31 Μαΐου 2018

ανάγκη – η σκοτεινή χορεύτρια








Βρήκα την ανάγκη βάση σχεδόν κάθε σκέψης, που προκειμένου να καλυφθεί παραποιούσε όλη τη σκέψη. Επειδή η ανάγκη ήταν τόσο βαθιά δεν έφτανες σε αυτήν άμεσα αλλά έκανες κύκλους από πάνω της - σχεδόν μια κάποια δεξιοτεχνία. Είδα την ανάγκη να είναι ζωτική, άμεσα συνυφασμένη με τη ζωή, όμως τρομερά δύσκολο ν’ αναγνωριστεί, την είδα ως σχεδόν το μόνο κίνητρο της ζωής, το πιο σιωπηλό της, να είναι σαν ένα σημείο στο βάθος που απ’ αυτό ξεκινούσε ένα ολόκληρο χταπόδι που έφτανε στη σκέψη. Κι είδα την ανάγκη ως κάτι αχόρταγο που το τρέφουν οι άνθρωποι διαρκώς και δεν χορταίνει.

 Κι από κει ακριβώς, απ’ την ανάγκη, μπορεί να χτίσει κανείς μι' αυτοκρατορία, μα η ανάγκη να παραμείνει ανάγκη και ν' αλλάζει απλώς πρόσωπα. Γιατί την ανθρώπινη ανάγκη, την είδα βυθισμένη στο πιο βαθύ ανθρώπινο σκοτάδι, που μόνο αν πέσει φως στην ανάγκη μπορεί ένας άνθρωπος κατά τί, να ισχυριστεί πως είναι ελεύθερος.

Είδα την ανθρώπινη ανάγκη ως το πιο ύπουλο τρωκτικό της ψυχής, τόσο ύπουλο, που μπορεί να φτάσει στη σκέψη ως χάρη, ή ακόμα ως ευγένεια. Βασικά όμως, ένα ήταν το κρύφιο χαρακτηριστικό της ανάγκης: η υποχώρηση. Η αέναη υποχώρηση, σκοπός την ανάγκης, είδα πως ήταν να σε κατεβάσει, αν ακολουθούσες το μονοπάτι της έπαιρνες τον κατήφορο, έναν κατήφορο δίχως τέλος, γιατί η ανάγκη βρίσκεται σ' εκείνο τον τόπο της ψυχής, που άνθρωπος συναντά το θεό.

Η ανάγκη είχε πάντα την ενδόμυχη διάθεση να σε φέρει σ' επαφή και να σε γνωρίσει με το θεό. Την είδα μέσα στα πιο πυκνά σκοτάδια, εκεί εδρεύει κι ο θεός: στα πιο πυκνά σκοτάδια. Δεν γνώρισα άλλο στοιχείο πιο σκοτεινό και πιο εξουσιαστικό μέσα στον άνθρωπο από την ανάγκη, τίποτ' άλλο δεν ήταν τόσο συνυφασμένο με τον ανθρώπινο φόβο, τίποτ' άλλο δεν εξουσίαζε από τα απώτερα βάθη με τέτοια τρομερή δεξιοτεχνία τον άνθρωπο, τίποτ' άλλο δεν του έβαζε σκέψεις με τέτοιο καλλιτεχνικό τρόπο όπως το έκανε η ανάγκη. 

Μιλούμε για μια σκοτεινή χορεύτρια των βυθών, για μια κόρη με βαθιά ακόρεστα μάτια. Είδα την ανάγκη ως τη βάση κάθε ύπαρξης, πάνω της, μπορούσαν να παίζονται όλα τ’ άθλια χαμογελαστά παιγνίδια και να προφέρονται τα πιο όμορφα λόγια, όμως η ανάγκη, κρατούσε στο τρομερό λεπτεπίλεπτο χεράκι της, τη διαχείριση της σκέψης και του λόγου. Η σκέψη και ο λόγος άρπαζαν συναίσθημα θεατρικά ψηλότερα της ανάγκης, και η πόρνη ανάγκη, από το μέγα βάθος, χειροκροτούσε τους θεατρίνους, γιατί έφερνε σ’ αυτήν το κέρδος του θεάτρου και το έριχνε σε μια μικρή πληκτική κάμαρα. Γιατί η ανάγκη συσσώρευε, και οι αποθήκες ακόμα της ανάγκης ήταν πάνω απ’ την ανάγκη και η ανάγκη ήταν κάτω απ’ τις αποθήκες της.

Η ανάγκη ήταν ο τελευταίος ανθρώπινος στεναγμός, η τελευταία ανθρώπινη στεναχώρια, ο πιο σκοτεινός ανθρώπινος τόπος, ήταν ο ίδιος ο πόνος. Ουδείς ελεύθερος αν απ’ την ανάγκη του δεν ελευθερωθεί. Κι απ’ την ανάγκη δεν σ' ελευθερώνει άνθρωπος, μόνο ο θεός το κάνει.

 Η ανάγκη, έχει συνήθως ένα βασιλικό θρόνο που πάει και κάθεται, το θρόνο της ανθρώπινης μοναξιάς, η μοναξιά είναι η βάση κάθε κίνησης και κάθε κίνηση υποκινείται απ’ την ανάγκη. Με την αλληλουχία αυτή, δεν είναι μερικά στη ζωή μόνο λάθος, είναι ΟΛΑ λάθος.

Μέχρι να σηκώσεις το πέπλο της ανάγκης και να τη δεις με τα μικρά της κοφτερά δόντια, πόσο επιτήδεια κουμαντάρει τα χέρια, τα πόδια, τα σώματα, τις σκέψεις των ανθρώπων και τις συμπεριφορές. Δεν υπάρχει άλλο κράτος στη ζωή εκτός από το κράτος της ανάγκης, το άλλο κράτος, το φανερό, το πολιτικό, είναι κράτος εν κράτη της ανθρώπινης ανάγκης. Γιατί η ανάγκη δεν είναι μόνο η ανάγκη μου και η ανάγκη σου, είναι ανάγκη όλων, κάθε ζωντανού κι είναι μία.  Είναι μία που τη μοιράζονται όλοι κι είναι η πρώτη γλώσσα επικοινωνίας - μάλιστα είναι η πρώτη γλώσσα κάτω απ’ τη γλώσσα, η πρώτη γλώσσα που δεν μιλιέται.

Στο βάθος του ανθρώπου υπάρχει ένας μόνο θρόνος, σε αυτόν κάθεται η Ανάγκη, αν σηκωθεί απ΄ αυτόν η ανάγκη κάθεται ο θεός.

Οι αρχαίοι μας είχαν απολύτως δίκαιο όταν έλεγαν: Ανάγκη και θεοί πείθονται. Όμως δεν είπαν το αντίστροφο, πως και οι θεοί πείθουν την ανάγκη. Γιατί, ή η ανάγκη θα επιβιώσει στο τέλος κάθε μάχης μέσα στον άνθρωπο ή ο θεός.

30 Μαΐου 2018

οι μη του κόσμου τούτου







Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που δεν είναι του κόσμου τούτου.
Είναι μια παιδική αίσθηση αυτή που σε πολλές περιπτώσεις, δεν την αναγνωρίζουν εύκολα.
Όμως σε ώριμες ηλικίες, αν ρίξουν το βλέμμα πίσω τους, κατανοούν σχεδόν με κάποια ευκολία, πως δεν είναι του κόσμου τούτου, και ποτέ δεν ήταν.
Ποια τα χαρακτηριστικά; ποτέ δεν έδεναν, ποτέ δεν κολλούσαν με τον κόσμο τούτο, πάντα κάτι περίσσευε ή έλειπε απ’ τις σχέσεις τους με τους ανθρώπους.
Είναι μια βαθιά αίσθηση αυτή, έχει ψυχολογική ερμηνεία, πέραν την πνευματικής. Η ψυχολογική είναι, πως κάθε άνθρωπος, από τη γέννησή του και μετά, υφίσταται μείωση αισθαντικότητας. Κανείς ενήλικας, ούτε καν παιδί, δεν μπορεί να χαίρει της αισθαντικότητας ενός βρέφους, σαφώς κάθε αισθαντικότητα από τη γέννηση και μετά έχει υποστεί μείωση, επίτηδες γράφω τη λέξη υποστεί. Η μείωση μπορεί να είναι από μικρή έως μεγάλη.

