30 Ιουνίου 2018

Το Σκασιαρχείο







Πεθύμησα λίγη ζωή, πεθύμησα λίγα απλά της πράγματα, κάποια ουσιαστικά. Πεθύμησα λίγη ξεγνοιασιά, λίγη ανεμελιά, λίγη ζωή χωρίς σκέψη. Χωρίς βάσανο, χωρίς έγνοια, χωρίς βάρος και βαρυθυμία, πεθύμησα λίγη ζωή χαρταετού.
Πεθύμησα λίγες σταγόνες ευτυχίας. Τις ανταλλάσσω με όλη τη γνώση, τη φιλοσοφία, τις βαθυστόχαστες έννοιες και τα έπαθλά σας, χάρισμά σας.
Σας τα δίνω όλα για μερικά ξέγνοιαστα χρόνια, πάρτε όλο το πλήθος, δικό σας, χαρίστε μου μόνο δυό τρεις φίλους, να μην έχω για εκείνους δεύτερες και τρίτες σκέψεις. Σας χαρίζω όλη την επιτυχία, αρκεί να με αφήσετε να εκφραστώ. Όλη η αλήθεια χάρισμά σας, επιτρέψτε μου μόνο το όμορφο ψέμα μου. Όλες οι καλλίγραμμες και σεξουαλικές γυναίκες δικές σας, αφήστε μου μόνο την αγάπη μου. Σας χαρίζω όλα τα ταξίδια κι όλους του κόσμου τους περιορισμούς, για μια ελεύθερη φαντασία.
Οι βίλες, οι πισίνες, τα κότερα, όλα δικά σας. Επιτρέψτε μου μόνο μια καλύβα και την ειρήνη μου. Όλα τα όνειρα δικά σας, για μια στιγμή ευτυχισμένης πραγματικότητας. Θα στύψω όλης της ανθρωπότητας το θυμό, για μια σταγόνα γαλήνης μου.

Πεθύμησα. Δυό μάτια σπάνια καθαρά να μπορώ να δω από μέσα τους απέναντι. Πεθύμησα λίγη σιωπή στο ακροθαλάσσι του φλοίσβου. Πεθύμησα ατόφιον άνεμο να χαϊδεύει το πρόσωπό μου. Πεθύμησα τη βροχή, την τρέλα, τον χορό. Πεθύμησα τον έρωτα χωρίς καμία άλλη σημασία. Πεθύμησα της εξάλειψη της παραμικρής ενοχής, τον εξαγνισμό της τύψης, πεθύμησα την αθωότητα. Θέλω να ξέρω πως είναι να αγαπάς μια γυναίκα για τα μαλλιά της. Θέλω να ξέρω πως είναι να αγαπάς έναν άνθρωπο με την αθωότητα που αγαπάς ένα ζώο. Θέλω να ξέρω πως είναι μόνο να ζεις.

Πεθύμησα λίγη γυμνή πρωτόπλαστη ζωή. Λίγη ζωή παιδιού σε σώμα ενηλίκου. Πεθύμησα αυγουστιάτικες νύχτες κάτω απ’ τα αστέρια και τίποτα άλλο. Πεθύμησα να αρκεί η νύχτα κι όχι όσα η νύχτα περιλαμβάνει, και με τον ίδιο τρόπο να αρκεί η μέρα. Πεθύμησα ήλιο και μέσα στη βαθιά νύχτα, και τίποτα άλλο. Πεθύμησα τη μαγεία, πεθύμησα και λίγη αλητεία. Πεθύμησα το εγώ κι εκείνη και τίποτα άλλο. Κι ένα νησί να εξερευνούμε, και το ατελείωτο σώμα της, και τα αχ τα απανωτά της.

Πεθύμησα απλώς το σκασιαρχείο. Την πλήρη απάρνηση όλων των υποχρεώσεων. Πεθύμησα την εκπληρωμένη επανάσταση. Πεθύμησα σαν άλογο, να τινάξω απ’ την πλάτη μου τον αναβάτη και τη σέλα του μαζί. Και πεθύμησα τον άγριο, ξέφρενο καλπασμό του πνεύματος και τα κατακόρυφα ατέλειωτα ύψη. Πεθύμησα την απόλυτη ελευθερία σε ένα κόσμο δεσμωτών, κι αυτό είναι έγκλημά μου.

Όμως την ψυχή μου εγώ την ξέρω, έχει μια μαεστρία να με φτάνει στα δικά της θέλγητρα, ανικανοποίητη να μένει ποτέ δεν της άρεσε, παίρνει και το κεφάλι μου μαζί και πάει, και πάει…

Αχ ψυχή μου! χαμένη μές στις στροφές του μυαλού μου, που με πας; που με βγάζεις; Σαν θεατής σε παρακολουθώ. Θα γίνει το δικό σου, σαν αθλητής με προσπερνάς, άλλο να σε κρατώ κουράστηκα, ακόλουθός σου γίνομαι, τη ζωή μου στα χέρια σου παραδίδω, το καλό μου το ξέρεις καλύτερα, το δικό μου καλό σε μαράζωσε.

Πέτα ψυχή μου, πέτα! Και πάρε με μαζί σου, πέτα σαν προσευχή πάνω απ’ τους αιθέρες, δικός σου είμαι εγώ!

Λαχτάρα γέμισα!


