Ο Λάζαρος



Όταν ο Λάζαρος αναστήθηκε ήταν σα χαμένος, τέσσερις μέρες μόνο νεκρός μα έμοιαζε να έχει ξεχάσει για πάντα αυτή τη ζωή. Συχνά ήταν αφηρημένος, τον ρωτούσαν διάφορα όμως εκείνος μόνο τους κοίταζε, περίεργα, σκοτεινά, και πολλές φορές έμοιαζε με άνθρωπο χωρίς μνήμη. Συχνά κάθονταν σε μια γωνιά μόνος και κοίταζε το κενό, αν δεν του έδιναν να φάει δεν θα έτρωγε. Οι άνθρωποι του έλεγαν συχνά πες μας, μίλησέ μας, εσύ πήγες, έφτασες Εκεί, εσύ ξέρεις, πες και σ' εμάς λοιπόν πως είναι εκεί, πες μας τι είδες;

Ο Λάζαρος τους κοιτούσε μια μια κατάφωρη απορία, δεν καταλάβαινε για καιρό τίποτα, πού ήταν το Εδώ, πού ήταν το Εκεί, ήξερε μόνο - μάλλον υποψιαζόταν - πως του είχε συμβεί κάτι εξαιρετικά σπάνιο, κι αυτό το αναγνώριζε στα τρομαγμένα μάτια των ανθρώπων. Όμως απαντήσεις δεν είχε, μόνο μια θολή μνήμη, ούτε αισθήματα είχε, δεν υπάρχουν μέσα στον άνθρωπο αισθήματα γι' αυτό το γεγονός. Μόνο καμιά φορά κοίταζε την αδερφή του λυπημένα, πολύ λυπημένα, αλλά δεν γνώριζε το λόγο της λύπης του για καιρό.

Η οικογένειά του αρχικά υπήρξε χαρούμενη, σχεδόν ενθουσιασμένη, είχε επιστρέψει ο άνθρωπός της στη ζωή, όμως δεν είχε ερωτηθεί γι' αυτό. Εκείνος, ο Λάζαρος, είχε περάσει όλη τη διαδικασία και την αγωνία του θανάτου, δεν είχε πεθάνει ξαφνικά, είχε πεθάνει συνειδητά, όταν άρχισε κι ένιωθε να πεθαίνει...ζούσε ακόμα, το βίωσε, το ένιωσε, το σκέφτηκε πως θα πεθάνει, είχε αφεθεί στο θάνατο, του είχε παραδοθεί, την είχε εγκαταλείψει τη ζωή, την είχε αφήσει, την είχε αφήσει πίσω του και τώρα είχε επιστρέψει, μα δεν ήξερε πια ούτε ποιος ήταν ούτε τί να κάνει με τη ζωή που του είχε δοθεί - χαριστεί. Δεν ήξερε τί να κάνει με τούτο το πλεόνασμα του χρόνου του.

Η οικογένειά του έστησε μεγάλο γλέντι για την ανάστασή του, όμως εκείνος ήταν ο μόνος που δεν μπορούσε να το χαρεί. Άνθρωποι έρχονταν απ΄όλον τον τόπο και τον κοιτούσαν εκστατικά και με δέος, μερικοί τον προσκυνούσαν, του φιλούσαν το χέρι, σαν να ήταν κάτι πολύτιμο, εκείνος όμως έμοιαζε περισσότερο με πάγο παρά με άνθρωπο. Με τον καιρό κατάλαβε στην ύπαρξή του ένα σημάδι, κατάρα ΄γ ευλογία να ήταν; δεν είχε ακόμα καρδιά να το ξεχωρίσει. Ευλογία θα ήταν αφού είχε επιστρέψει στη ζωή, όμως για να πεθάνει η ζωή του θα είχε τελειώσει. 

Πέρασε κι άλλος καιρός κι αυτό που άρχισε να νιώθει σιγά σιγά, δεν ήταν ούτε ζωή ούτε θάνατος αλλά κάτι ενδιάμεσο. Μια μέρα, έκανε μια χαρούμενη σκέψη και προσπάθησε να χαρεί τη ζωή του, όλοι στο σπίτι είπαν, Εκείνος σήμερα γέλασε, το είδαν ως ένα γεγονός. (Συχνά τώρα πια, μεταξύ τους στο σπίτι τον αποκαλούσαν "ο Εκείνος" κι όχι με το όνομά του). Όμως κράτησε για λίγο η χαρά του και μετά βυθίστηκε πάλι στο πένθος του. Να σκεφτεί πως ο θεός είχε κάνει λάθος να τον αναστήσει ούτε λόγος. Ο θεός του είχε πάρει τη ζωή ο θεός του την επέστρεψε, στην σκέψη αυτή βρήκε παρηγοριά κι εναπόθεσε ξανά τη νέα ζωή του στα χέρια του θεού. Έτσι κατάφερε να ξεκινήσει τη νέα ζωή του λιγοστά.  

Όμως σύντομα, διαπίστωσαν όλοι πως ο Λάζαρος απέφευγε τους ανθρώπους κι έκανε παρέα με τα πρόβατα. Όσο έζησε το έκανε ως βοσκός προβάτων, όμως πάντα φοβόταν ν' αγαπήσει τη ζωή για δεύτερη φορά, όσο έζησε το έζησε με επιφύλαξη προς τη ζωή, δεν δέθηκε ποτέ ξανά μαζί της. Δεν μετάνιωσε ποτέ ούτε ζητωκραύγασε για την ανάστασή του, όσο έζησε το έζησε στα μισά, με το ένα πόδι στη μια όχθη και το άλλο στην άλλη, ποτέ δεν επέστρεψε ολόκληρος από τον θάνατο ποτέ δεν έφυγε ολόκληρος απ΄τη ζωή.
Στο τέλος απομονώθηκε και ξεχάστηκε. 

Όταν πέθανε άφησε μια μόνο παραγγελιά, ένα κομματάκι χαρτί που είχε γράψει: Όχι πια άλλα δάκρυα, ούτε για το θάνατο ούτε για τη ζωή. 




Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αόρατος Νόμος

Γαλάζια Έρημος

Οι Μπλε Άνθρωποι