Τούτο, σε καταδιώκει σε όλη τη ζωή σου, δεν είναι κάτι που εύκολα το συνηθίζεις. Όμως πέραν ακόμα κι από της ψυχολογικής ερμηνείας υπάρχει η πνευματική, πως σε αυτόν τον κόσμο έρχεσαι. Και σε μερικά άτομα, γίνεται κάποτε ξεκάθαρο πως δεν είναι η πρώτη τους φορά. Αν ανατρέξεις πίσω, πολύ πίσω, κάτι παράξενες μνήμες ανακαλύπτεις. Καμιά φορά, έξω, σου μοιάζουν όλα γνώριμα, πολύ γνώριμα, πολύ γνωστά, σαν να τα ξέρεις και πριν από τη μνήμη σου.
Σε λίγους ανθρώπους, ίσως αυτό, κάποτε να γίνεται απολύτως ξεκάθαρο, ένας Ιησούς, είχε πάντοτε την ξεκάθαρη αίσθηση, την πηγαία μνήμη, την πεποίθηση, αλλά και την απόδειξη, πως ήρθε.


Κι άλλοι πολλοί φαντάζομαι έχουν μια παρόμοια αίσθηση στη ζωή τους, αλλά δεν την αποσαφηνίζουν αρκετά ποτέ και δεν τους γίνεται αρκετά ξεκάθαρη, ώστε να τους πείσει, όμως αν η ίδια σου η αισθαντικότητα σε πείσει δεν γυρεύεις άλλη απόδειξη. Καμιά φορά, μετά από απεριόριστες προσπάθειες να είσαι ένα ενεργό μέλος της ανθρωπότητας κι ένα στάχυ απ’ το ίδιο δεμάτι, αποτυγχάνεις διαρκώς. Πάντα κάτι σε σένα υπάρχει μόνο, μοναχικό, και πολλές φορές ίσως, υπάρχει η αίσθηση, μαζί κι η απορία, αν πράγματι υπάρχεις. Καμιά φορά, παίρνει χρόνο να το συνειδητοποιήσεις πως υπάρχεις. Και προχωράς, ζεις, πορεύεσαι, συνυπάρχεις, κάνεις χωριό, που λέμε.

Χρειάζεται μια πολύ ισχυρή αφύπνιση για να μπορέσεις να σταθείς στο ένα σημείο και να κοιτάξεις τόσο πίσω. Θα μπορούσαν όλοι να έχουν έρθει στη ζωή, όμως πόσοι θα το μάθουν; Μάλλον ελάχιστοι. Στους άλλους θα μείνει κρυφό, θα θεωρούν πάντα ως εφαλτήριο τη γέννησή τους και πίσω από την μνήμη τους ποτέ δεν θα δουν, ενώ μια τέτοια ματιά, θα μπορούσε σαφώς, ν' αλλάξει όλη τη ζωή τους και να κατακεραυνώσει όσα πίστευαν και τις πεποιθήσεις τους.

Υπάρχουν κάποια άτομα που δεν είναι του κόσμου τούτου, χωρίς αυτό να είναι αστείο. Δεν κολλούν, δεν δένουν, δεν ικανοποιούνται, δεν πληρούνται ποτέ, δεν δεν. Τους καταδιώκει πάντα μια απόκοσμη ανησυχία, σκαλίζουν την ύπαρξη, κατεβαίνουν στα βαθιά, έχουν μια παράξενη λαχτάρα να δουν τι κρύβεται πίσω από το πέπλο. Αν δεν το κάνουν δεν θα βρουν ποτέ την ειρήνη, δεν θα φτάσουν ποτέ στη γαλήνη, τα μάτια τους είναι διαρκώς διψασμένα. Είναι κάτι ανήσυχα άτομα, ακούν περίεργους ήχους, βλέπουν περίεργα πράγματα, όμως σπάνια μιλούν γι’ αυτά. Ακούν την καρδιά τους, θέλουν να δουν που θα τους βγάλει, τι θα τους μαρτυρήσει, τι θα τους αποκαλύψει την επόμενη φορά, θέλουν να μάθουν τι έχουν κρύψει μέσα τους που παλεύει να φτάσει στα μάτια τους.

Κι αλίμονο! Στους ανθρώπους μιας κάποιας παρόμοιας ανησυχίας… ίσως κάποτε η ανησυχία τους τούς δικαιώσει, και το δουν καθαρά, και το ανακαλύψουν, το μάθουν, και πεισθούν, και μείνουν τότε δίχως άλλοθι και χωρίς δικαιολογία.

Να μην είσαι του κόσμου τούτου και να μην το ξέρεις… πάει κι έρχεται. Αλλά αν το μάθεις μόνο πάει, και πίσω δεν έρχεται.


29 Μαΐου 2018

Η κυρία με το καπέλο








Αγαπητή μου, είπες πως φέρομαι λιγάκι παράξενα και θα προσπαθήσω να σου εξηγήσω.
Πρώτα να σου πω πως δεν είναι τόσο παράξενο οι άνθρωποι να φερόμαστε παράξενα, το αντίθετο μάλλον είναι παράξενο, βέβαια, να εξηγούμε τις παραξενιές μας δεν είναι πάντα τόσο εύκολο, αν όμως το κάνουμε πρώτα σ' εμάς είμαστε σε καλό δρόμο. Οι άλλοι, δεν χρειάζεται πάντα να μας καταλαβαίνουν, αλίμονο αν μας καταλαβαίνουν, αν μας καταλαβαίνουν πάντα ίσως να μην υπάρχει σ’ εμάς τίποτα ατομικό. Όμως το δικό μας το βαθιά ατομικό τους μοιάζει παράξενο, μην ανησυχείς λοιπόν, η κάθε μια ψυχή έχει μια γλώσσα, το βαθύτερό μας ίσως ποτέ δεν ειπωθεί, πάντα όμως έχουμε τις χειρονομίες, και το κλάμα αγαπητή μου, μπορούμε να το κλαίμε. 

 Ξέρεις, ο τρόπος για να φτάσουμε στην αλήθεια, ή στο θεό, είναι τα πιο αληθινά μας δάκρυα. Είναι φυσικό λοιπόν να σου μοιάζω παράξενος, είμαι άνθρωπος των σπηλαίων, είμαι άνθρωπος που κρατά ένα κερί και διαβάζει αρχαία ιερογλυφικά, όμως εμένα μη με φοβάσαι, μη με φοβηθείς, κι αν σου επιτεθώ καμιά φορά να ξέρεις πως θα είναι με κλάματα, κι αν με δεις άγριο και τρομερό να ξέρεις πως θα είναι από παράπονο, γιατί αν εγώ σε χτυπήσω κάποια φορά δεν θα το καταλάβεις, το χέρι μου θα περάσει μέσα απ’ το μάγουλό σου, η ύλη του δικού μου μαστιγίου αποτελείται από άρωμα, όμως μην ξεχαστείς γιατί μπορώ να σε ματώσω. 

