής ανέμων
και δεν γυρίζει πίσω τίποτα τώρα πια

Θα έπρεπε μα το κρασί δεν παίρνει νερό πια 
κι όλα προχωρούν προς μιας καρφίτσας πίστη.
Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Η Μαθητεία

Οι Μπλε Άνθρωποι