29 Ιουνίου 2018

Η Πεταλούδα








Περπατώντας στην παραλία ένιωσε παράξενα για μια γυναίκα καθισμένη σ' ένα παγκάκι. Η μοναξιά ήταν γύρω της απλωμένη σαν πλεούμενο. Ήταν μια γυναίκα νέα, όμορφη, όμως η εντύπωση που του έκανε ήταν αισθαντική. Κατάλαβε αμέσως πως περίμενε. Κι επίσης κατάλαβε πως περίμενε χωρίς λόγο. Απλά περίμενε, την ήξερε αυτή την αναμονή. Περίμενε να γίνει από κάμπια πεταλούδα.
Ήταν σοβαρή, ήρεμη και λίγο θλιμμένη, σε μια στάση, θα την έλεγες, διαρκούς προσευχής. Χάρηκε γι’ αυτήν, δεν της το είπε, ούτε ποτέ θα μάθει πως ένας άγνωστος βαθιά την ένιωσε, βαθιά σαν αποκάλυψη. Βαθιά σαν αίμα, βαθύτερη από αδερφή. Κι εκείνος ο άγνωστος απ’ τον εαυτό του την ξέρει, δεν την πλησίασε, δεν τους πλησιάζεις αυτούς τους ανθρώπους, έχει κάτι αυστηρά ατομικό η υπόθεσή τους. Το κάνουν όλοι με τον ίδιο τρόπο, κι όμως είναι μοναδικοί.
Θα μου πεις η ζωή τρέχει, πρέπει να την κυνηγήσεις, να την αρπάξεις απ’ τα μαλλιά, να την ξεζουμίσεις. Αυτά θα μου πεις κι άλλα τόσα και θα έχεις σε όλα δίκιο. Όμως η πεταλούδα είναι από μόνη της ένας νόμος, ένας κανόνας, η πεταλούδα ανεξάρτητα φέρεται, η ψυχή αυτόνομη είναι.
Υπάρχει η ώρα για όλα κι η ώρα της αναμονής, της σκληρής αναμονής. Στην αναμονή ραγίζει το αυγό, η πεταλούδα ξεδιπλώνεται μέσα απ’ την κάμπια, στην αναμονή κρατάς πίσω τη διάθεσή σου κι η πεταλούδα έρχεται μπροστά. Στην αναμονή βαθαίνεις μέσα στον ήλιο.
Στη γυναίκα αυτή μπορεί να πάρει χρόνια να σκάσει το αυγό, να σκάσει ο ήλιος μέσα της και να πλημμυρίσει τα μάτια της. Όμως θα περιμένει, ακόμα κι όλη τη ζωή της αν χρειαστεί, έχει πιάσει τον σφυγμό του ήλιου, δεν μπορεί να τον αφήσει, δεν μπορεί να την αφήσει εκείνος, είναι απλώς στην διαδικασία. Κι η διαδικασία την πήρε απ’ το σπίτι της και την κατέβασε στην παραλία, να διαπιστώσει την μοναχικότητά της, χωρίς την μοναχικότητα η πεταλούδα θα πεθάνει, η μοναχικότητα την τρέφει.
Η γυναίκα αυτή εγκυμονεί ήλιο. Καθισμένη στο παγκάκι στην παραλία το ζεστό της αίμα αναπλάθεται. Μια μέρα θα γεννηθεί απ’ το ίδιο της το χέρι. Θα βιώσει κάτι που ελάχιστοι άνθρωποι το βιώνουν στη ζωή τους, θα αναγεννηθεί, θα μεταμορφωθεί. Θα περάσει όλη ετούτη τη μακρά επίπονη, ασκητική και σκληρή διαδικασία. Θα κλάψει μόνη της κρυφά ατελείωτες νύχτες. Θα ελπίσει και θα απογοητευτεί αμέτρητες φορές, θα φοβηθεί και θα νικήσει το φόβο της άλλες τόσες, θα γονατίσει, θα προσευχηθεί, θα επικαλεστεί, θα πιστέψει, θα εμπιστευτεί, θα προδοθεί, θα περάσει μέσα από τη μυλόπετρα της συνείδησης, για να βγει απ’ την άλλη άκρη της μια πανέμορφη, ζωηρή, φρέσκια πεταλούδα που λαχτάρησε και πόθησε το φως.

Απρόσεχτη. Τόσο το λαχτάρησε και το πόθησε το φως, τόσο το ονειρεύτηκε και το ερωτεύτηκε… που σαν πέταξε το πλησίασε πολύ κοντά και κάηκε, και πέθανε.
Έναν γλυκό όμορφο θάνατο, μα άλλον θάνατο η πεταλούδα δεν θα έχει να πεθάνει.

Γενναίο κορίτσι, το θαύμασε.

28 Ιουνίου 2018

Γραμμή Οριζόντων





Κατέβηκα βαθιά, κι όσο βαθύτερα κατέβαινα έβρισκα άνθρωπο. Τι βρήκα; ως ένα βάθος τον άνθρωπο να τον συντροφεύει η απόγνωση κι η απελπισία, κι είδα την απελπισία να χάνεται, σαν ένα χρώμα. Κι ύστερα τον άνθρωπο μόνο, αλλά χωρίς τη μοναξιά της απόγνωσης, και είδα το ζώο μέσα στον άνθρωπο να χάνει την κυριαρχία του.

Στο τέλος δεν είχε μείνει τίποτα, παρά μόνο μια πανάρχαια αίσθηση ανάγκης, όχι η ίδια η ανάγκη αλλά η αίσθησή της, όχι η ανάγκη ως κίνητρο αλλά η ανάγκη ως κάλυψη ικανοποίησης, το πιο βαθύ που άγγιξα ήταν το καθαρό χρειάζομαι. Κι ύστερα απ’ αυτό είδα κάτι ακόμα βαθύτερο, το χρειάζομαι δεν το χρειαζόμουν εγώ, το χρειάζονταν ο θεός για μένα.

Σ' εκείνο το σημείο είδα ξεκάθαρα τη σχέση άντρα γυναίκας, στο σημείο χρειάζομαι αντάμωναν αλλά όχι ως πρόσωπα, μόνο ως φύση. Το χρειάζομαι, ήταν τόσο βαθύ, που έφευγε απ’ τα χέρια και τη διαχείριση του ανθρώπου, το χρειάζομαι ήταν της ίδιας της ζωής, της ίδιας της φύσης,  το χρειάζονταν εκείνη μέσα από μένα.