 Δεν έχω χαστούκι, όμως η ματιά μου καμιά φορά πληγώνει και τα μάτια μου κόβουν, κι αν σε διώχνω συχνά να ξέρεις πως είναι από λαχτάρα για σένα, γιατί εγώ σε αγαπώ μ' έναν τρόπο που είναι ακόμα μυστικός απ’ τους ανθρώπους, μα αν έχεις αγάπη μέσα σου χωρίς λόγια θα με καταλάβεις, γιατί εγώ θα υπερασπιστώ την ύστατή σου αδυναμία και δεν θα την εκμεταλλευτώ, γιατί όταν έρχομαι εγώ προς το μέρος σου δεν υπάρχει μέρος σε μένα που να μην έρχεται μαζί μου. Γι’ αυτό εγώ όταν φεύγω το κάνω χωρίς φυγή και χωρίς σχέδιο, είμαι απλώς χωρίς διαφυγή κι είμαι έτσι παρών στην παρουσία μου και στην απουσία μου παρών. Γιατί αγαπητή μου οι σκέψεις μας αληθεύουν, κι αφού αληθεύουν οι σκέψεις μας η φαντασία μας αληθεύει, κι εγώ δεν έχω άλλη δεύτερη πραγματικότητα να ζω, όπως κι αν τη γυρίσω είναι μία.

Σε σένα χαίρομαι και αγαπώ αυτό που μου μοιάζει, είπες προχθές πως στραβοκοίταζα το καπελάκι σου, εγώ για τα μάτια σου το έκανα, τα έριχνε σκιά, έχεις τόσο λαμπερά μάτια στο βάθος, όμως κι έναν πόθο στην καρδιά σου ασυλλόγιστο, είναι το σώμα σε σένα τόσο ταιριαστό στην ψυχή σου, που τα μάτια σου, σαν με κοιτάζεις, γίνονται κόκκινα.

 Είσαι του έρωτα ένα νυχτολούλουδο κι εγώ μια κάμπια που αργοπεθαίνει, κι είμαστε κι οι δυο σ’ έναν ιστό αράχνης πιασμένοι, όμως μόνο η φλόγα της δικιάς σου ψυχής παίρνει όλη τη σημασία σου. Μ’ αρέσει ο τρόπος που με ερωτεύεσαι, γιατί σ’ αυτόν βλέπω όλο το μέλλον σου κι όλο το άδικο παρελθόν σου. Να ξέρεις λοιπόν, πως από τον έρωτά σου θα κριθείς, κι αν φτάσεις κάποτε στον παράδεισο από τον έρωτά σου μέσα θα περάσεις, γιατί ο δρόμος προς τον παράδεισο είναι μέσα από τον έρωτα. Εγώ, σε περιμένω στην αγάπη. Μη διστάσεις να καείς, δροσιά είναι.
 Ερωτεύσου παράφορα και θα χριστείς άξια των ουρανών, όμως αν τον έρωτά σου ξεγελάσεις ο ουρανός θα σου κρυφτεί, κι αν επιχειρήσεις στ’ αισθήματά σου να κλέψεις αυτό θα χρειαστεί αργότερα να σου συγχωρεθεί.
Και δεν θα φτάσεις ποτέ στην άκρη των ματιών σου αλλά θα μείνεις στων ματιών σου τα μισά, και η αλήθεια θα μείνει πάντα για σένα ένα μικρό βασανιστήριο, ενώ είναι τόσο όμορφη που θα μπορούσες απ’ την αλήθεια στεφάνια άνοιξης να πλέκεις.

Αγαπητή μου, κρατάς τον ουρανό μου στα χέρια σου κι εγώ κρατώ στα χέρια μου το βάρος του έρωτά σου. Όμως εκεί που φιλί με φιλί σμίγει μόνο μια σπίθα του θεού φωτίζει το δρόμο μας. 

Υστερόγραφο: σε περιμένω στην αγάπη! 

28 Μαΐου 2018

Σκέψεις και μη σκέψεις






Του Αγίου Πνεύματος σήμερα και μερικές σκέψεις πάνω στο πνεύμα θέλω να καταθέσω. Αν και το άγιο πνεύμα είναι χωρίς σκέψεις, στέκεται μόνο του, είναι καθαρή σιωπή, καθαρή καρδιά, είναι πηγή, φωτός πηγή. Όμως με τις σκέψεις φτάνεις στην πηγή.
Σκεπτόμενος και ορθολογιστής πολλές φορές, μη θέλοντας να εξοκέλλω από γήινες θρησκείες σε μεταθανάτιες και για να μην μεταβώ από πλάνη σε πλάνη, σκέπτομαι αλλά και δεν σκέπτομαι πάνω στο ζήτημα πνεύμα. Σκέπτομαι στο ζήτημα πνεύμα για να καταλήξω και να μην σκέπτομαι πάνω στο ζήτημα για να έχω πνεύμα, γιατί όταν σκέπτομαι δεν βλέπω κι όταν βλέπω δεν σκέπτομαι, να βλέπω και να σκέπτομαι μαζί δεν το έχω καταφέρει. Πότε λοιπόν είναι κανείς τυφλός δεν ξέρω, είναι όταν σκέπτεται ή όταν δεν σκέπτεται;

Ο Χριστός είναι το φως, ένα φως που υπάρχει μέσα σε όλους μας, για την ακρίβεια υπάρχει πίσω απ’ όλους μας, το φως αυτό περνά μέσα από τη φυσιολογία μας και ρίχνει τη σκιά του μπροστά μας. Ο κόσμος που βλέπουμε, που σε αυτόν συμμετέχουμε, είναι μόνο η σκιά του φωτός. Το ξεχνά όμως κανείς εύκολα κι εθίζεται, θεωρεί και πιστεύει κανείς εύκολα τον κόσμο αυτόν γι’ αληθινό και τον άλλον, εάν υπάρχει, για φανταστικό. Κι όμως, η επιστήμη, η ίδια η κορυφή της συνείδησης μας, η γνώση, ακόμα και το βίωμα κι η εμπειρία μας, καταλήγουν πάντα στο τέλος κάθε έρευνας, πως ο κόσμος αυτός είναι απλά μια κάπως πυκνή πάχνη, που επειδή την πιάνεις στα χέρια εύκολα την πιστεύεις γι’ αλήθεια.

Σε πείθει το σώμα σου, πεινάει, διψάει, κρυώνει και πονάει, πολύ πειστικά πράγματα αυτά πως τελικά ζεις. Όμως στη σιωπή; στη μη σκέψη κατάσταση, στην μη νου κατάσταση, ζεις; Όχι, δεν ζεις ακριβώς, είναι μια κατάσταση όπου ο θάνατος έχει συναντήσει τη ζωή και η ζωή το θάνατο, διαπιστώνεις τότε πως ζωή και θάνατος είναι ένα.
 Μυστήριο θα μου πεις, ναι, μυστήριο, που όπως λέει κι ο ποιητής Ελύτης, μένει μυστήριο ακόμα και μέσα στο απόλυτο φως. Κι όσοι καταλήγουμε στις σκέψεις μας σχετικά με θεό η μη θεό, είναι σαν να λέμε πως έχουμε καταλήξει και τελικά αποφασίσει για το μυστήριο. Ο ίδιος ο Σωκράτης ποτέ δεν κατέληξε στις σκέψεις του σχετικά με το θάνατο, είπε πως ίσως είναι μια μετάβαση σ’ έναν άλλον κόσμο, ίσως μια μεγάλη νύχτα χωρίς όνειρα. Εμείς όμως, οι σοφότεροι του σοφού, εύκολα καταλήγουμε. Είμαστε λοιπόν μυστήριοι στις σκέψεις μας. Ενώ εκεί που τελειώνει η σκέψη εκεί ακριβώς αρχίζει το μυστήριο, κι ενώ μπορείς να εξετάσεις με τη σκέψη το μυστήριο δεν μπορείς να το δεις, μπορείς μόνο να το βιώσεις και να το αισθανθείς, να το αγαπήσεις, να το χαρείς, αλλά όχι να το ξέρεις. Γιατί εκεί που τελειώνει η σκέψη ξεκινούν δύο επιλογές, η επιλογή της θετικής πίστης κι η επιλογή της αρνητικής πίστης, έτσι, και οι άθεοι αυτό που στην ουσία λένε, είναι πιστεύω, όμως είναι πιστεύω απ’ την ανάποδη.

