Η μέσα πλευρά του φωτοστέφανου




 Ήταν Πάσχα και η μικρή Βιολέτ Κρύωνε, και πεινούσε, και...
Τι κάνεις εκεί; Του είπε η συνείδησή του.
Προσπαθώ να γράψω μια ιστορία για μια μικρή φτωχή, της απάντησε.
Για ποιο λόγο;
Με μόνο λόγο τη συγκίνηση.
Μα καλά, δεν άκουσες τίποτα εσύ; δεν συγκινούνται πια οι άνθρωποι, δεν το έμαθες κλεισμένος στον κόσμο σου και τη μοναξιά σου;
Το έμαθα αλλά δεν το πιστεύω, της απάντησε. Αλλά και χωρίς συγκίνηση πως ζουν;
Δεν ζούνε πια, είπε εκείνη, είναι πλέον νεκροί!
Ένα ρίγος διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά του, ο άνεμος που φυσούσε ορμητικός, άνοιξε το παντζούρι και το χτύπησε με δύναμη στον τοίχο. Είχαν πεθάνει οι άνθρωποι λοιπόν και δεν το είχε μάθει βουτηγμένος μέσα στα βιβλία του;
Ναι, είναι νεκροί, είπε λυπημένα η συνείδηση, μπορείς να τους δεις πλέον να χαίρονται μόνο απ’ τα χρήματα. Είναι ένας θάνατος αυτός που όμοιό του δεν έχει, μη γράφεις λοιπόν για καμία φτωχή μικρή, δεν υπάρχει λύπη πια μέσα στον άνθρωπο ν' αγγίξεις, γράψε για τάφους, γράψε για μηχανές, γράψε για τον γκρίζο έρωτα, γράψε για το σκληρό πόνο τους, αλλά αν θέλεις να είσαι εύστοχος και να τους βρεις γράψε για την αδιαφορία, τη γνωρίζουν καλύτερα απ’ τ' οποιοδήποτε συναίσθημα.
Τι να πει κανείς για την αδιαφορία; αναρωτήθηκε εκείνος.
Όλα και τίποτα, απάντησε η συνείδηση, η αδιαφορία είναι όλα που δεν σε νοιάζει γι’ αυτά τίποτα, κι ένα τίποτα που μέσα σε αυτό τα βρίσκεις όλα. Όμως βάλε και φόβο στα γραπτά σου, βάλε ελπίδα, ράντισέ τα με ίσως και αλλά και δεν ξέρουμε.
Θα γράψω για τα παιδιά, είπε εκείνος, αλλά και για όσους αισθάνονται ακόμα παιδιά, αυτοί ζουν, έστω και μέσα σε μικρές προσωπικές τραγωδίες, αλλά αισθάνονται, είμαι βέβαιος γι’ αυτό, και τα όνειρά τους έχουν ανθούς ριζωμένους και ρίζες ανθισμένες.
Η συνείδηση του είπε: κοίτα τον ουρανό των ανθρώπων, δεν είναι πια γαλάζιος.
Εκείνος έστρεψε το βλέμμα του και είδε, ο ουρανός είχε πάρει απ’ τις σκιές και τις κηλίδες της ψυχής των ανθρώπων.
Και τα πουλιά, του είπε η συνείδηση, δεν είναι πια πουλιά αλλά έντομα.
Κι οι ήχοι, του είπε, δεν είναι πια ήχοι αλλά τρόμος, κι η μοναξιά τρόμος είναι κι αυτή.
Πάει χάθηκε το γένος των ανθρώπων; αναρωτήθηκε εκείνος, κατακρημνίσθηκε λοιπόν μέσα στην άβυσσο της αδιαφορίας; και τι θα γίνουν τώρα τ’ άνθη, τα περιστέρια, τα χελιδόνια, τα πράσινα τοπία κι οι θέες οι ανοιχτές χωρίς τα μάτια τους;
Κι άρχισε να οδύρεται, οϊμέ τί συμφορά! έλεγε και χτυπιόταν. Κατάπιε τους ανθρώπους η μεγάλη πόλη και τα βάσανά της κι αδιαπέραστα τυφλώθηκαν. Είναι αυτή μια πόλη τυφλών λοιπόν κι εμένα η μοίρα μου να βρίσκομαι ξένος ανάμεσα σε ξένους. Τι θα γιατρέψει τώρα τους ανθρώπους; πως θα βρουν ξανά το φως τους; έλεγε και χτυπιόταν.
Μιλούν για την αγάπη μα την αγάπη δεν την ξέρουν, λένε για σχέσεις μα δεν μπορούν να νιώσουν τη φιλία, και φορούν ρούχα χρωματιστά μα δεν διακρίνουν πια τα χρώματα, κι έχουν όλη μέρα ακουστικά στ' αυτιά να ακούνε μουσική, όμως οι άνθρωποι πια είναι κουφοί. Και παρόλο που μεταξύ τους μιλούν κανείς δεν καταλαβαίνει τον άλλον, κι ενώ θα έλεγες πως νιώθουν, έχουν ξεχάσει να αισθάνονται.
