το αίμα της παπαρούνας





Οι γιορτές πέρασαν, η άνοιξη όμως μένει, η άνοιξη είναι η μεγάλη γιορτή, γιορτάζει το μυστήριό της. Γιορτάζει η πλάση, η φύση, τα δέντρα, τα ζώα, τα λουλούδια κι έχουν φορέσει όλα την καλή τους, τη μονάκριβή τους φορεσιά. 
Η άνοιξη, η μεγαλύτερη δωρεάν γιορτή του ανθρώπου, που την εκτιμά ίσως λιγότερο από μια εθνική εορτή. Όμως είναι κάτι περισσότερο από εθνική εορτή, είναι ανθρώπινη και πανανθρώπινη και θεϊκή. 
 Όμως όπου πέσει το φτηνό μάτι του ανθρώπου όλα τα φθηναίνει, όλα τα φτιάχνει πλαστικά. Και μπροστά σε τόσο μεγαλείο, όλη τη σημασία του καταφέρνει και παίρνει το μικρό σβουριχτό του πρόβλημα, και ξεχνά να θαυμάσει και μένει νηστικός από ομορφιά, καθώς το βλέμμα του το έχουν κερδίσει, το έχουν μαγκώσει οι επιδιώξεις του, κι η σκέψη του κινεί το βλέμμα μηχανικά, μπροστά σε τόση απέραντη αθωότητα.

Γιατί γκρινιάζεις άνθρωπε; γιατί πασχίζεις; γιατί παραπονιέσαι κι εντέλει γιατί ονειρεύεσαι; αφού η άνοιξη ένα ζωντανό όνειρο είναι και σ' έχει κυκλώσει. Χρειάζεται μόνο να σταματήσεις τ' όνειρο και ν' αρχίσεις να ζεις. Όμως εσύ έμαθες να λες σκληρή πραγματικότητα, ενώ είναι η καρδιά σου μόνο που έχει σκληρύνει. Έμαθες να λες σκληρή αλήθεια από το σκληρό περίβλημα της ψυχής σου, έμαθες να μιλάς απ΄τ' όστρακο της, σφραγίστηκες και το άρωμα της άνοιξης δεν σε φτάνει. Και λες συχνά λέξεις όπως μπόχα και δυσοσμία, ενώ εσύ είσαι που μυρίζεις άσχημα. 
 Κλείστηκες σε κονσέρβα άνθρωπε και συχνά σου φταίει το εργοστάσιο κονσερβοποιίας. Έγινες πλαστικός και εχθρεύεσαι το πετρέλαιο, το πρώτο συστατικό σου, έκανες το αυτοκίνητο κολλητό φίλο σου και θαρρείς αναπνέει.

 Επέστρεψε άνθρωπε, επέστρεψε στη φύση σου και μην αδικείς άλλο τον εαυτό σου, και μην τυραννάς άλλο τη νύχτα σου, και μην φοβάσαι άλλο το σκοτάδι. Η αλήθεια είναι όμορφη άνθρωπε, σαν μια οπτασία, κι η ζωή σου φανταστική.  Πίστεψε στη φαντασία σου άνθρωπε, μην ξοδεύεσαι άλλο στις απάνθρωπές σου συνήθειες και μην λογαριάζεις τη σκέψη σου αληθινή. Σταμάτησε για ένα λεπτό τη σκέψη σου άνθρωπε και κοίταξε έξω απ΄το μεγάλο του νου παραθύρι και πες μου τί βλέπεις; Δεν βλέπεις τάχα κάτι ικανό να κερδίσει την καρδιά σου και να σε ημερέψει, να σε γαληνέψει, να σε γεμίσει έκσταση και δέος, και να σε κάνει επιτέλους ν' αναπαυτείς μέσα στις πολύχρωμες φτέρες και τα μαλακά σεντόνια της καρδιάς σου; Όμως εσένα τα φυλλοκάρδια σου γέμισαν κόψεις απάνθρωπες κι άστατη πονηρία, κι έχεις καταδικάσει τη καρδιά σου σε ορυμαγδό, κι όπως είναι τραυματισμένη η καρδιά σου να μην πιστεύεις, και με βουλωμένα μάτια οι αναθυμιάσεις της ψυχής σου να σε πνίγουν και να λες συχνά, εδώ εκεί αδιέξοδο. Όμως το μόνο αδιέξοδο εσύ ο ίδιος είσαι.

Με προδομένη μοναξιά, μ' ένα σπυρί ήλιο, που πηγαίνεις; Και γιατί αισθάνεσαι να κουβαλάς στο δισάκι σου φορτίο τη ζωή; Κι όλο εξάγεις συμπεράσματα, όπως να μπαλωθούμε, να τακτοποιηθούμε, να ασφαλιστούμε, να συμπληρωθούμε, να ζευγαρώσουν τα κενά μας, να γεμίσουμε ο ένας τον άλλον με τα βάσανά μας, να πάρει άλλος το φορτίο μας ν' απαλλαγούμε. Ενώ την ίδια ώρα που εσύ κάνεις αυτές τις σκέψεις, έξω η μουσική συνεχίζει να παίζει μα δεν έχεις για μουσική αυτιά, όταν οι σκέψεις σου σε ξεκουφαίνουν. 