Πολλοί άθεοι, δηλώνουν άθεοι, γιατί θέλουν απλώς να κρατηθούν στη σκέψη και το μυαλό, δεν θέλουν να ολισθήσουν, όμως ουσιαστικά, αν δεν ολισθήσουν, δεν ξέρουν αν είναι άθεοι, γιατί υπάρχει πολύ βάθος ακόμα σε αυτούς ανεξιχνίαστο, που αν κατέβαιναν και το ερευνούσαν ίσως έβρισκαν θεό εκεί. Όμως συνήθως, αυτό δεν μπορεί να συμβεί με τη θέλησή τους και χρειάζεται μια ακραία τραυματική εμπειρία, και τότε οι μεταστροφές των σκέψεων σαν άθελά τους γυρίζουν, γιατί οι σκέψεις, π.χ. ενός πληγωμένου σώματος, μένουν απλά αδρανείς, ανήμπορες κι αδύναμες, και στα πρόθυρα ενός θανάτου μόνο η ψυχή μιλά, τότε αρπάζεται κι ο πιο ψύχραιμος άθεος απ’ το θεό.

Το να είσαι απολύτως μόνος, απολύτως κατασταλαγμένος κι απολύτως άθεος, σπάνια συμβαίνει, γιατί στο απόλυτο της κατάστασης, έχεις περάσει ήδη σ’ εξωσωματική ζωή, εντός του πλανήτη, και ποτέ δε λες δεν υπάρχει θεός, αλλά συνήθως διαφοροποίησε κατά την ερμηνεία Του. Γιατί συνήθως καταλήγεις σε έναν ατομικό θεό, εκτός κι αν ακολουθήσεις πιστά το μονοπάτι της θρησκείας, που και οι βαθύτητα θρησκευόμενοι, πάλι κατά τί τους ξεφεύγει η ερμηνεία τους για το θεό από την κλασσική ερμηνεία, αν υπάρχει κλασσική ερμηνεία, αφού η ερμηνεία είναι πάντα ατομική, και στο λόγο ενός Όντος όπως είναι ο Χριστός, υπάρχουν όσοι είναι οι άνθρωποι ερμηνείες, άλλο αν καθιερώθηκε μία, είναι για να έχουμε συλλογική θρησκεία. Δεν είναι για να καταλαβαίνουμε αλλά για να έχουμε θρησκεία, γιατί αν καταλαβαίναμε δεν θα είχαμε θρησκεία. Δεν υπάρχει καμία ανάγκη για θρησκεία στο χώρο που καταλαβαίνουμε.

 Όμως ο ανθρώπινος πυρήνας, δεν δέχεται ποτέ τίποτα ανεξέταστα και τίποτα δεν κατεβαίνει κάτω αν δεν περάσει τη βάσανο της ερμηνείας, δεν μπορεί να δεχθεί το άτομο έτοιμη μασημένη τροφή, η έτοιμη μασημένη τροφή μένει ψηλά στη σκέψη, στη γνώση, όμως κάτω χαμηλά, κατεβαίνει μόνο με μια μικρή ατομική εγχείρηση. Αλλιώς, απλώς ασπάζεσαι και γίνεσαι οπαδός, ακολουθείς αλλά χωρίς εμπιστοσύνη, δεν είσαι εσύ για να πεις πως έχεις ολόψυχα ταχθεί, απλώς έβαλες τον εαυτό σου χαμηλά και κάτι άλλο ψηλότερα, όμως αυτό δεν σε φτάνει στο ύψος του υψηλού, κι ο σκοπός του υψηλού είναι να φτάσεις το ύψος του για να δεις. Γιατί αν δεν φτάσεις το ύψος του υψηλού εκείνο σε σκεπάζει. Και τότε τίποτα δεν λες, μόνο λες ίσως, και το ίσως γυρίζει κι αλλάζει από ίσως σε ίσως κι από μπορεί σε μπορεί.

Η δικιά μου εμπειρία απ’ την έρευνα είναι ερευνάτε τις γραφές αλλά μην τις καταπίνετε αμάσητες. Γιατί χρειάζεται να γίνουμε εμείς το φως. Επειδή ο Χριστός, ερεύνησε τις γραφές, αλλά με τη δικιά του ερμηνεία και ξεδιάλεξε απ’ αυτές λίγους ανθούς αληθινού φωτός, κι ερμήνευσε τις τότε γραφές κατά την ερμηνεία Του και πάτησε πάνω στις κορφές των τότε γραφών, γι’ αυτό ακριβώς άλλαξε τον τότε κόσμο. Γιατί αν δεν ερμήνευε τις γραφές μέσα από τον ίδιο, δεν θα πήγαινε τον κόσμο ένα βήμα παραπέρα, στο βήμα που Εκείνος πρώτος προχώρησε παραπέρα, και στο κενό που Εκείνος πρώτος άνοιξε ανάμεσα στον παλιό και το νέο κόσμο πέρασε ο κόσμος.

Γιατί κάθε νέος κόσμος, με τον καιρό γίνεται απλώς ένα κατεστημένο. 
Στην εποχή μας, ο θεός παίρνει επιστήμη κι η επιστήμη παίρνει θεό, και τα δύο παίρνουν φιλοσοφία. Θεός είναι όσα ξέρουμε για Εκείνον, κι όσα για Εκείνον δεν ξέρουμε.


27 Μαΐου 2018

Με τα μάτια ενός παιδιού











Και μετά είδα τον εαυτό μου στις πρώτες τάξεις του σχολείου,
ανάμεσα σε κάτι ψηλούς, ξερακιανούς, στεγνούς αυστηρούς ανθρώπους, που ήταν η δουλειά τους λες να βασανίζουνε παιδιά.
Δεν είχαν τίποτα να μου μάθουν, τα ήξερα ήδη όλα, ήμουν φρέσκος εδώ, μόλις είχα έρθει απ’ το θεό, δεν τον είχα χάσει ακόμα.
Βαριόμουν κι έπληττα θανάσιμα, με προετοίμαζαν, έλεγαν, να λάβω μέρος σε έναν κόσμο, να γίνω μέλος σε κάποια κοινωνία, θα μ’ έστρωναν έλεγαν όσο κι αν αντιστεκόμουν στα βασανιστήρια. Νομίζω το έλεγαν θα μ’ έπειθαν, και με εκπαίδευαν να μπαίνω σε μια γραμμή, και τους ένιωθα να καγχάζουν, εμπρός ομοιόμορφα στρατιωτάκια, να λένε, χάστε την ατομικότητά σας, τη διαφορετικότητά σας κι υποταχθείτε, σαν να έλεγαν, είστε απλά πανομοιότυπα δείγματα μια ζωής που χρειάζεται να τη ξεχάσετε και να στρατευτείτε σ’ έναν αγώνα. 
Αγώνα γιατί, για ποιο πράγμα; μα εμείς ήμασταν ήδη χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι, δεν είχαμε τίποτα να κερδίσουμε. Και σαν απόηχος έφταναν τα λόγια τους πως μας προετοίμαζαν για μια σκληρή ζωή, και καθώς μας προετοίμαζαν γι’ αυτή τη σκληρή ζωή... σκληρή ζωή μας έφτιαχναν, πεπεισμένοι οι ίδιοι για τη σκληρότητά της, και δεν μας επέτρεπαν να χαρούμε την όμορφη ζωή που ήδη κατείχαμε, κι όχι μόνο αυτό, αλλά δεν μας επέτρεπαν όμορφα να τη συνεχίσουμε και για όμορφη να την πιστέψουμε.