Εκεί, στην ξεκάθαρη αυτή ματιά, η σχέση άντρα γυναίκας έπαιρναν μεγαλείο, σε εκείνο το σημείο δεν ήταν δύο πρόσωπα, ήταν δύο ποτάμια που αντάμωναν  στην ίδια θάλασσα. Να, είπα, εδώ είναι η αρμονία. Κι ήταν ο έρωτας εκεί ένας χορός.

Κατέβηκα βαθιά, μέσα στις σπηλιές των οριζόντων. Τι βρήκα; Να αφουγκράζεται το σώμα μου τη σιωπή. Τι βρήκα; Αμετάκλητη ευαισθησία. Τι βρήκα; Έναν χορό αγάπης με όλα τα πράγματα. Όμως εκεί ακριβώς, είδα τη σχέση άντρα γυναίκας ως ένα.

Κατέβηκα βαθιά, σε έναν τόπο που όλα τα αισθήματα συγκλίνουν προς την αγάπη, κι είδα το πέρασμα για τον άλλο κόσμο να ανοίγει, η σχέση μου με το θάνατο και με τη ζωή άλλαξε, δεν με ενδιέφερε πια με τον τρόπο που παλιά με ενδιέφερε, κατανόησα από το μέγα βάθος, πως η ζωή αξίζει, μόνο για κάποιες ολοκληρωτικά κι ακέραια ακραίες στιγμές, κι όλη η προσπάθειά της για αυτές τις στιγμές αξίζει. Είδα τη ζωή ως μια γεύση, τίποτα παραπάνω, μια γεύση της όρασης και της ακοής, και της αφής και των αισθήσεων, είδα τη ζωή ως κάτι που χρειάζεται να το ζήσεις μόνο για να μπορέσεις να πεθάνεις. Κι είδα την ψυχή ως κάτι, που χρειάζεται να το εξαντλήσεις, σε δύναμη, σε ικανότητα, σε ταλέντο, σε ύψος. Κι όλα τα στοιχεία της ψυχής, τα είδα μέσα απ’ την άσκηση να παίρνουν αύξηση. Και τότε είπα η κατάκτηση της πίστης είναι η αύξηση της πίστης σε υπερθετικό βαθμό, και δεν αρκεί να εμπιστεύεσαι, αλλά να πεθαίνεις από εμπιστοσύνη, τίποτα δεν είδα ποτέ να αρκεί και τίποτα να μην κάνει πίσω απ’ τα θετικά. Είδα την ευγνωμοσύνη πνιγμένη στα δάκρυα, στο τέλος μου αφαιρέθηκε όλος ο άνθρωπος απ’ την ψυχή του. Αυτό που είδα στο τέλος, το ευκρινέστερο όλων, ήταν η ψυχή να δοξάζει, η ψυχή να ευγνωμονεί, η ψυχή να λυπάται. Στο απόλυτο βάθος, το βάθος της απόλυτης λύτρωσης, είδα μια λίμνη, γεμάτη με το Μέγα Έλεος.

Κατέβηκα βαθιά, προσπάθησα να αγγίξω το σημείο όπου η θέληση του ανθρώπου αγγίζει κι ενώνεται με τη θέλησή Του. Τότε γνώρισα τον θεϊκό καλλιτέχνη, πάντα παραγνώριζε τη θέλησή μου ως άκυρη, ως μη ακριβείς. Είχε έναν απαράμιλλο τρόπο να με λυγίζει, να με σκύβει, χρησιμοποιώντας την εξωτερική κατάσταση, το έκανε πάντα, γιατί πάντα είχα λάθος θέλω. Γιατί πάντα γύρευα να ξεφύγω απ’ τη φωτιά, όμως Εκείνος είχε έναν τρόπο να με κρατά κοντά στη φωτιά. Μου ήταν πια ξεκάθαρο, γύρευε μαζί μου να ενωθεί, πολλάκις εγώ το απέφυγα, μέχρι που ξέφυγε απ’ το δικό μου χέρι. Σχεδόν, αυτά που είχε να μου δώσει, τους αληθινούς θησαυρούς, θα μου τους έδινε με τον δικό Του τρόπο και την δικιά Του τεχνική. Σε ένα πράγμα μόνο ποτέ δεν στάθηκε διαπραγματεύσιμος, όμως εντελώς δεν στάθηκε. Κάθε τι, είπε. που θα κερδίζεις θα πρέπει να το αξίζεις πρώτα. Σκληρό. Προσπάθησα να κλέψω. Όμως ανένδοτος. Είναι έτσι Εκείνος που θα σου τα χαρίσει όλα, η καρδιά του είναι μέσα στο χρυσάφι, όμως θέλει πρώτα να σε φτιάξει να τα αναγνωρίζεις, αλλιώς, κι όλα αύριο να στα δώσει, δώρο άδωρο είναι για σένα. Θα χαθείς μέσα στα όλα Του, αν δεν καταλάβεις πρώτα, πως εσύ είσαι όλα Του, όσα έχει και δεν έχει.

Είναι ένα φως, βαθιά, πίσω, μέσα στο ναό του σώματος. Υπάρχει, μ’ έναν τρόπο που μας έρχεται στο νου. Υπάρχει τόσο φως εκεί πίσω, πλημμύρα φωτός, κι υπάρχεις εσύ και το ανάμεσα. Δεν μπορώ να το εξηγώ, δεν μου φτάνουν οι λέξεις, ξέρω μόνο πως είναι πορεία, και πως υπάρχει εκεί πίσω τόση αγάπη που θα μπορούσες να πνιγείς μέσα στην έκστασή της.

Πράγματι δεν ξέρω, κι όσα αισθάνομαι πολλές φορές η σκέψη μου τα διαστρεβλώνει στην προσπάθεια να τα εξηγεί, και τα μικραίνει όλα, ακριβώς επειδή, είναι αβάσταχτα μεγάλα για να είναι αληθινά. Αν μπορούσα μόνο να αισθάνομαι αυτά που η σχέση Μαζί του μπορεί να μου φέρει ως τη συνείδηση χωρίς να τα εξηγώ… θα ήταν ένα απαράμιλλο τελειωτικό δέος.

