Η κυρία με το καπέλο








Αγαπητή μου, είπες πως φέρομαι λιγάκι παράξενα και θα προσπαθήσω να σου εξηγήσω.
Πρώτα να σου πω πως δεν είναι τόσο παράξενο οι άνθρωποι να φερόμαστε παράξενα, το αντίθετο μάλλον είναι παράξενο, βέβαια, να εξηγούμε τις παραξενιές μας δεν είναι πάντα τόσο εύκολο, αν όμως το κάνουμε πρώτα σ' εμάς είμαστε σε καλό δρόμο. Οι άλλοι, δεν χρειάζεται πάντα να μας καταλαβαίνουν, αλίμονο αν μας καταλαβαίνουν, αν μας καταλαβαίνουν πάντα ίσως να μην υπάρχει σ’ εμάς τίποτα ατομικό. Όμως το δικό μας το βαθιά ατομικό τους μοιάζει παράξενο, μην ανησυχείς λοιπόν, η κάθε μια ψυχή έχει μια γλώσσα, το βαθύτερό μας ίσως ποτέ δεν ειπωθεί, πάντα όμως έχουμε τις χειρονομίες, και το κλάμα αγαπητή μου, μπορούμε να το κλαίμε. 

 Ξέρεις, ο τρόπος για να φτάσουμε στην αλήθεια, ή στο θεό, είναι τα πιο αληθινά μας δάκρυα. Είναι φυσικό λοιπόν να σου μοιάζω παράξενος, είμαι άνθρωπος των σπηλαίων, είμαι άνθρωπος που κρατά ένα κερί και διαβάζει αρχαία ιερογλυφικά, όμως εμένα μη με φοβάσαι, μη με φοβηθείς, κι αν σου επιτεθώ καμιά φορά να ξέρεις πως θα είναι με κλάματα, κι αν με δεις άγριο και τρομερό να ξέρεις πως θα είναι από παράπονο, γιατί αν εγώ σε χτυπήσω κάποια φορά δεν θα το καταλάβεις, το χέρι μου θα περάσει μέσα απ’ το μάγουλό σου, η ύλη του δικού μου μαστιγίου αποτελείται από άρωμα, όμως μην ξεχαστείς γιατί μπορώ να σε ματώσω. 

 Δεν έχω χαστούκι, όμως η ματιά μου καμιά φορά πληγώνει και τα μάτια μου κόβουν, κι αν σε διώχνω συχνά να ξέρεις πως είναι από λαχτάρα για σένα, γιατί εγώ σε αγαπώ μ' έναν τρόπο που είναι ακόμα μυστικός απ’ τους ανθρώπους, μα αν έχεις αγάπη μέσα σου χωρίς λόγια θα με καταλάβεις, γιατί εγώ θα υπερασπιστώ την ύστατή σου αδυναμία και δεν θα την εκμεταλλευτώ, γιατί όταν έρχομαι εγώ προς το μέρος σου δεν υπάρχει μέρος σε μένα που να μην έρχεται μαζί μου. Γι’ αυτό εγώ όταν φεύγω το κάνω χωρίς φυγή και χωρίς σχέδιο, είμαι απλώς χωρίς διαφυγή κι είμαι έτσι παρών στην παρουσία μου και στην απουσία μου παρών. Γιατί αγαπητή μου οι σκέψεις μας αληθεύουν, κι αφού αληθεύουν οι σκέψεις μας η φαντασία μας αληθεύει, κι εγώ δεν έχω άλλη δεύτερη πραγματικότητα να ζω, όπως κι αν τη γυρίσω είναι μία.

Σε σένα χαίρομαι και αγαπώ αυτό που μου μοιάζει, είπες προχθές πως στραβοκοίταζα το καπελάκι σου, εγώ για τα μάτια σου το έκανα, τα έριχνε σκιά, έχεις τόσο λαμπερά μάτια στο βάθος, όμως κι έναν πόθο στην καρδιά σου ασυλλόγιστο, είναι το σώμα σε σένα τόσο ταιριαστό στην ψυχή σου, που τα μάτια σου, σαν με κοιτάζεις, γίνονται κόκκινα.

 Είσαι του έρωτα ένα νυχτολούλουδο κι εγώ μια κάμπια που αργοπεθαίνει, κι είμαστε κι οι δυο σ’ έναν ιστό αράχνης πιασμένοι, όμως μόνο η φλόγα της δικιάς σου ψυχής παίρνει όλη τη σημασία σου. Μ’ αρέσει ο τρόπος που με ερωτεύεσαι, γιατί σ’ αυτόν βλέπω όλο το μέλλον σου κι όλο το άδικο παρελθόν σου. Να ξέρεις λοιπόν, πως από τον έρωτά σου θα κριθείς, κι αν φτάσεις κάποτε στον παράδεισο από τον έρωτά σου μέσα θα περάσεις, γιατί ο δρόμος προς τον παράδεισο είναι μέσα από τον έρωτα. Εγώ, σε περιμένω στην αγάπη. Μη διστάσεις να καείς, δροσιά είναι.
 Ερωτεύσου παράφορα και θα χριστείς άξια των ουρανών, όμως αν τον έρωτά σου ξεγελάσεις ο ουρανός θα σου κρυφτεί, κι αν επιχειρήσεις στ’ αισθήματά σου να κλέψεις αυτό θα χρειαστεί αργότερα να σου συγχωρεθεί.
Και δεν θα φτάσεις ποτέ στην άκρη των ματιών σου αλλά θα μείνεις στων ματιών σου τα μισά, και η αλήθεια θα μείνει πάντα για σένα ένα μικρό βασανιστήριο, ενώ είναι τόσο όμορφη που θα μπορούσες απ’ την αλήθεια στεφάνια άνοιξης να πλέκεις.

Αγαπητή μου, κρατάς τον ουρανό μου στα χέρια σου κι εγώ κρατώ στα χέρια μου το βάρος του έρωτά σου. Όμως εκεί που φιλί με φιλί σμίγει μόνο μια σπίθα του θεού φωτίζει το δρόμο μας. 

Υστερόγραφο: σε περιμένω στην αγάπη! 

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Αόρατος Νόμος

Μια Άδικη Μέρα