Μέσα από την ασχήμια της καρδιάς τους προσπαθούσαν να πείσουν όλα τα βλαστάρια για κάτι κακό, για κάτι άσχημο, που μέσα σε αυτό θα χάναμε την αθωότητά μας. Τι τρέλα! Αυτή η ανθρώπινη αλυσίδα, που παίρνει το λευκό και το μαυρίζει, που παίρνει το κρίνο και το φτιάχνει αίμα, με τη δικαιολογία πως προορίζεται να βουτηχτεί στο αίμα. Που παίρνει το φως και το φτιάχνει σκοτάδι με το επιχείρημα πως ο κόσμος είναι σκοτεινός.

Μόλις κατάλαβα αυτή την κατάσταση κατέβασα αμέσως τα ρολά, είχαμε άλλα μάτια για τη ζωή, τα δικά μου ήταν στραμμένα διαρκώς έξω απ’ το μεγάλο παραθύρι της αίθουσας, στην πανέμορφη φύση κι εξοχή, κι αγάπησα εξ αιτίας αυτών δυό και τρεις φορές τα πουλιά, και γέμισα αδέρφια και δυνάμωσα τη φαντασία μου να ‘χω τόπους όμορφους να ζω. Κι είχαν αυτοί κάτι ραβδιά, που μας χτυπούσαν να μας εντάξουν και να μας φέρουν στον γκρίζο κόσμο τους, που σε χτυπούσαν για να σε συνεφέρουν, να σε ξυπνήσουν, έλεγαν, απ’ την ονειροπόλησή σου, μα γύρευαν μόνο να σε πάρουν απ’ την ευτυχία σου και να σε φέρουν στην πλάνη και το λήθαργό τους, ήθελαν να σε κατεβάσουν στη σπηλιά,   

Όμως όσο χτυπούσαν εγώ έσφιγγα τα μάτια να μην με διαχωρίσουν απ’ τη χαρά μου, δεν θα με έπαιρναν απ’ τον παράδεισο, ακόμα κι αν χρειάζονταν να τους παραδώσω το σώμα μου να το κάψουν.

Σκλάβοι, σκλαβωμένοι οι ίδιοι μισούσαν κάθε μορφή ελευθερίας, ανίκανοι κι ανήμποροι πια να αισθανθούν χαρά, μέσα από την ξερή καρδιά τους, που δεν είχε καμία επιείκεια παρά μόνο αυστηρότητα. Καθαροί εγκληματίες της ζωής, δολοφόνοι, έλεγαν τον εαυτό τους εκπαιδευτικούς, ουσιαστικά γύρευαν όλοι να τους μοιάσουν, ήθελαν να τους φέρουν όλους στον μικρό, κλειστό, φρικαλέο κόσμο τους, θύματα κι αυτοί ενός βάρβαρου συστήματος, γύρευαν να περάσουν την πενιχρή τους αντίληψη μέσα σε κάθε παιδική όμορφη συνείδηση και να περιχαρακώσουν κάθε άνοιγμα κι έξοδο προς τον ανοιχτό  θεό. Ακόμα κι ο θεός μέσα στην κλεισούρα τους μύριζε άσχημα.

Γύρευαν να μας κλείσουν όλες τις πόρτες να πάθουμε ασφυξία, όμως εγώ είχα πάντα εφεδρεία ανοιχτό θεό κι άρχισα να το σκάω από νωρίς κατά τ' αστέρια και τους άφηνα πίσω μου σαν χαρταετός, να μουγκρίζουν μέσα στις καλά χτισμένες φυλακές τους, που ήθελαν να θάψουν κάθε πηγαία υγιή  επανάσταση. Κι είχε απλώς το εγχείρημά τους αντίθετο αποτέλεσμα, μ' έφτιαχνα περισσότερο άνεμο, να είμαι δυό φορές σε αυτούς ανυπάκουος και τρεις φορές υπάκουος στην καρδιά μου. Κάτι απλά τέρατα ήταν για την παιδική μου φαντασία, που αργότερα τα έδινα τη μορφή του διαβόλου.

Με κάποιο τρόπο όμως, μ’ εξανάγκασαν να περάσω μέσα από την κόλασή τους, τη γνώρισα την κόλασή τους, όμως εμένα δεν μπόρεσε να με κρατήσει, της διέφυγα, είχα βλέπεις αποχτήσει ταλέντο στις διαφυγές από μικρός, δεν ήταν η γνώση μου αυτή που με μάθαιναν, ήταν να γίνομαι αριστοτέχνης στο αντίθετό της, στη φυγή. Η αγάπη μου για την ελευθερία, η αγάπη μου για τ' αστέρια, με παρηγόρησε και με κράτησε μακριά απ’ τα νύχια τους, και σε μεγάλη ηλικία τους εκδικήθηκα, πέρασα αποκλειστικά στ’ αστέρια και τους κοίταζα από ψηλά, ν’ αλλάζουν μόνο μεθόδους, για ν’ αμαυρώσουν τις συνειδήσεις των επερχόμενων γενεών, με το πρόσχημα πως ετοίμαζαν τα παιδιά για έναν κόσμο, που εντέλει, οι συμμετέχοντες σε αυτόν, διαρκώς τον έκριναν, τον καταδίκαζαν και τον λιθοβολούσαν. 

Ο απόλυτος παραλογισμός, να ετοιμάζουν γονείς και δάσκαλοι τα βλαστάρια για έναν γερασμένο κόσμο που δεν έλεγε να ξεφτίσει και να πάει κατά διαβόλου, στον αφέντη του. Που πλήγωνε και πονούσε τους συμμετέχοντες σε αυτόν κι απ’ την καρδιά τους μέσα τον μισούσαν, κι ενώ μέσα από την καρδιά τους γύρευαν να τον αλλάξουν... εκπαίδευαν τα παιδιά τους με ζήλο να συμμετέχουν πιστά σε αυτόν.

Προσωπικά πήρα μια νύχτα το σακάκι μου κι έφυγα, ήξερα πια ζωή μου ταίριαζε, ήξερα για ποια ζωή γεννήθηκα να ζήσω, μου το φανέρωνε σαν φάρο η ανάσα μου, εκεί που ανάσαινα βαθιά εκεί ήταν η δικιά μου μοίρα. Τι κι αν βοούσαν πίσω μου τα φαντάσματα, η παιδικότητά μου ήταν αλάνθαστη, δεν με γέλασε ποτέ, γεννήθηκα φίλος των πουλιών και φίλος των πουλιών θα συνεχίσω. Γεννήθηκα ελεύθερος και την ελευθερία μου θα υπερασπίζομαι, γεννήθηκα να τραγουδώ και φίμωτρο στο στόμα μου δεν βάζω, άλλωστε εγώ δεν δαγκώνω για να φορέσω φίμωτρο, ας το φορέσουν αυτοί που η καρδιά τους είναι γεμάτη σάπια δόντια και δηλητήριο. Η δική μου καρδιά μοσχοβολά θυμάρι, εγώ έχω να ζήσω άλλη μισή ζωή όπως μου ορίζει το αίμα μου, στο κάτω κάτω εγώ αγαπώ τους ανθρώπους κι αυτό το κέρδισα. Το πήρα πίσω απ’ αυτούς που γύρεψαν να με μάθουν να τους μισώ, με το επιχείρημα, πως για να καταφέρω να ζήσω, χρειάζεται απ’ τους ανθρώπους να παίρνω. Εγώ το άλλαξα αυτό, το έκανα πως για να μπορέσω να ζήσω, χρειάζεται στους ανθρώπους να δίνω, κι όσα περισσότερα τους δίνω τόσο περισσότερα παίρνω και ζω.

Γιατί η δική μου καρδιά. Γύρευε και γυρεύει πάντα να φτιάξει όλον τον κόσμο κατά κείνη, καρδιά κατά ομοίωση του κόσμου μας εγώ δεν έχω, μου τελείωσε.
Λίγη είχα και την έκλαψα. Απλό είναι, λέω του κόσμου όπου τον συναντώ, συγνώμη αλλά απ’ την καρδιά σου δεν θα πάρω. 