25 Ιουνίου 2018

Το Λυκόφως







   
 Για να ξημερώσει η ανατολή περνάει απ’ το λυκόφως, και η έξω ανατολή και η μέσα, η εσωτερική του ανθρώπου, όμως οι άνθρωποι δεν ακολουθούν πάντα την τροχιά του ήλιου, χάνονται στο δικό τους ρολόι.
Πολλοί άνθρωποι μένουν στο λυκόφως, εγκλωβίζονται στο λυκόφως, άλλοι πολλοί δεν φτάνουν ποτέ ούτε σε αυτό.  Όμως το λυκόφως είναι παράξενο, είναι μυστηριακό, είναι μαγικό και πλανεύει. Πολλοί άνθρωποι αρκούνται σε λίγη ομιχλώδη ανατολή, αρκούνται στο λυκόφως, το λυκόφως τους πείθει, έχει τον τρόπο να το κάνει. Δεν είναι μεγάλος ο πόνος δεν είναι μικρός ο πόνος σ’  αυτό. Δεν είναι πολύ το σκοτάδι δεν είναι λίγο, δεν είναι μεγάλη η δυστυχία δεν είναι μικρή η δυστυχία, δεν είναι πολύς ο ήλιος δεν είναι λίγος ο ήλιος. Το λυκόφως έχει ποικιλία, όλα τα χρώματα της αυγής και της πίσω νύχτας ακόμα, όμως μόνο τα χρώματα, όχι την αυγή την ίδια, όμως μόνο το προμήνυμα της ανατολής, όχι την ανατολή. Όμως μόνο γεύση ξημερώματος, όχι το ξημέρωμα. Στο λυκόφως δεν ανεβαίνει ποτέ ψηλά ο ήλιος, δεν μεσημεριάζει ποτέ, ποτέ δεν πετούν οι άνθρωποι σε αυτό το τελευταίο χειμωνιάτικό τους ρούχο, ποτέ δεν βγάζουν την τελευταία επένδυση των ματιών τους.
Έχει όμως γλύκες το λυκόφως, έχει να γεύεσαι από δω κι από κει κι όλα τα ενδιάμεσα, έχει κι όλα τα σκοτεινά να μη τα ξεχνάς κι όλα τα φωτεινά να μη τα θυμάσαι.

Το λυκόφως είναι ηδονικό, έχει σεξουαλισμό, έχει απολαύσεις, που αν τείνεις προς τον ήλιο εξασθενούν. Πολλοί άνθρωποι δεν θα ξημερώσουν ποτέ, δεν θα φτάσουν ποτέ στον ήλιο, λίγο θα τον δουν, πολλά για εκείνον θα ξέρουν αλλά μακριά του θα μείνουν να ζήσουν. Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι φτιαγμένοι για την ανατολή, δεν αντέχουν όλοι την απώλεια που χρειάζεται, δεν αντέχουν όλοι να ξεχάσουν, δεν αντέχουν όλοι τη γύμνια.

 Στο λυκόφως μπορούν να πουν έφτασα ως εδώ, τουλάχιστον τον μύρισα τον ήλιο. Όμως να τον πλησιάσουν, να στερηθούν και το τελευταίο τους φορτίο, το τελευταίο πρόσχημα και φύλλο συκής…
Αυτό είναι γέννηση, χρειάζεται να σ’ έχει επιλέξει ο ήλιος για να τον δεις.

Αλλά και μέχρι το λυκόφως να φτάσεις λίγο δεν είναι, μάταια δεν έζησες. Όμως απ΄το λυκόφως και μετά μόνο οι θεοί προχωρούν.


24 Ιουνίου 2018

Διάλογος με τη σκιά








- Αυτά που θα γράψεις παρακάτω δεν πρέπει να τα γράψεις, ίσως παρεξηγηθείς, δεν ξέρεις τί θα σκεφτούν.
- Κοίτα, προσπάθησα να ζήσω με γνώμονα τί θα σκεφτούν αλλά δεν τα κατάφερα, απέτυχα σε αυτό. Άλλωστε δεν θέλω να γράψω κάτι προσβλητικό για τους ανθρώπους, εγώ και τους αγαπώ και τους αντέχω τους ανθρώπους, μάλιστα με ένα ιδιαίτερα ανεπτυγμένο ένστικτο που έχω, τους καταλαβαίνω απ’ το αισθάνομαι. Για μένα οι άνθρωποι δεν είναι κανένα μυστικό ή τίποτα το περίεργο και το φοβικό, ανοιχτά βιβλία μου είναι. Μετά, αν θέλεις να ξέρεις, εμένα οι άνθρωποι και με αγάπησαν, και με φρόντισαν, και μου έδωσαν πάντα πολλά περισσότερα απ’ όσα πήραν και πίσω ποτέ δεν τα γύρεψαν. Έτσι λειτουργεί μαζί μου η χημεία τους κι η σχέση τους. Η δε γυναίκες εμένα με λάτρεψαν, από μικρό ακόμα, δεν ξέρω για τί, ούτε εκείνες ήξεραν, νομίζω είναι κάτι που οφείλεται στη μητέρα μου, εκείνη είχε κάτι καλό και τίμιο μέσα της που μου το έδωσε.

