Με τα μάτια ενός παιδιού











Και μετά είδα τον εαυτό μου στις πρώτες τάξεις του σχολείου,
ανάμεσα σε κάτι ψηλούς, ξερακιανούς, στεγνούς αυστηρούς ανθρώπους, που ήταν η δουλειά τους λες να βασανίζουνε παιδιά.
Δεν είχαν τίποτα να μου μάθουν, τα ήξερα ήδη όλα, ήμουν φρέσκος εδώ, μόλις είχα έρθει απ’ το θεό, δεν τον είχα χάσει ακόμα.
Βαριόμουν κι έπληττα θανάσιμα, με προετοίμαζαν, έλεγαν, να λάβω μέρος σε έναν κόσμο, να γίνω μέλος σε κάποια κοινωνία, θα μ’ έστρωναν έλεγαν όσο κι αν αντιστεκόμουν στα βασανιστήρια. Νομίζω το έλεγαν θα μ’ έπειθαν, και με εκπαίδευαν να μπαίνω σε μια γραμμή, και τους ένιωθα να καγχάζουν, εμπρός ομοιόμορφα στρατιωτάκια, να λένε, χάστε την ατομικότητά σας, τη διαφορετικότητά σας κι υποταχθείτε, σαν να έλεγαν, είστε απλά πανομοιότυπα δείγματα μια ζωής που χρειάζεται να τη ξεχάσετε και να στρατευτείτε σ’ έναν αγώνα. 
Αγώνα γιατί, για ποιο πράγμα; μα εμείς ήμασταν ήδη χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι, δεν είχαμε τίποτα να κερδίσουμε. Και σαν απόηχος έφταναν τα λόγια τους πως μας προετοίμαζαν για μια σκληρή ζωή, και καθώς μας προετοίμαζαν γι’ αυτή τη σκληρή ζωή... σκληρή ζωή μας έφτιαχναν, πεπεισμένοι οι ίδιοι για τη σκληρότητά της, και δεν μας επέτρεπαν να χαρούμε την όμορφη ζωή που ήδη κατείχαμε, κι όχι μόνο αυτό, αλλά δεν μας επέτρεπαν όμορφα να τη συνεχίσουμε και για όμορφη να την πιστέψουμε.

Μέσα από την ασχήμια της καρδιάς τους προσπαθούσαν να πείσουν όλα τα βλαστάρια για κάτι κακό, για κάτι άσχημο, που μέσα σε αυτό θα χάναμε την αθωότητά μας. Τι τρέλα! Αυτή η ανθρώπινη αλυσίδα, που παίρνει το λευκό και το μαυρίζει, που παίρνει το κρίνο και το φτιάχνει αίμα, με τη δικαιολογία πως προορίζεται να βουτηχτεί στο αίμα. Που παίρνει το φως και το φτιάχνει σκοτάδι με το επιχείρημα πως ο κόσμος είναι σκοτεινός.

Μόλις κατάλαβα αυτή την κατάσταση κατέβασα αμέσως τα ρολά, είχαμε άλλα μάτια για τη ζωή, τα δικά μου ήταν στραμμένα διαρκώς έξω απ’ το μεγάλο παραθύρι της αίθουσας, στην πανέμορφη φύση κι εξοχή, κι αγάπησα εξ αιτίας αυτών δυό και τρεις φορές τα πουλιά, και γέμισα αδέρφια και δυνάμωσα τη φαντασία μου να ‘χω τόπους όμορφους να ζω. Κι είχαν αυτοί κάτι ραβδιά, που μας χτυπούσαν να μας εντάξουν και να μας φέρουν στον γκρίζο κόσμο τους, που σε χτυπούσαν για να σε συνεφέρουν, να σε ξυπνήσουν, έλεγαν, απ’ την ονειροπόλησή σου, μα γύρευαν μόνο να σε πάρουν απ’ την ευτυχία σου και να σε φέρουν στην πλάνη και το λήθαργό τους, ήθελαν να σε κατεβάσουν στη σπηλιά,   

Όμως όσο χτυπούσαν εγώ έσφιγγα τα μάτια να μην με διαχωρίσουν απ’ τη χαρά μου, δεν θα με έπαιρναν απ’ τον παράδεισο, ακόμα κι αν χρειάζονταν να τους παραδώσω το σώμα μου να το κάψουν.

Σκλάβοι, σκλαβωμένοι οι ίδιοι μισούσαν κάθε μορφή ελευθερίας, ανίκανοι κι ανήμποροι πια να αισθανθούν χαρά, μέσα από την ξερή καρδιά τους, που δεν είχε καμία επιείκεια παρά μόνο αυστηρότητα. Καθαροί εγκληματίες της ζωής, δολοφόνοι, έλεγαν τον εαυτό τους εκπαιδευτικούς, ουσιαστικά γύρευαν όλοι να τους μοιάσουν, ήθελαν να τους φέρουν όλους στον μικρό, κλειστό, φρικαλέο κόσμο τους, θύματα κι αυτοί ενός βάρβαρου συστήματος, γύρευαν να περάσουν την πενιχρή τους αντίληψη μέσα σε κάθε παιδική όμορφη συνείδηση και να περιχαρακώσουν κάθε άνοιγμα κι έξοδο προς τον ανοιχτό  θεό. Ακόμα κι ο θεός μέσα στην κλεισούρα τους μύριζε άσχημα.