Αν θέλεις να είσαι γι' αυτούς καλός δώστους χρήματα, είπε η συνείδηση, κι αν θέλεις να είσαι κακός πάρτους τα χρήματα. Απ’ τα χρήματα αισθάνονται, και το καλό, και το κακό, και τ’ όμορφο και το άσχημο. Και στην ομορφιά πάνω έχουν στήσει ξόβεργες κέρδους, και την ασχήμια την παίρνουν στα χέρια τους οι γιατροί και την εκμεταλλεύονται. Ευδοκιμεί μόνο μια αρετή πια, είπε η συνείδηση, το εμπόριο!
Το εμπόριο, μουρμούρισε εκείνος, μεγάλη θλίψη βρήκε λοιπόν το ανθρώπινο γένος, γι’ αυτό λοιπόν η πολιτεία γέμισε σπηλιές και καταγώγια ηδονής, όπου με λίγες δραχμές αγοράζεις ανθρώπινο σώμα. Έχει λοιπόν χαθεί η ανθρωπότητα! φώναξε εκείνος με οδύνη τραγική.
Η συνείδηση είπε με χαμηλή και ξάστερη φωνή: Ναι, η ανθρωπότητα έχει πια χαθεί, μα που ζεις εσύ και δεν το έχεις αντιληφθεί;
Εγώ, είπε εκείνος, κατέβηκα μια νύχτα στις σπηλιές να βρω τον ήλιο και ξεχάστηκα. Πέρασαν χρόνια από τότε κι η ανθρωπότητα έζησε δίπλα μου και πλάι μου, κι εγώ, δεν κατάλαβα πως, αλλά σήκωσα γύρω μου ψηλά τείχη, κι άφησα απ’ την ανθρωπότητα να περνάει μόνο άρωμα στην καρδιά μου και ξεγελάστηκα, νόμισα πως η ανθρωπότητα είναι αρωματική. Χρόνια έζησα μες στη σπηλιά με τη μύτη στο χώμα και μύρισα λουλούδια που γέμισαν τα πνευμόνια μου φαντασία, και στον κόσμο της φαντασίας ξεχάστηκα, και ξεγελάστηκα, κι έζησα έξω απ’ τους πολέμους των ανθρώπων, σε τόπους που δεν σε αγγίζει μήτε η κακία τους μήτε ο θυμός τους και δεν σε βρίσκει η πληγή τους, όμως τώρα τα μάτια μου τα χτυπάει το φως, θέλει να τ’ ανοίξει και δεν συνηθίσουν στο σκοτάδι. Μα βλέπω εκεί ψηλά, έναν άνθρωπο να τον ανεβάζουν σ’ έναν λόφο και να φορεί στο μέτωπό του ένα ακάνθινο στεφάνι, ποιος είναι αυτός; είπε ο άνθρωπος.
Αυτός είναι ο Ιησούς, είπε η συνείδηση, πάνε να τον σταυρώσουν.
Γιατί, τι έκανε; Είπε εκείνος.
Τίποτα δεν έκανε, απλά τους μίλησε και τους είπε ποιοι είναι και δεν το άντεξαν. Είναι σκληρό να γυρίζεις το βλέμμα των ανθρώπων στον εαυτό τους, πάντα σε τιμωρούν σκληρά γι’ αυτό. Το ακάνθινο στεφάνι που βλέπεις στο κεφάλι Του, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η μέσα πλευρά του φωτοστέφανου.
Έχει το φωτοστέφανο μέσα πλευρά με αγκάθια; Αναρωτήθηκε εκείνος.
Πάντα, είπε η συνείδηση, η μέσα πλευρά του φωτοστέφανου είναι ακάνθινη.

Όμως κάτι τώρα τους λέει.
Τους ομολογεί: είστε θεοί!
Και τον σταυρώνουν γι' αυτό λοιπόν. Μα τι φωνάζουν από κάτω;
Φωνάζουν είμαστε σκουλήκια και ζήτω ο αρχηγός μας ο Μέγας σκούληκας! 

Τώρα είναι όλα ξεκάθαρα κι αρμονικά ξανά, και οι αιτίες κι οι λόγοι στο φως. 
Ώστε η ανθρωπότητα χάθηκε λοιπόν, δεν την έσωσε ούτε ο Ναζωραίος, είπε εκείνος κι αναστέναξε βαθιά.
Προσπάθησε αλλά δεν κατάφερε να τη σώσει, είπε η συνείδηση, Τον είπαν μόνο Σωτήρα αλλά για δικούς τους λόγους.

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Η Μαθητεία

Οι Μπλε Άνθρωποι