Εσύ δεν ξέρεις, πίσω οι άνθρωποι πως συναντιόμαστε, εγώ πάντα με τους ανθρώπους συναντιέμαι πίσω, εκεί σμίγουμε. Το άλλο μπροστά, η προσωπίδα, μπορεί να είναι γεμάτο γρατσουνιές, αλλά το πίσω, α, εκεί, έχουν πρόσβαση μόνο οι ιερές μας στιγμές. Έχω κλάψει τουλάχιστον σε είκοσι αγκαλιές ανθρώπων κι άλλοι τόσοι έκλαψαν στην αγκαλιά μου. Σου είπα, δεν ξέρω για τί, εγώ συνήθως δεν τα πήγαινα καλά μαζί τους, αλλά μια νύχτα, μια χειμωνιάτικη σκληρή νύχτα πάντα επέστρεφαν. Τους άνοιγα την πόρτα γεμάτος κατανόηση, έρχονταν, έπεφταν στην αγκαλιά μου κι έκλαιγαν περίπου μισή με μία ώρα, χωρίς καμία λέξη, τίποτα να ειπωθεί, απλώς έκλαιγαν, ύστερα με κοίταζαν με ανακούφιση, με συμπάθεια, με αγάπη, με συγχώρεση κι απλά έφευγαν, δεν τους ξανάβλεπα ποτέ από τότε. Όμως επειδή αυτό επαναλήφθηκε αρκετές φορές… καθιερώθηκε στη ζωή μου σαν ένα τελετουργικό. Ποτέ δεν χώρισα με άνθρωπο με κακές διαθέσεις και εκδικήσεις κι όλα αυτά τα οκνηρά κι άρρωστα πράγματα, πάντα χώριζα με εκείνη τη βαθιά κατανόηση πως μόνο οι αδυναμίες μας γρατζούνιζαν το τζάμι στα μάτια μας κι αυτές ορμούσαν μέσα από το αίμα μας στο αίμα του άλλου. Όμως η πρόθεση ήταν άλλη, πάντα ήταν αγνή κι όμορφη, δεν μας έφτανε, δεν υπήρχε η δύναμη να εκπληρωθεί, η αγάπη δεν ήταν στο αφρό αλλά στο πάτο της θάλασσας.  

Ωραία, ζούσαμε την οδύνη, και λοιπόν; να που μάθαμε τι είναι οδύνη. Και μάθαμε τι είναι έρωτας εξ οδύνης. Και λοιπόν; τι θέλεις να πεις με αυτό; Α, όλα εκείνα τα αξέχαστα βελούδινα χείλη που φιλήσαμε συνεπαρμένοι απ’ τη σκεπασμένη μουσική, σαν τα σκυλιά που τραβηχτήκαμε στα καταγώγια μπαρ και στις μισοσκότεινες κάμαρες, όλες εκείνες οι μεθυσμένες νύχτες με τα τσιγάρα που καπνίσαμε, ηδονές πίσω απ’ το θολό τζάμι.

Και λοιπόν; θέλεις μήπως να με κατηγορήσεις γι’ αυτά; Κριτή μου εσύ, μα αν σ’ αγαπήσω θα χαθείς. Ξέρεις δικαστή, καταδίκασα μόνος τον εαυτό μου κι απαλλάχτηκα από σένα, δεν σε φοβάμαι, τι θα μου κάνεις; Αυτοτιμωρήθηκα κι η τιμωρία σου αδιάφορη μου είναι. Δεν μπορείς να χαλάσεις τη νύχτα μου, η συνείδησή μου πέρασε στο φως, το φως το ίδιο έκαψε τα στοιχεία του κατηγορητηρίου μου. Κανείς δεν στάθηκε πιο ένοχος από μένα, όμως αυτοανακηρύχθηκα αθώος, κι ο ουρανός με βουή μου αντιγύρισε αθώος.
Ξέρεις κάτι; θα μου πεις, δηλαδή πλήρωσες; Κι ίσως πεις, δηλαδή ξεπλήρωσες; Τι έννοιες περίεργες πας και σκαρφίζεσαι. Τι να πληρώσω και τι να ξεπληρώσω; Λες να μην ξέρω πως η ζωή είναι άδικη. Ποτέ δεν ξεπληρώνει κανείς, εδώ κάρφωσαν τον άγιο στο σταυρό.

Γιατί άνοιξα μαζί σου αυτή την κουβέντα δεν ξέρω, δεν έχω κανένα βάρος, κανένα κρίμα, τίποτα να ελπίζω, τίποτα να φοβάμαι, τίποτα να προσδοκώ. Σηκώνομαι κάθε πρωί και ζω μια καινούργια φρέσκια μέρα, γυρίζω κάθε βράδυ στο σπίτι μου κι ο λογαριασμός της μέρας είναι πάντα μηδέν.

Ήρθες τώρα και στάθηκες απέναντί μου, όμως γελώ, ξέρω τι θέλεις να πεις και δεν το λες. Θέλεις να πεις: δεν έδωσες τη μεγάλη σου μάχη ακόμα. Ναι, έχεις δίκιο, δεν την έδωσα. Όμως είμαι έτοιμος, είμαι πανέτοιμος, είμαι όλος μια πρόκληση και μόλις εμφανιστεί η πρόκληση θα τη δεχθώ.

Μετά από τόσες μάχες δεν έδωσες την τελευταία σου μεγάλη μάχη, δεν είναι αυτό μια ειρωνεία; Δεν είναι τώρα τάχα ο καιρός για απολαβές; Αλλά για μάχες είναι καιρός ακόμα; (Εκείνος μίλησε).

Άρχοντα δεν ξέρω, δεν είμαι εγώ αυτός που κανονίζει τις μάχες, εγώ μόνο να μάχομαι ξέρω, πολεμιστής είμαι, δεν ρωτώ ούτε το πώς, ούτε το γιατί, ούτε το αν πρέπει, ούτε λέω μεγάλος είμαι πια για μάχες και να αποσύρομαι σιγά σιγά για ξεκούραση κι απολαβές. Αν η μάχη με καλέσει εγώ στη μάχη θα δοθώ, αν η φωτιά με καλέσει εγώ στη φωτιά θα πέσω. Δεν είμαι εδώ για να εξετάζω και μη με παρεξηγάς, εγώ πολεμιστής είμαι κι η μάχη με συναρπάζει κι η δύναμή μου μέσα απ’ τη μάχη αυξάνεται.