Γύρευαν να μας κλείσουν όλες τις πόρτες να πάθουμε ασφυξία, όμως εγώ είχα πάντα εφεδρεία ανοιχτό θεό κι άρχισα να το σκάω από νωρίς κατά τ' αστέρια και τους άφηνα πίσω μου σαν χαρταετός, να μουγκρίζουν μέσα στις καλά χτισμένες φυλακές τους, που ήθελαν να θάψουν κάθε πηγαία υγιή  επανάσταση. Κι είχε απλώς το εγχείρημά τους αντίθετο αποτέλεσμα, μ' έφτιαχνα περισσότερο άνεμο, να είμαι δυό φορές σε αυτούς ανυπάκουος και τρεις φορές υπάκουος στην καρδιά μου. Κάτι απλά τέρατα ήταν για την παιδική μου φαντασία, που αργότερα τα έδινα τη μορφή του διαβόλου.

Με κάποιο τρόπο όμως, μ’ εξανάγκασαν να περάσω μέσα από την κόλασή τους, τη γνώρισα την κόλασή τους, όμως εμένα δεν μπόρεσε να με κρατήσει, της διέφυγα, είχα βλέπεις αποχτήσει ταλέντο στις διαφυγές από μικρός, δεν ήταν η γνώση μου αυτή που με μάθαιναν, ήταν να γίνομαι αριστοτέχνης στο αντίθετό της, στη φυγή. Η αγάπη μου για την ελευθερία, η αγάπη μου για τ' αστέρια, με παρηγόρησε και με κράτησε μακριά απ’ τα νύχια τους, και σε μεγάλη ηλικία τους εκδικήθηκα, πέρασα αποκλειστικά στ’ αστέρια και τους κοίταζα από ψηλά, ν’ αλλάζουν μόνο μεθόδους, για ν’ αμαυρώσουν τις συνειδήσεις των επερχόμενων γενεών, με το πρόσχημα πως ετοίμαζαν τα παιδιά για έναν κόσμο, που εντέλει, οι συμμετέχοντες σε αυτόν, διαρκώς τον έκριναν, τον καταδίκαζαν και τον λιθοβολούσαν. 

Ο απόλυτος παραλογισμός, να ετοιμάζουν γονείς και δάσκαλοι τα βλαστάρια για έναν γερασμένο κόσμο που δεν έλεγε να ξεφτίσει και να πάει κατά διαβόλου, στον αφέντη του. Που πλήγωνε και πονούσε τους συμμετέχοντες σε αυτόν κι απ’ την καρδιά τους μέσα τον μισούσαν, κι ενώ μέσα από την καρδιά τους γύρευαν να τον αλλάξουν... εκπαίδευαν τα παιδιά τους με ζήλο να συμμετέχουν πιστά σε αυτόν.

Προσωπικά πήρα μια νύχτα το σακάκι μου κι έφυγα, ήξερα πια ζωή μου ταίριαζε, ήξερα για ποια ζωή γεννήθηκα να ζήσω, μου το φανέρωνε σαν φάρο η ανάσα μου, εκεί που ανάσαινα βαθιά εκεί ήταν η δικιά μου μοίρα. Τι κι αν βοούσαν πίσω μου τα φαντάσματα, η παιδικότητά μου ήταν αλάνθαστη, δεν με γέλασε ποτέ, γεννήθηκα φίλος των πουλιών και φίλος των πουλιών θα συνεχίσω. Γεννήθηκα ελεύθερος και την ελευθερία μου θα υπερασπίζομαι, γεννήθηκα να τραγουδώ και φίμωτρο στο στόμα μου δεν βάζω, άλλωστε εγώ δεν δαγκώνω για να φορέσω φίμωτρο, ας το φορέσουν αυτοί που η καρδιά τους είναι γεμάτη σάπια δόντια και δηλητήριο. Η δική μου καρδιά μοσχοβολά θυμάρι, εγώ έχω να ζήσω άλλη μισή ζωή όπως μου ορίζει το αίμα μου, στο κάτω κάτω εγώ αγαπώ τους ανθρώπους κι αυτό το κέρδισα. Το πήρα πίσω απ’ αυτούς που γύρεψαν να με μάθουν να τους μισώ, με το επιχείρημα, πως για να καταφέρω να ζήσω, χρειάζεται απ’ τους ανθρώπους να παίρνω. Εγώ το άλλαξα αυτό, το έκανα πως για να μπορέσω να ζήσω, χρειάζεται στους ανθρώπους να δίνω, κι όσα περισσότερα τους δίνω τόσο περισσότερα παίρνω και ζω.

Γιατί η δική μου καρδιά. Γύρευε και γυρεύει πάντα να φτιάξει όλον τον κόσμο κατά κείνη, καρδιά κατά ομοίωση του κόσμου μας εγώ δεν έχω, μου τελείωσε.
Λίγη είχα και την έκλαψα. Απλό είναι, λέω του κόσμου όπου τον συναντώ, συγνώμη αλλά απ’ την καρδιά σου δεν θα πάρω. 

«Ας μάθουν τι θέλει να πει, Αγάπη θέλω κι όχι θυσία», Ιησούς Χριστός. 

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Οι Μπλε Άνθρωποι

Η Μαθητεία