«Ας μάθουν τι θέλει να πει, Αγάπη θέλω κι όχι θυσία», Ιησούς Χριστός. 

26 Μαΐου 2018

η φλέβα του γαλάζιου






Κι υπάρχει ένα δώρο κρυμμένο στα σπλάχνα κάθε Έλληνα, η Ελλάδα
ένα δώρο γαλάζιο και λαμπερό, μέσα σε κάθε συσκευασία άγχους
κι υπάρχει ένα πολύτιμο δώρο μέσα σε κάθε περιτύλιγμα νεοέλληνα
που αν το ξετυλίξει απ’ τον οκνηρό, δυσοίωνο, και βαρύ φορτικό κι ανυπόφορο εαυτό του... αστράφτει μέσα απ’ τα μάτια του
εκτυφλωτικό γαλάζιο και λευκό
με διάσπαρτα κυπαρίσσια κι ελιές
άπλετη θάλασσα να πάρει όλο το μάτι σου
και διάθεση τέτοια ελαφριά και δοξαστική
που αντηχεί σαν καμπάνα στους αιθέρες

Κι υπάρχει ένα δώρο κρυμμένο στα σπλάχνα κάθε έλληνα, η Ελλάδα
που δεν χρειάζεται να ταξιδέψεις μακριά για να το δεις
αλλά κατακόρυφα
γιατί ενώ μέσα σου είναι χρειάζεται να το φτάσεις
κι ενώ μαζί του κοιμάσαι χρειάζεται να το ξυπνήσεις
για να σε ξυπνήσει
κι ενώ είσαι ήδη κάτοχος κάθε πολύτιμου την αξία αναζητάς
κι ενώ έχεις ήδη όλα όσα θέλεις και χρειάζεσαι τα ψάχνεις
κι ενώ δεν μπορείς το διαμάντι να μην είσαι διαμάντια ονειρεύεσαι
κι ενώ ανασαίνεις κάθε μέρα χρυσό αέρα για το χρυσάφι ελπίζεις
κι ενώ ο πιο λαμπερός δοξαστικός ήλιος στέκει πάνω απ’ το κεφάλι σου
χάνεσαι στην περιπλάνηση
κι ενώ κρατάς ήδη το κλειδί του θησαυρού
σου ξεφεύγει παρά τρίχα ο προσανατολισμός
και ψάχνεις φάρο ενώ τον έχεις καταπιεί
κι ενώ είσαι εκείνος που τη λαμπάδα μεταναστεύεις
προσπαθείς ν’ ανάψεις κερί στο σκοτάδι
κι ενώ τα ξέρεις ήδη όλα κι αλλιώς δεν γίνεται
παρά μία βαθιά μνήμη τα χάνεις
κι ενώ σε έχουν φροντίσει εσένα γονείς από τα βάθη των αιώνων
κλαις σε μια γωνιά σαν ορφανό
κι ενώ υπάρχει δρόμος πλατύς κάτω απ’ τα πόδια σου
περπατάς στον αέρα
και δεν γυρίζεις να δεις τη χαρά και την ευτυχία
που σαν σκυλί σε ακολουθεί

Ξετυλίξου, και με τα πιο καθαρά σου μάτια
με την πιο καθαρή σου καρδιά
θα δεις μέσα σου να λάμπει η Ελλάδα

Γιατί κι αν ξετυλιχτούν όλοι οι άνθρωποι της γης
θα δουν πάλι μέσα τους να λάμπει η Ελλάδα
γιατί δεν υπάρχει κάτι άλλο πάνω στη γης
να λάμπει μέσα στους ανθρώπους

Κείνοι οι παππούδες μας
πήραν όλον τον ήλιο απ’ τον ουρανό
και τον έφτιαξαν άνθρωπο.

Όλο γύρω γύρω είναι φως
αλλά μόνο η Ελλάδα λάμπει!  

24 Μαΐου 2018

Η Ηλιαχτίδα






Η Μάρθα είχε μια σκληρή περιπέτεια στη ζωή της κι όπως όλοι πίστευε κι ήλπιζε κι αγωνιζόταν να βγει απ’ αυτή. Κι ονειρεύονταν τακτικά, υπήρχε ήδη μέσα στο μυαλό της μια δεύτερη ζωή να φτάσει, τη στόλισε την έφτιαξε όπως ήθελε, της έβαλε κι έναν άντρα, χωρίς όμως κραυγαλέα εμφάνιση στον πίνακα, τον άφησε αμυδρό, σχεδόν σα μια σκιά, κάτι σαν έτσι ας υπάρχει, κάτι σαν ενδεχόμενο, μετά τις τόσες απογοητεύσεις. Κάτι σαν να εκπληρωθεί κάτι παιδικό, κάτι σαν νεκρό που δεν έλεγε να πεθάνει, κάτι που και μέσα από τον τάφο ακόμα κάποια νύχτα την κοίταζε και πολλές φορές την κατηγορούσε.
Τίποτα. Είχε κάποτε κάνει μια σκέψη αληθινής αγάπης, μία μόνο. Όμως αυτή, άρπαξε και λίγη φαντασία και λίγη εικόνα, άρπαξε και λίγη πολύ γλύκα απ’ την ψυχή της. Ήταν μια σκέψη διστακτική, αφού λογικά δεν το έβλεπε, λογικά ούτε ως ενδεχόμενο το έβλεπε ούτε ως υλοποίηση. Όμως για μια μόνο στιγμή, μια σκληρή στιγμή, της είχε ξεφύγει λιγάκι η καρδιά της όταν ήταν μικρή ακόμα.

Με τον καιρό το ξέχασε, το νάρκωσε, εκείνο έμεινε κάτω, σχεδόν ανάσκελο αλλά όχι ξεψυχισμένο.

Τι είχε συμβεί; Μέσα της, σε μικρή ηλικία, είχε φυτευτεί ένας σπόρος, αργότερα τον έκρυψαν πέτρες, όμως αυτός ο σπόρος ποτέ δεν χάθηκε. Βέβαια η ίδια, δεν τον πότισε, δεν το έθρεψε, δεν τον ζέστανε, δεν τον χουχούλιασε, εντέλει δεν τον πίστεψε. Και κανείς δεν βρέθηκε να κάνει αυτά που η ίδια δεν έκανε στο σπόρο της. Όμως υπήρχε ένας σπόρος στην ψυχή της, και δεν υπήρχε μόνο ένας σπόρος αλλά μια ολόκληρη συλλογιστική κρυφή γύρω απ’ το σπόρο, και δεν υπήρχε μόνο μια κρυφή συλλογιστική, αλλά και μια κρυφή ζωή άζωη γύρω απ’ το σπόρο.

Ο σπόρος είχε και ρίζα, ποτέ δεν υπάρχει ένας σπόρος χωρίς ρίζα, λίγο πότισμα ήθελε και λίγο ήλιο. Τα χρόνια βέβαια έριξαν ένα σύννεφο από πάνω της. Ο σπόρος όμως, δεν ήταν μόνο ένας σπόρος αλλά ήταν και μία μνήμη.