Παρέταξε λοιπόν τις δυνάμεις σου απέναντί μου και κόψε τη φλυαρία.

Ξέρεις κάτι Σκοτεινέ Άρχοντα, κάνεις ένα λάθος, πάντα έκανες μαζί μου ένα λάθος, με απειλής.
Δεν μου αρέσει να με απειλούν, κάτι παθαίνω, κι αυτό που παθαίνω δεν θα σου αρέσει. Με απειλής, κι αυτό που παθαίνω είναι να βρίσκω δυνάμεις.

Εγώ είμαι το Φως σκοτεινέ άρχοντα, κι αν με πειράξεις θα σε πειράξω, μέχρι να μετανιώσεις που με πείραξες.

23 Ιουνίου 2018

Αν θέλεις να ζήσεις με την καρδιά σου...






Ν’ ακούς την καρδιά σου δεν είναι μόνο γιορτή αλλά και πένθος
και είναι βίωμα
δεν είναι μόνο δρόμος αλλά και υποχρέωση
είναι γέλιο αλλά και κλάμα
γιατί ν’ ακούς την καρδιά σου είναι αρχές.
Αν θέλεις να γίνει η ζωή σου μουσική θα μάθεις να υπακούς στη μουσική
γιατί η καρδιά έχει ευαισθησίες κι αυτές γίνονται αποφάσεις
και οι αποφάσεις τρόπος ζωής.
Αν θέλεις ν’ ακούς την καρδιά σου πολλές φορές θα επιλέγεις το επώδυνο για σένα, επειδή εκείνη προστάζει
θα την αισθάνεσαι πολλές φορές πρώτη να μιλά
και η καρδιά σου θα σε βάζει μέσα στον κίνδυνο
παράλογα θα την αισθάνεσαι να φέρεται κι έξω απ’ το γνωστό σου συμφέρον
γιατί αν θέλεις να ζήσεις με την καρδιά σου θα σου πάρει εκείνη τη ζωή σου απ’ τη σκέψη και θα την κατεβάσει χαμηλά, στα λημέρια της
το σωστό σου σε σωστό της θ’ αλλάξει
και μπορεί να χάσεις τη δουλειά σου γιατί στάθηκες στο δρόμο να βοηθήσεις ένα πουλί που έπεσε απ’ τη φωλιά του
γιατί η καρδιά σου θα πάρει από σένα την επιλογή
και θα πονά από απίστευτα σημαντικές λεπτομέρειες
γιατί η καρδιά σου θα σε πάρει απ’ τον κόσμο των νεκρών
για να σε φέρει στων ζωντανών τον κόσμο
και μπορεί, να δακρύζεις για ένα δέντρο ή ένα σκυλί
γιατί η καρδιά σου θα πάρει τα μάτια σου
και η αγάπη σου θα εκδηλωθεί
η γλύκα της κι η γεύση της θα γίνουν οδηγός σου
κι όλα θα τρέχουν πίσω της δεύτερα.
Αν θέλεις να ζήσεις με την καρδιά σου θα γίνεις πάλι παιδί
κι ο νόμος της θα κυβερνά τη ζωή σου
γιατί αν θέλεις να ζήσεις με την καρδιά σου δεν θα σκέφτεσαι τον έρωτα
και τη φιλία δεν θα την μετράς με απολαβές
θα σε πάρει στα χέρια της η μοναχικότητα
γιατί αν θέλεις να ζήσεις με την καρδιά σου θα μάθεις
απ’ τον κόσμο μας να το σκας
και η ζωή σου θα γίνει πλήρεις·
θα γίνεις ένας νόμος για σένα
κι ακατανόητος για τους άλλους πολλές φορές θα αισθάνεσαι
και θα κλάψεις βαθιά αν θέλεις να γνωρίσεις της δόξης τον λαμπρό ήλιο
μα ισχυρός θα είσαι σαν σταθερό πλεούμενο
μέσα σε ταραγμένες θάλασσες·
γιατί αν θέλεις να ζήσεις με την καρδιά σου θα μάθεις
το τιμόνι της ζωής σου μόνο εσύ γερά να κρατάς
κι η δόλια μοίρα σου θα σε ξεχάσει
εσύ θα γίνεις το πεπρωμένο σου
ολόκληρα κι απόλυτα θα ζήσεις τη ζωή σου
γιατί αν θέλεις να ζήσεις με την καρδιά σου
ως πάνω απ’ την καρδιά σου θα γεμίσεις
κι απ’ την καρδιά σου θα ξεχειλίσεις
ο λόγος της καρδιάς σου θα τρέχει σαν νερό απ’ το στόμα σου
πολλά παράξενα και μυστικά θα γνωρίσεις
γλύκες θαμμένες για τους περισσότερους
οι τάφοι για σένα θ’ ανοίξουν
και τα πουλιά όλα για σένα θα κελαηδούν
τους αγγέλους θα δεις και τίποτα για σένα δεν θα είναι αδύνατο
θλίψη δεν θα έχεις και την ανησυχία σου θα χάσεις
τη ζωή σου στα χέρια του θεού θα παραδώσεις
κι η ύπαρξή σου άλλο δεν θα σε βασανίζει πια
η χαρά θα γίνει το σημάδι σου
γιατί η καρδιά σου σφραγίδα έχει
μα σαν ξένος θα ζήσεις στον κόσμο μας
και σαν περαστικός, σαν ερχόμενος

Γιατί αν θέλεις να ζήσεις με την καρδιά σου
θα ξεκινήσεις λίγο να ζεις με την καρδιά σου
μα αυτό το λίγο θα φέρει τ’ ολότελα
κι αν φτάσεις να ζεις ολότελα με την καρδιά σου
τότε μόνο θα ζεις, και τότε μόνο θα δεις και θα γνωρίσεις
γιατί τότε μόνο θα έχεις γεννηθεί
και η ζωή σου τότε μόνο θα ξεκινήσει.



