Η Βασιλεία των Ουρανών




Ο Σωκράτης συχνά ξεφυσούσε, έμοιαζε πάντα "βαριά στεναχωρημένος", σου έδινε την εντύπωση πως ζούσε κάτω από έναν κλειστό ουρανό. Προσπαθούσα μαζί του πάντα να βρω τα κατάλληλα λόγια που θα του αναπτέρωναν την ελπίδα, αν και ήξερα πως εγώ τη χρειαζόμουν περισσότερο.
Πολλές φορές εξέταζα τη ζωή του μαθηματικά, την είχε πάρει απλώς πολύ βαριά, γιατί η ζωή του δεν δικαιολογούσε καμία στεναχώρια, καμία γνωστή στεναχώρια.

Όμως εκείνος διαφορετικά ένιωθε, ένιωθε απειλές, για πιο λόγο ποτέ δεν κατάλαβα. Στο τέλος αποφάσισα πως η ζωή του θα είχε άγνωστο σε μένα παρασκήνιο, το φέρσιμό του αυτό μαρτυρούσε. Τίποτα σκοτεινές υποθέσεις απ’ αυτές που σε πιέζουν τη νύχτα και δεν τις ομολογείς εύκολα, αν είσαι και κομματάκι περήφανος, όπως ήταν. Ή τίποτα οικονομικές δυσπραγίες, τίποτα πιστωτές που κρυφά τον βασάνιζαν, τίποτα λογαριασμούς που στο χαρτί του έβγαζαν κόκκινους αριθμούς και τον προκάλεσα να μου ανοιχθεί. Και πάλι δεν βρήκα τίποτα να δικαιολογεί τον μεγάλο του μαρασμό, τον χαμό του γέλιου του και το απανωτό αχ και βαχ, και την ευθύνη του, που την πέταγε στα μούτρα όλου του κόσμου. Κατέληξα πως είχε κάτι παθογόνο, ίσως ένα από εκείνα τα μικρόβια της όρασης, γιατί ήταν νέος, υγιής, καλοφτιαγμένος, με ωραίο σπίτι, αυτοκίνητο, καλή δουλειά και όμορφη γυναίκα, όμως πάντα ο Σωκράτης ήταν σαν ξεκουρδισμένος.

Λίγο πολύ είχε τον παράδεισο που ονειρεύονται οι περισσότεροι, όμως εκείνος μέσα στο παράδεισο ένιωθε φτωχός, όμως του έλεγα πως τη φτώχεια δεν την ξέρεις, με τρεις δερμάτινες καμπαρτίνες και βασική έγνοια τα λάστιχα του αυτοκινήτου δεν λογαριάζεσαι φτωχός, ο μισός πλανήτης είναι ξυπόλητος, του έλεγα, εσύ αγόρασες και δεύτερη παπουτσοθήκη. Ο Σωκράτης όμως αχ και βαχ και τί θα απογίνουμε.

Στο μεταξύ, αν σταματούσε τώρα με τις δουλειές του, τα επόμενα πέντε χρόνια τα είχε τακτοποιημένα στο τσεπάκι του, όμως εκείνος συχνά έλεγε δεν ξέρουμε τί μας ξημερώνει αύριο. Κι από αύριο σε αύριο αγωνιούσε και φοβόταν κι έδενε τη ζωή του μη την πάρει ο άνεμος και τη χάσει, κι απ’ το πολύ δέσιμο της ζωής του είχε δέσει την καρδιά του και την πλήγωνε, όμως να μην ξέρει από που έρχεται ο πόνος του και τί τον προκαλεί.

Θα έλεγες πως αυτός ο άνθρωπος πάντα είχε κάτι εναντίον του, μια αυτοκαταστροφή, ικανοποιημένο κι ευχαριστημένο κανείς ποτέ δεν τον είδε, μόνο που φρόντιζε, πολύ φρόντιζε για όλα, κι όταν δεν είχε κάτι να στεναχωρηθεί το έβλεπες πως δεν ένιωθε καλά, στριφογύριζε σαν άνθρωπος που του τελείωσαν τα προβλήματα και θα χρειάζονταν να του μιλήσει ο εαυτός του. Κι αμέσως έβρισκε κι αρπάζονταν από ένα πρόβλημα και συνέχιζε το αχ και το βαχ, σαν να ήθελε να πει: το βλέπετε; το βλέπετε κι εσείς πως δίκιο έχω να απελπίζομαι; Είχε δίκιο, έτσι ήταν ο κόσμος του και τον ταίριαζε πάντα με τον εξωτερικό. Έτρεμε μη μείνει κανένα κενό ανάμεσα στους κόσμους και περάσει ανάμεσά τους καμιά καινούργια σκέψη.

Έκανε πολλά λεφτά κι άλλαξε αυτοκίνητα πολλές φορές, αγόρασε και μεγαλύτερο σπίτι για να μη του φτάνουν τα λεφτά, όμως ήταν έξυπνος και δραστήριος και τα λεφτά πάλι του έφταναν, στο τέλος το έριξε στο καζίνο, λες σε μια κίνηση απελπισίας, όμως ο Σωκράτης, σαν παιδί ενός άλλους θεού, απ’ το καζίνο βγήκε κερδισμένος κι έπεσε σε μεγαλύτερη δυσμένεια. Σχεδόν χάθηκε ο λόγος του άγχους του και τώρα είχε απομείνει απορημένος, γιατί είχε αρχίσει να καταλαβαίνει, πως λογικά, λογικότητα, θα έπρεπε να είναι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος, όμως η καρδιά του μέσα σε όλα τον δάγκωνε.

