Η Μεταμόρφωση

 
 
 Ήταν μια συννεφιασμένη Κυριακή του φθινοπώρου, εκείνος βάδιζε στην οδό Τ. με μια έντονη απογοήτευση και μια χωρίς λόγο πίκρα, από βραδύς τον είχε κυριέψει κάποια ματαιότητα κι ένα αίσθημα ιερόδουλης μοναξιάς. Ήταν μια στιγμή φωτεινή, έκλαμψης, που σε αυτή είδε όλη την ως τότε ζωή του, θα έλεγες τον μαστίγωσε εκείνη η στιγμή και του φανέρωσε μια αβάσταχτη αλήθεια. Σαραντάριζε, σήμερα είχε τα γενέθλιά του, και τι είχε καταφέρει ως τώρα στη ζωή του; Αυτό του φανερώθηκε σε μια μόνο μεγάλη στιγμή. Ένα απόλυτο τίποτα, μια παταγώδη αποτυχία, δεν είχε ούτε έναν αληθινό φίλο και καμία σχέση με τους συγγενείς του, τους είχε κάνει όλους πέρα. Είχε αποπειραθεί αρκετές σχέσεις με γυναίκες μα όλες είχαν καταλήξει σε παταγώδη αποτυχία και μια τραγική νύχτα οργής και χωρισμού. Είχε ψάξει μέσα του να βρει αν αυτή ήταν η πρόθεσή του, σε λίγο τα είχε παρατήσει, προθέσεις, κίνητρα, όλα στο σκοτάδι, ποιος γνωρίζει απ΄αυτά; είχε αναρωτηθεί, ίσως ένας μάντης μόνο. Ξεκινούσε μια σχέση και σκέφτονταν πάντα κι όπου βγει. Αλήθεια είναι πως τον κυρίευε συχνά ένα άλογο πάθος, θα έλεγες πως τυφλώνονταν, μια δίψα για έρωτα, κι έκρυβε στα στήθια του μια μεγάλη φωτιά. Καλοφτιαγμένος κι αρρενωπός όπως ήταν, δεν ήταν δύσκολο να έχει όσες ερωμένες ήθελε, δοκίμασε μάλιστα κι αρκετές φορές τον έρωτα της μιας νύχτας, τίποτα, τίποτα δεν τον γέμιζε. Μετά από μερικά τέτοια επεισόδια ένιωσε πιο άχρηστος κι ακόμα περισσότερο αποτυχημένος, αβάσταχτα αποτυχημένος, τόσο, που μια τελευταία γυναίκα που είχε φέρει μεθυσμένη στο σπίτι του... την έδιωξε με βρισιές πριν καν τη γδύσει. Και μετά πήγε στον νιπτήρα του μπάνιου κι άρχισε να φτύνει τον εαυτό του στον καθρέφτη. Τον έπιασε μια τέτοια αυτολύπηση εκείνη τη νύχτα που γύρεψε να αυτοκτονήσει, δεν το έκανε, μόνο που χαράκωσε λιγάκι το δέρμα του και κοίταζε σαν χαζός κι αποσβολωμένος το αίμα του.
 
Τώρα που περπατούσε στο δρόμο, έβλεπες έναν ωραίο όμορφο άντρα και μάλιστα απολύτως προσεγμένο και καλοντυμένο, που έκλεβε τις ματιές των γυναικών. Σωστός κύριος. Τράβηξε κατά την παραλία και κάθισε σε ένα παγκάκι, σε μια στιγμή που ένιωθε τη ζωή του δίχως κανένα απολύτως νόημα, ούτε νόημα στο να πεθάνει ούτε στο να ζει.
Πρόσεξε μια γυναίκα που κάθονταν σε ένα διπλανό παγκάκι, ήταν μια νέα γυναίκα, καλοφτιαγμένη και πρόσχαρη, ανάμεσα στα γόνατά της κρατούσε τη μικρή της κόρη και την κοιτούσε στα μάτια κι έλαμπε. Η σκηνή αυτή αρχικά δεν τον άγγιξε, δεν την καταλάβαινε για να τον αγγίξει και γύρισε το άδειο βλέμμα του ξανά στη νεκρή θάλασσα. Μετά όμως, γύρισε ξανά το βλέμμα του πάνω τους σαν να προσπαθούσε κάτι να διακρίνει. Το έκανε, σαν να έβλεπε στο βάθος της δικιάς του ζωής και δικιάς του ψυχής ζωή. Ενώ είχε μια ζωή που ζούσε, το έκανε σαν να έβλεπε μια υποψία ζωής.
 