21 Ιουνίου 2018

κυματισμοί νυχτερινής δροσιάς





Εκεί που γλύφουν τα νερά
όπου είσαι μέσα στον άλλον
και δεν αγκυλώνει η έκφραση
ένας κυματισμός μονάχα μένει
ακόμα και με τον πιο δύσκολο άνθρωπο
άνοιξε εσύ πάρ' τον μέσα σου
στη στοργή σου τη συμπεριφορά του
να μάθει να μη χτυπάει
τίποτ' άλλο δεν είναι η σύγκρουση από κλειστές καρδιές
η μια αν ανοίξει η άλλη κυλάει
τα νερά τ' ανεμπόδιστα μόνο αλλάζουν χρώμα
άμυνα; τι εστί άμυνα; κανείς δεν σου επιτίθεται
αν τίποτα δεν κρατάς
δίνε, δίνε, δίνε, γίνε απεριόριστος

Γνώρισε το κύλισμα, την αρμονία
πίσω απ’ τη σύγκρουση, πίσω απ’ τη διαμάχη
πίσω απ’ τ’ άγρια ζώα που κομματιάζονται
πίσω απ’ την επιφανειακή σκληράδα της φύσης
πίσω απ’ όσα μπροστά βλέπεις
η όραση της νόησης ολοκάθαρα βλέπει
την αρμονία και την ισορροπία.
Εκεί που τελειώνει ο άνθρωπος κι αρχίζει ο θεός
πίσω από εσένα
μια αδιάκοπη μουσική ρυθμίζει τις υποθέσεις της ζωής
πίσω, αυτορρυθμίζονται όλα σιγανά στο μεγαλείο της σιωπής
εκεί που η πίστη συναντά την ανάγκη
εκεί που η διάθεση είναι μι' αλήθεια χωρίς τον επηρεασμό σου
εκεί, που τόσο βαθιά, για να έχεις την αίσθηση
αυτού του λεπτότερου των λεπτότερων τριγμού...
χρειάζεται να αφουγκράζεσαι την ύπαρξη απ’ το
ελάχιστο στο ελαχιστότερό της

Εκεί η εξέλιξη λειτουργεί μέσα στη μυστική σιωπής της
απευθείας απ’ τα μάτια του θεού
εκεί που μεταναστεύει η καφετιά αρκούδα στο βόρειο πόλο
κι αποχτά λευκό τρίχωμα
ο θεός το κάνει
εκεί που τα νερά σου συναντούν τα Νερά
είναι βαθιά η ζωή και σιωπηλή
ένα μυστήριο να εξερευνάς με τις αισθήσεις

Εκείνος υπάρχει, εγώ τον παρακάλεσα να μου αποκαλυφθεί
Έξω απ’ τη γνώση
Εκείνος ο Άπιαστος, ο Αγαπημένος
Είναι πολύ Αγαπημένος, είναι Μοναδικός
Έχει χρυσά μάτια κι η αγάπη Του είναι
Ένα πλούσιο πέλαγος ελέους
Εκείνος, Θέλει να μείνει κρυφός
Σε καλεί διαρκώς να προχωρήσεις πιο πίσω
Είναι ανυπέρβλητα ευφυής
Είναι όλα και μπορεί να γίνει τα πάντα
Η σκέψη δεν μπορεί να τον συλλάβει
Μόνο η αγάπη μπορεί να φτάσει κοντά Του
Είναι μια ζωντανή αίσθηση, η πιο ζωντανή, ίσως η μόνη ζωή
Είναι μέσα στο φως και η έννοια του πλάτους δίχως όρια Τον στενεύει
Είναι τα πάντα των όλων, όμως το όλα στο διαρκές πολλαπλάσιο
Όλων των αιώνων
Εκείνος είναι ο καθρέφτης, αλλά και απείρως έξω απ’ τον καθρέφτη
Είναι ο Αγαπημένος, απ’ την αγάπη Του έχουμε πάρει όλοι οι άνθρωποι

Εκείνος, δεν είναι μόνο λαμπρός, είναι ζωντανός
Δεν είναι μόνο η δικιά μας αισθαντικότητα που τον ζωντανεύει
Αλλά είναι αυτούσια ζωντανός και χωρίς εμάς
Είναι ζωντανός από τον εαυτό Του, απ’ τη δικιά Του ζωή έχουμε πάρει όλοι εμείς
Είναι ζωντανός μ’ έναν αιώνιο τρόπο, είναι εξωσωματικά ζωντανός
Είναι αισθαντικά ζωντανός, αφού η ζωή αισθαντικότητα είναι
Και το σώμα κέλυφος
Όμως η αισθαντικότητα μέσα στο σώμα είναι ζωή με έδρα το σώμα
Όμως ετούτη η ζωή, διόλου δεν με εκπλήσσει αν μπορεί κι αυτούσια να διατηρηθεί
Όπως το κάνει Εκείνος, και ποιος ξέρει πόσα ακόμα κάνει και ξέρει Εκείνος
Που εμείς αγνοούμε
Γιατί είναι κάποιος χωρίς τέλος κι αρχή
Στέκεται μόνος Του
Δεν είναι νεκρός ακόμα και στις πιο άγονες κι επικίνδυνες γωνιές του σύμπαντος
Όμως σ’ εμάς εδώ στη γη χάρισε, έδωσε τα πιο πλούσια δώρα Του
Αγάπησε εδώ στη γη, αγάπησε με όλη Του την αγάπη
Είμαστε εκπληκτικά πλάσματα – λίγο γνωρίζουμε ακόμα από εμάς
Όμως είμαστε πλάσματα τρομακτικής ακρίβειας κι εμβέλειας
Καμιά φορά, θεωρούμε τον εαυτό μας μια σακούλα κόκαλα, άντε κι ένα οχτάωρο εργασίας, δεν είναι έτσι
Είμαστε απίθανα έργα Του, ιδιαίτερα οι άνθρωποι μέσα από το βασίλειο της Πλάσης, προσπαθεί διαρκώς να μας δώσει την καλύτερη ποιότητα που μπορεί, Στις υπάρχουσες στη γη συνθήκες
Όμως μόνο την αγάπη έχει για να δούμε
Το πιο δύσκολο οι άνθρωποι να φτάνουμε
Το έκανε έτσι, έχει το σκοπό Του, το σχέδιό Του
Όμως είναι τόσα πολλά, πάνω από εμάς, έξω από εμάς, πέρα από εμάς
Παντού έξω και πέρα από εμάς, κι είναι τόσο πολύ το πολύ του
Είναι ωραίος ο Πατέρας, Αγαπημένος, άνθρωποι μέσα απ’ τους ίδιους
Κατά καιρούς Τον παρεξήγησαν.  
Ο Ιησούς όμως είναι ο αγαπημένος του Υιός – εμένα μου το λέει
Μέσα από τον ίδιο έγινε ο Ιησούς αγαπημένος Του Υιός ή έτσι το βρήκε;
Η απάντησε είναι έτσι το βρήκε, Εκείνος μόνο το είδε και το διάβασε.
Εκείνος όμως, ο Πατέρας το έκανε έτσι. Κατοίκησε περισσότερο και πιο αποσαφηνισμένος μέσα στον Ιησού, Εκείνος τον επέλεξε για να μιλήσει με το στόμα Του.