Προδότη άνθρωπε, η αθωότητα σου στο αίμα σου θα σε πνίξει και κρίνα θα σε μαχαιρώνουν τις νύχτες στα πλευρά, μέχρι να κραυγάσεις ανώτερο αγαθό όλων η ελευθερία μου και πίσω απ΄την ψυχή σου σαν σκυλί να τρέξεις. 
 Που πηγαίνεις; τι ελπίζεις; καπνισμένος μέσα απ΄τους πολέμους καθώς έρχεσαι, με πληγωμένα γόνατα απ΄το σύρσιμο και την υποταγή. Με χαμένο ανάστημα και δόλια συμπεριφορά, τί να κερδίσεις άνθρωπέ μου αν εσύ έχεις χαθεί; Και τι να χαρείς αν η χαρά σου έχει αμαυρωθεί; Και για όλ' αυτά που κοπιάζεις ποιος ο λόγος, αν στο τέλος τον κόπο τους κρατάς; Αν δεν μπορείς να κοιτάξεις ένα λουλούδια στα μάτια και να το νιώσεις, τότε γιατί έχεις μάτια άνθρωπε, ή γιατί νομίζεις πως έχεις;

Άνθρωπέ μου, στο δάσος μέσα φρόντισε να εξημερώσεις τον εαυτό σου, γιατί εσύ είσαι το ζώο του δάσους μέσα στο οποίο χάθηκες, όμως εσύ θέλεις να εξημερώσεις το δάσος. Κι όποτε δίνεις το χέρι σου σ' ένα άλλο ζωάκι να συντροφεύεις, του δίνεις μαζί και μια σακούλα καρφιά, και λες διαρκώς, έτσι οι άνθρωποι, έτσι οι σχέσεις, έτσι τα ζώα, έτσι η πολιτική, έτσι η ζωή, Ποιος σε διόρισε κριτή ανόητε για να ξέρεις και πως είναι έξω από σένα; Τη δικιά σου την καταδίκη ρίχνεις διαρκώς στους άλλους κι απ’ την κατάρα σου τους καταριέσαι, κι απ’ τη χαρά σου τους χαίρεσαι, μα να έχεις χαρά, να τη βρεις πρώτα. Κι απ’ την αγάπη σου τους αγαπάς, μα να τη βρεις πρώτα. Γιατί είναι απ’ το φόβο σου που φοβάσαι κι απ’ την απελπισία σου που απελπίζεσαι, όμως εσύ λες ο κόσμος είναι απελπισμένος, ενώ εννοείς την απελπισία σου. Και λες θλιμμένη είναι η άνοιξη, όμως η άνοιξη δεν μπορεί να σε δει πάρα μέσα απ’ τα δικά σου μάτια. 

Σου δίνουν το χέρι τους άνθρωπε όμως εσύ κρατάς την καρδιά σου, και θέλεις έτσι να κρατήσεις δικό σου το χέρι τους. Και σου λένε δώσε μου το χέρι σου, όμως το χέρι σου το κρατά η καρδιά σου και δίνεις μόνο το χέρι σου, μόνο τη σάρκα του, ενώ βλέπεις στο δρόμο να κρατιούνται νεκρά χέρια και στην πνευματική εκκλησιά σάρκες να παντρεύονται.

Είσαι απίθανος άνθρωπε, όμως δεν απορώ πια μαζί σου, όμως με πληγώνει, που ενώ θα ήθελα να σε θαυμάζω κι απ’ το μεγαλείο σου να συγκινούμε… σε βλέπω συχνά, καταφαγωμένο απ’ τα ποντίκια και τις νυχτερίδες, να προσβάλλεις με όλους τους τρόπους τη ζωή και να υμνείς τα φάλτσα της και τα σκουριασμένα της, και να βάζεις ψηλά αξίες, που αν δεν χαμηλώσεις στο ύψος της ντροπής σου ποτέ δεν τις φτάνεις.

Ίσως όμως σε σώσει η ντροπή σου, που πολύ φοβούμαι πως απ’ την πολλή ντροπή κι αυτή την έχασες.  Και το αίμα που ανέβαινε κόκκινο στα μάγουλά σου, σταμάτησε πια στο ύψος μιας νεκρής καρδιάς. Και τώρα τι; Ποια περιγραφή φυλακής θα σε σώσει; Που τη φυλακή μόνο να τη ζεις μπορείς, όμως αδύνατον να την περιγράψεις. Και στα ποιήματα που τη διαβάζεις, αισθάνεσαι και λες, σαν γνωστή μου μοιάζει ετούτη η τραγωδία, μα είναι μόνο η τραγωδία που αρνείσαι να ζήσεις, γι’ αυτό ακριβώς είναι τραγωδία. 

 Άνθρωπε αρνητή, πως τα καταφέρνεις και γυρίζεις πάντα πλάτη στην άνοιξη ποτέ δεν κατάλαβα.

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αόρατος Νόμος

Γαλάζια Έρημος

Οι Μπλε Άνθρωποι