Τώρα, στη σκληρή περίοδο της ζωής που περνούσε… κατά κύματα την έφτανε η παιδική της ηλικία και σκέψεις απ’ το παρελθόν της τη βασάνιζαν.
Σαν να μην έφτανε αυτό, αλλά καθώς μέσα στον αγώνα της σκληρά πάλευε να βγει από τ’ αδιέξοδά της… της ήρθε κεί πάνω ακριβώς, μια τέτοια αναποδιά στη ζωή, που την ισοπέδωσε. Μια τέτοια αναποδιά, που όλο το κερδισμένο έδαφος με μιας το έχασε, κι η Μάρθα, βρέθηκε σε μια ακραία ανθρώπινη στιγμή. Μια στιγμή που σκέφτηκε το θάνατο. Ίσως ήταν καλύτερα τελικά έτσι, αφού, κάτι μέσα της δεν ήθελε μαζί της να συμπορεύεται και την είχε παρά κουράσει. Εκείνο, το αντίθετό της.
Η Μάρθα, πήρε τότε μια βαθύτατη γεύση υπαρξιακής απελπισίας, κι όχι κοσμικής, και το βλέμμα της με μια απότομη στροφή γύρισε μέσα της, τότε διέκρινε μια λάμψη μέσα της, ένα περίεργο ισχυρό φως, που με κάποιο τρόπο την κράτησε στη ζωή. Κι όχι μόνο, αλλά βρήκε όλη τη δύναμη να αντεπεξέλθει στις δυσκολίες της. Ένα μόνο ήθελε από εδώ και πέρα κι ένιωθε πως θα τα κατάφερνε, αυτά και άλλα τόσα βάσανα, αρκεί να μπορεί να βλέπει κάπου κάπου το φως. Τι ήταν αυτό δεν καταλάβαινε, μια καινούργια ελπίδα, και πριν ήλπιζε αλλά για πράγματα, τώρα ήλπιζε για το φως.

Με τον καιρό, όλη της η εσωτερική προσπάθεια, επικεντρώθηκε στο να ανοίγει περισσότερο αυτή την πρώτη χαραμάδα, την έπιασε κάτι σαν δίψα, ήθελε να δει τι κρύβεται πίσω από εκείνη, ήθελε να δει το πίσω της.
Έγδυσε κι έγδυσε με τον καιρό τον εαυτό της, του αφαίρεσε και του αφαίρεσε μπιχλιμπίδια και λούσα, την κυρίευε διαρκώς κάτι σαν λαχτάρα για το φως, το ίδιο το φως τώρα πια έδινε νόημα και σημασία στη ζωή της. Τα επόμενα χρόνια, κατάλαβε πράγματα τεράστιας σημασίας για τη ζωή, κατάλαβε και ένιωσε την ίδια τη ζωή, βίωσε χαρά, αληθινή πηγαία χαρά. Έφτασε μέχρι το σπόρο που είχε φυτέψει στη ζωή της, σχεδόν άθελά της στην παιδική της ηλικία, και τον πότισε τώρα σε άλλη ηλικία, και τον ζέστανε τώρα και τον φρόντισε. Κι ο σπόρος τίναξε λουλούδι κι η Μάρθα βγήκε στο δρόμο της αληθινής ευτυχίας κι αγάπησε. Ατρόμητη πια χαμογελούσε και το σκληρό ταξίδι πίσω της… έσβηνε μέσα στη μεγαλύτερη νοσταλγία της για φως.

Αργότερα άλλαξε τ’ όνομά της, το έκανε Ηλιαχτίδα  Τότε, που όσο κι αν έριχνε το βλέμμα πίσω της, δεν έβλεπε παρελθόν να την καταδιώκει. Τότε, που όσο κι αν έριχνε το βλέμμα πίσω της, έβλεπε μόνο φως.
Πως είχε ξεγελαστεί έτσι στη ζωή της κι είχε πιστέψει πως δεν ήταν ένα λουλούδι… ποτέ δεν το κατάλαβε.




20 Μαΐου 2018

Γαλάζια Έρημος




  
Είναι βαθιά η ψυχή Μάρω, ένα ταξίδι περιπέτειας και γνώσης
με στιγμές ανάπαυλας κάτω από έναν όμορφο ήλιο
και χρειαζόμαστε συντρόφους στο ταξίδι μας και μια καθαρή καρδιά
γιατί αξίζουμε κάποιες στιγμές αληθινές μέσα στο ψεύτικο που μας περιβάλει
και ξεκούραση κάτω από αληθινά πλατάνια και ρυάκια με γάργαρα νερά
και χρειαζόμαστε μερικά πουλιά μέσα στον σκληρό μας ύπνο
κι ένα δυό πρωινά να πέφτουν μες στη βδομάδα στην ώρα τους·
γιατί είναι βαθιά η ψυχή Μάρω και τελειώνει στο Χριστό
στο Σωκράτη, ή στον Πλάτωνα
κι έχει κάτω ίσα με πάνω.
Ο Σχεδιαστής καλώς τη σχεδίασε Μάρω
όμως οι άνθρωποι κάτι αλλάξαμε
κάτι δικό μας φτιάξαμε μέσα σ’ Εκείνου το σχέδιο
κι είναι τώρα τα πράγματα του Θεού ή του Ανθρώπου
να μην μπορείς να πεις
έτσι που και τα πουλιά πετούν συγχυσμένα
λιοντάρια χορτάρι βόσκουν και βρυχώνται αμνοί
έτσι που κότες ορμούν σε αετούς και κελαηδούν τσακάλια
ο επιούσιος, θα μου πεις, δεν μας τρέφουν πια οι βερικοκιές
αλλά οι σκέψεις μας
και δεν παίρνουμε πια χαρά απ’ την καρδιά μας αλλά απ’ την άδεια που μας δίνουν οι εργοδότες
κι έχουμε Κυριακές για να τις λέμε λαμπρές μέρες.
Κάτι χάθηκε Μάρω και χάθηκε μέσα μας
το σχέδιό Του για εμάς ναυάγησε
μας έφτιαξε έτσι που να του μοιάζουμε
όμως υπήρξαν τόσα πράγματα να μοιάσουμε
πατέρας, μητέρα, ινδάλματα και προσταγές
προσευχήσου Μάρω, ίσως σ’ ακούσει και γυρίσει ο κόσμος
κατά την προσευχή σου
κι άρχισε να ξεχνάς μία μία τις πληγές σου
και τα ονόματα που σου έδωσαν
κι ίσως γυρίσεις κάποτε σε κήπους μεταξωτούς
ίσως πάλι όχι, άλλωστε ποιος τους είδε για να υπάρχουν;
Θα είναι κι αυτοί ένα ακόμα όνειρο που μας τάζουν
γιατί τα όνειρά μας μάς τάζουν Μάρω, είναι γεμάτα υποσχέσεις
κι ύστερα ξυπνάς κι ανοίγεις τα μάτια στην έρημο.
Μόνο ο Ιησούς βγήκε απ’ την έρημο Μάρω
αφού έδωσε τις ύστατες μάχες Του
οι άλλοι δεν είμαι βέβαιος αν ποτέ βγαίνουμε
ή αν στολίζουμε λιγάκι την έρημο πράσινη
με δεντράκια δω κει, και λουλουδάκια δω κει
και μακρινό πάντα θάνατο, για να ‘χουμε ζωή να σκοτώνουμε.

Όμως θα κλείσω το κείμενο όμορφα Μάρω
για να μην σου αφήσω πικρή γεύση
αρκετές πίκρες γεύτηκες κι εσύ
μη σου χαρίσω κι εγώ άλλη μια και μετά πώς να με συγχωρέσω
που σε λύπησα

Δεν θα σου πω για την αλήθεια, μην ανησυχείς
κλείσε τα ματάκια σου όμορφα και κοιμήσου στα χάδια μου
μη ξυπνάς Μάρω, δεν είναι ο κόσμος ακόμα έτοιμος
για την καρδιά σου.