Ήταν η πρώτη φορά που τον έφτασε κάτι έξω απ΄αυτόν, κάτι σαν μυρουδιά, κάτι σαν άρωμα, όμως κρατήθηκε τόσο απ΄αυτό, που σηκώθηκε όρθιος και πήγε και στάθηκε πάνω από τη γυναίκα χωρίς να καταλαβαίνει τι κάνει. Εκείνη, όταν τον είδε από πάνω της σάστισε, όταν εκείνος κατάλαβε πόσο αδέξια είχε φερθεί τα έχασε και δεν ήξερε πως να δικαιολογηθεί, προσπάθησε να χαμογελάσει αλλά έμοιασε περισσότερο ηλίθιος, τελικά είπε: κο κορούλα σας είναι; εκείνη τράβηξε κοντά της το παιδί να το προστατέψει και τον κοίταξε αυστηρά, εκείνος ντράπηκε, ψέλλισε ένα με συγχωρείτε κι έκανε να φύγει.
Σταθείτε! του φώναξε εκείνη, πέστε μου τι θέλετε; τίποτα, τίποτα, βιάστηκε να πει κι έκανε ακόμα πιο γρήγορα να προχωρήσει. Όχι, κάτι θέλετε, μη φεύγετε, είπε εκείνη σαν να τον ικέτευε τώρα.
Εκείνος, χωρίς να συνειδητοποιεί τι λέει, ψέλλισε: λίγη παρέα μόνο, λίγη συντροφιά, στο τέλος χωρίς να ξέρει τι λέει, σαν να τα είχε εντελώς χαμένα, είπε κάτι σαν: ζεστά; ή να είπε έτσι: είναι ζεστά; με ερωτηματικό ή χωρίς. Όμως μόλις το είπε τράβηξε τα πέτα της γκαμπαρντίνας του σαν να κρύωνε και χλόμιασε σαν νεκρός. Εκείνη ανησύχησε και του είπε: είστε άρρωστος; εκείνος δεν ήξερε τι να απαντήσει, την κοίταξε μόνο με αδύναμο βλέμμα και λιποθύμησε.
 
Όταν ξύπνησε ήταν στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου κι εκείνη δίπλα του, ένιωθε παράξενα όμως διαφορετικά παράξενα, αυτά τα πράγματα, ότι δηλαδή κάποιος για σένα μπορεί να νοιάζεται, να σου κρατά το χέρι ή για σένα να ανησυχεί, δεν τα ήξερε, μάλλον τα ήξερε αλλά τα είχε ξεχάσει. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε βάλει τον εαυτό του σε έναν παράξενο κόσμο, σε ένα μικρό απομονωμένο σύμπαν μέσα στο σύμπαν, σε ένα σύμπαν όχι ζωής αλλά επιβίωσης.
Ύστερα, την κοίταξε στα μάτια και κάτι του θύμιζε, προσπαθούσε να θυμηθεί και ψέλλισε κάτι λόγια, όπως, είχε κάνει μια νύχτα μια ευχή, ή είχα μια δύσκολη νύχτα προσευχηθεί, ή κάτι άλλο πήγε να πει σαν, μέσα στην απελπισία μου... όμως του ανέβηκε πυρετός εκείνη την ώρα κι έχασε τις αισθήσεις του.

Νευρική κόπωση, είχαν διαγνώσει οι γιατροί, ή κάτι σαν νευρική υπερδιέγερση, όμως όταν έβγαινε απ΄το νοσοκομείο ένιωθε καλά, πιο αληθινός άνθρωπος.

Σε τρία χρόνια μέσα, είχε γίνει ο πιο καλός πατέρας που θα μπορούσε να έχει η κόρη εκείνης της γυναίκας. Η γυναίκα - που στο μεταξύ την παντρεύτηκε - ποτέ δεν κατάλαβα γιατί έτρεφε για εκείνη τόση μεγάλη ευγνωμοσύνη. Ποτέ δεν της μαρτύρησε από που τον έβγαλε, από που τον τράβηξε, από που τον πήρε, και που τον έβαλε, που τον έφερε, που τον ακούμπησε.

Μόνο που καμιά φορά, χαμογελώντας έλεγε, ο θεός του άντρα γυναίκα είναι.
Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Ο Αρραβώνας της σιωπής

Η Μαθητεία