Μια μέρα, του πρότεινα να τα χαρίσει όλα και να αποπειραθεί να γίνει χριστιανός, να αναζητήσει τη βασιλεία των ουρανών, με κοίταξε με κάποια δυσπιστία κι ειρωνεία, αλλά και με κάποιο φόβο, σαν να ένιωθε πως ήμουν εχθρός του και κακός συμβουλάτορας. Κατάλαβα τις σκέψεις του και τον πληροφόρησα πως χρειάζονταν απλώς να ισορροπήσει, ήταν φτωχός, από πάντα φτωχός κι η καρδιά του έπρεπε να συναντήσει στον έξω κόσμο την φτώχεια του, έπρεπε να συναντήσει τον φόβο του και να τον νικήσει. Όμως ο Σωκράτης ποτέ δεν με κατάλαβε και με ξέγραψε από φίλο, είπε πως τον ζήλευα και πως τα λόγια μου τον οδηγούσαν σε λάθος μονοπάτια.

Ο Σωκράτης δεν βρήκε ποτέ την ειρήνη, μια μέρα τον πρόδωσε το σώμα του και πέθανε. Μιας και δεν είχε παιδιά, η μεγάλη του περιουσία πέρασε όλη στη γυναίκα του, εκείνη τη χάρισε σε ένα ορφανοτροφείο. Στην κηδεία με είχε κοιτάξει παράξενα, με ένα βλέμμα γεμάτο κατανόηση, σαν να γνώριζε, πήρε μαζί της μόνο μια φωτογραφία του κι έφυγε για άλλη χώρα.

Καμιά φορά πάω στο μνήμα του και του μιλώ, όμως με έναν τρόπο που δεν γυρεύω να τον πείσω, είμαι βέβαιος πια, πως με τον θάνατό του πολλά για τη ζωή κατάλαβε, αν όχι όλα. Αν είχε μια δεύτερη, είμαι βέβαιος, πως σε ένα σταυροδρόμι της, θα πέταγε απ’ τις πλάτες του και θα ξεφορτώνονταν όλο το βάρος της κι ίσως αναζητούσε τελικά τη βασιλεία των ουρανών. Όμως τώρα ήταν ήδη στους ουρανούς, κι αυτοί που είναι στους ουρανούς για τη βασιλεία των ουρανών δεν νοιάζονται, είτε ζωντανοί είναι είτε νεκροί.

Όμως όπως λέει κι ο ποιητής, δεύτερη ζωή δεν έχει, και τη βασιλεία των ουρανών, είτε θα την αναζητήσεις σε τούτη τη ζωή, είτε θα καταφέρεις τον εαυτό σου να μην την πιστέψεις, γιατί ίσως σου φανερώσει η ζωή στερήσεις κι ελλείμματα, όπως και να χει, είναι εύκολο να βρει κανείς έναν τρόπο μέσα του να τα «μαγειρέψει». Έτσι ώστε και τούτη τη ζωή να μη χάσει, και τη βασιλεία των ουρανών κάπως σίγουρη να την έχει, κάπως μόνο.

Υπάρχει βέβαια και μια τρίτη περίπτωση, η βασιλεία των ουρανών να είναι εδώ και τώρα, και να χρειάζεται να βρεις σ’ αυτή τη ζωή τον παράδεισο και την αιώνια ευτυχία που θα σε ακολουθήσει. Ίσως βέβαια αυτή η τρίτη περίπτωση να έχει κάποιο κόστος, αλλά και τί στη ζωή δεν κοστίζει; Σάμπως δεν κοστίζουν τα σπίτια, οι βίλες και τα αυτοκίνητα; Πανάκριβα ο Σωκράτης τα πλήρωνε σε όλη τη ζωή του, και πανάκριβα τελικά με τη ζωή του τα πλήρωσε.

Αχ Σωκράτη! Πολύ σε συλλογίζομαι αδερφέ, άριστος υπήρξες στα οικονομικά σου, όμως πάλι κάτι σου διέφυγε, το ισοζύγιο πληρωμών ποτέ σωστά δεν λογάριασες, στη ζυγαριά ίσια τα πράγματα δεν τα τοποθέτησες, σε μια μεριά το κόστος της ζωής σου έγειρε και σε πήρε μαζί του στον τάφο. Ακριβά την πλήρωσες τη ζωή Σωκράτη, με ένα ανάγλυφο μάρμαρο, και μόνο η φωτογραφία σου μαρτυρά πια, πως κάποτε κι εσύ αδερφέ μου, στη ζωή σου χαμογελούσες. 

Όποτε σε επισκέπτομαι Σωκράτη, οι συλλογισμοί μου κλείνουν με τη φράση: και τώρα τι? Όχι για σένα πια, αλλά για μένα και τώρα τι? 



Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Η Μαθητεία

Οι Μπλε Άνθρωποι