18 Μαΐου 2018

η κατάκτηση της ειρήνης









Να χτυπιέσαι με τους ανθρώπους, υπάρχουν πολλά ζωύφια στην κοιλιά των ανθρώπων, και στη δικιά σου και στων άλλων, που πρώτα γυρίζουν και τσιμπούν τους ίδιους και μετά τους άλλους.
Γι’ αυτό να δίνεις μάχες, να ξυπνάς τα τέρατα, να σπάζεις διαρκώς την ηρεμία και τη γαλήνη, για πιο βαθιά γαλήνη, να ταράζεις τα λιμνάζοντα ύδατα για να φτάνουν στην επιφάνεια τα κρυμμένα, που ούτε οι ίδιοι οι φορείς τους δεν μπορούν να τα δουν, κι ενώ δεν τα ξέρουν τους κατέχουν και κινούν τα νήματα της ζωής τους από το μέγα βάθος.
Γι’ αυτό να ταρακουνάς τις συνειδήσεις, γιατί με τον καιρό γίνονται σαν ένα βαζάκι γλυκό, που έχει πάνω γλυκό και κάτω κάτω βάλτο, κι αν είναι σφραγισμένο το καπάκι έχει κάτω κάτω βάλτο και βάλτο.
Γι’ αυτό, οι καλύτερες γνωριμίες, έρχονται μετά από συγκρούσεις κι αναστατώσεις, αφού ξύσεις την επιφάνεια αρκετά βαθιά, κι αφού ξύσεις τη γυαλάδα που πιάνει με τον καιρό η σκουριά, γιατί ο άνθρωπος έχει στρώματα και διαστρωματώσεις, και για να φτάσεις εκεί που η αλήθεια του ζει…θέλει συχνά να τον τραντάζεις.

Γιατί οι ανθρώπινες σχέσεις δεν είναι η γνωριμία νου με νου και σκέψη με σκέψη, αλλά συναίσθημα με συναίσθημα και βάθος με βάθος, και χρειάζεται χρόνος για να περνάς τα δικά σου εμπόδια και των άλλων, για να φτάσεις εκεί που ζυμώνονται οι αληθινές σχέσεις, αν φύγουν από πάνω όλες οι αντιστάσεις, όλα τα δόγματα κι όλες οι ψευτοαξίες και οι νευρώσεις, που εμποδίζουν τα μάτια να συναντηθούν.

Μη φοβηθείς τις συγκρούσεις, είναι απαραίτητες προκειμένου να γνωρίσεις αληθινούς ανθρώπους, γιατί ο αληθινός άνθρωπος μέσα στον άνθρωπο κατέβηκε βαθύτερα απ’ το ίδιο, γιατί κι αυτός χρειάζεται να ζει σ’ έναν κόσμο που τον προσβάλει σαν ιός, γιατί έχει πιάσει πέτσα ο άνθρωπος σαν το γιαούρτι, και κάτω κάτω είναι το μαλακό.

Γι’ αυτό μη φοβάσαι τις συγκρούσεις, κάτι καλό φέρνουν στην επιφάνεια, αν αυτό υπάρχει. Χτύπα τους ανθρώπους με λόγο εύστοχο και συγκεντρωμένο, χτύπα τους να φτάσεις στην καρδιά τους, με το χτύπημα του λόγου ραγίζουν οι άνθρωποι και παίρνουν φως, πολέμησε μαζί τους, ο πόλεμος θα φέρει ειρήνη, αυτή η σύγκρουση θα φέρει και στα δικά σου μάτια μεγάλη ωφελιμότητα, και τον δικό σου κρυμμένο εαυτό θα φέρει στην επιφάνεια, και τα δικά σου μυστικά θα φέρει στο φως.

Γι’ αυτό μη φοβηθείς τη σύγκρουση, υπάρχουν πολλοί τοίχοι να σπάσουν μέσα μας για να μπορέσουμε να κοιτάξουμε πίσω από αυτούς εμάς, για ν' ανοίξουμε τα στερνά μας καταφύγια.

Η σύγκρουση είναι ο τρόπος για να φτάσει στο φως η αλήθεια και η αλήθεια είναι το ζητούμενο.

Και τα παντρεμένα ζευγάρια, μετά από όλη την πλάνη του γάμου τους, καταλήγουν στη σύγκρουση, γιατί δεν συγκρούστηκαν πριν παντρευτούν, έτσι ώστε να ξέρουν ποιος παντρεύτηκε ποιον. Είναι υγιείς η σύγκρουση και να εκτιμάς λίγο περισσότερο τον άνθρωπο που συγκρούεται μαζί σου, γιατί στο βάθος του θέλει ν’ ανακαλύψει και να φέρει στο φως τον εαυτό του, μα δεν έχει άλλο τρόπο να το κάνει εκτός κι αν φέρει και την δική σου αλήθεια στο φως. Όμως αυτό είναι τίμιο, γιατί μόνο οι σουπιές κρύβονται στη μελάνι τους.

Ο μέγας τρόμος των ανθρώπων, είναι να σταθεί ο ένας ακριβώς απέναντι στον άλλον, κι αφού κοιταχθούν στα μάτια, να πει ο ένας στον άλλον συνειδητά και με επίγνωση αλλά και με ακρίβεια διατύπωσης, το πως ακριβώς ο ένας για τον άλλον αισθάνονται. Και δεν το κάνουν, γιατί αν το κάνουν αυτό θα είναι ελεύθεροι, όμως ποιος είπε πως οι άνθρωποι θέλουν να ελευθερωθούν;

Μη φοβηθείς τη μάχη, γιατί αν δεν περάσεις μέσα απ΄τη μάχη δεν θα φτάσεις ποτέ στην ειρήνη.  

Να είσαι ειρηνικός, με μια φλόγα μάχης στα μάτια σου. Η ειρήνη λιοντάρι είναι.


15 Μαΐου 2018

Το θορυβώδες περπάτημα της γάτας






Είχε τρομακτική ησυχία εκείνη τη νύχτα
τόση που μπορούσες ν' ακούσεις το φύλλο ενός δέντρου να πέφτει και να σκάζει με πάταγο στη γη
σε ξεκουφαίνει ώρες ώρες το περπάτημα μιας γάτας
είχε τρομακτική ησυχία, κι είχε κι άλλη πιο βαθιά
σ’ αυτή τη δεύτερη μπορούσες ν’ ακούσεις μια αράχνη να πλέκει τον ιστό της
μπορούσες ν’ ακούσεις το πλατάγισμα απ’ τα φτερά μιας μύγας
σαν πλατάγισμα φτερών αρχαγγέλου
σ’ αυτή τη δεύτερη ησυχία μπορούσες να δεις τους ήχους
και ν’ ακούσεις τις εικόνες

έκανε όντως ησυχία, οι σκέψεις καμιά φορά δε μιλούν, θροΐζουν

σαν το θόρυβο που κάνουν οι πτυχές ενός φουστανιού
στους μηρούς μιας γυναίκας
μπορείς, ακόμα, να συνειδητοποιείς τη γέννηση μιας σκέψης
ήταν σα να έβγαινε διστακτικό απ’ τη φωλιά του ένα πουλί
επιπλέον, μπορούσες να διακρίνεις χαμόγελο στη σκέψη
ή όποιο άλλο συναίσθημα έφερνε

έκανε ησυχία, ήταν στην άκρη
στην άκρη κάνει πάντα ησυχία
καιρός να προχωρούσε στην ακρούλα
και στην ακρούλα της ακρούλας

από κει πετούν, απ’ την ακρούλα
μέχρι τότε σέρνουν κίνδυνο
όμως απ’ την ακρούλα, απ’ τον ίλιγγο, απ΄ τη φωλιά
τα νεογέννητα πουλιά, σαν είναι έτοιμα
δίνουν μια και πετούν

Μετά; Ποιος ξέρει; Μα αν κρίνεις απ’ τα πουλιά...
φυσιολογικό θα είναι εκείνο
που τόσο σε ανέτοιμους καιρούς τα τρόμαζε. 






Η Δίψα

Δεν ξέρω καλή μου, δεν ξέρω, αλλάζω βαθιά Περπατώ πλέον πάνω σε τριγμούς σταφυλιών Νέοι κόσμοι μου αποκαλύπτονται διαρ...