Η Ουσία φέρεται, έχει φέρσιμο. Ο Θεός, δεν είναι έν' αστείο, μια κωμωδία, κάτι τόσο ακατανόητο ώστε να μην μπορείς να εστιάσεις σε Εκείνον την αντίληψή σου, αν Του ζητήσεις να σου φανερωθεί θα το κάνει, αν Του ζητήσεις να σου μιλήσει θα το κάνει. Η ιδέα που έχει για εμάς του ανθρώπους και τη ζωή μας… είναι απείρως ανώτερη κι ενδοξότερη από την ιδέα που έχουμε εμείς για τον εαυτό μας και τη ζωή μας. Ο Πατέρας, δεν μας έφτιαξε ζωντόβολα και τρωκτικά, μόνοι μας γίναμε. Εκείνος για εμάς και τη ζωή μας θέλει, και ποθεί, και λαχταρά, και ελπίζει, τόσο ανώτερα και υψηλά επιτεύγματα… που κάθε άνθρωπος θα έσκυβε μέσα του βαθιά για να πετύχει τα μισά μόνο.
Εκείνος, κάθε ανθρώπινη ζωή ανυπολόγιστα την υπολογίζει, για κάθε πόνο μας διπλά πονάει, για κάθε θλίψη μας θλίβεται απεριόριστα, για κάθε χαρά μας χαίρεται, μ’ έναν τρόπο που αγαλλιάζουν οι ουρανοί.

Υπάρχει μόνο μια αληθινή αγάπη στη ζωή, είναι η ίδια η αγάπη στη ζωή, όλες οι άλλες είναι παρακλάδια της. Η αγάπη αυτή είναι ο άνθρωπος ως ουσία, που αγαπά της ουσία της προέλευσής του. Όταν η αγάπη που είσαι, με την αγάπη Του συναντηθούν και σμίξουν για πρώτη φορά… πετάγεται μια θεϊκή σπίθα, τότε έχεις το ένα πρώτο και μοναδικό βίωμα αληθινής αγάπης, ως τότε δεν ξέρεις τι είναι η αγάπη. Αγάπη είναι να αισθάνεσαι πως όλα είναι αγάπη κι έχεις μερτικό της όλης αγάπης. Αγάπη σημαίνει να αισθάνεσαι την αγάπη να ξεκινάει μέσα από σένα και να τα αγκαλιάζει όλα, και την αγάπη να έρχεται από όλα σε σένα. Αγάπη σημαίνει να είσαι ο τελικός αποδέκτης της αγάπης που στέλνεις. Πόση ευρύτητα ψυχής θέλει αυτό; Απεριόριστη. Πόση ευρύτητα έχει η ψυχή; Ακριβώς απεριόριστη.

Εκείνος, ο Αγαπημένος. Ο Πρώτος Νόμος είναι απολύτως ορθός. Αγάπα Εκείνον, με όλη την καρδιά σου και όλη την ψυχή σου, με όλον τον νου σου κι όλη τη θέλησή σου, με όλη τη δύναμή σου, αγάπα Εκείνον. Και θα τα έχεις αγαπήσει όλα.

Μα αν είναι ένα ψέμα; Θα μου πεις, ν' αγαπήσω τότε ένα ψέμα;
Τι φοβάσαι άνθρωπε; Και πόσα θαρρείς γνωρίζεις για την αλήθεια;
Αν φτάσεις ως το τέρμα κι ως το τέλος την αγάπη σου ποτέ δεν είναι ψέμα.
Άλλωστε δεν υπάρχει καμία αλήθεια άνθρωπε, σε βεβαιώνω γι’ αυτό.
Δύο μόνο αλήθειες υπάρχουν αντικριστά στο καθρέφτη. Η αλήθεια της αγάπης, κι ο φόβος της αγάπης, μαζί μ' ένα ματσάκι ορθολογιστικές σκέψεις. 

Μη φοβάσαι την αγάπη, μη φοβάσαι τη ζωή, μη φοβάσαι το θεό. Μη φοβάσαι, μόνο αυτό κάνε: μη φοβάσαι. Όλο το άλλο, το θετικό, είναι αντίκρυ στο μη φοβάσαι. Λογικό είναι να μην φοβάσαι. Αν νικήσεις το φόβο του θανάτου σου άνθρωπε, δεν θα πεθάνεις ποτέ.

18 Ιουνίου 2018

Ιστορία σταθμού




Καθώς δεν είχα τίποτα να κάνω καθόμουν εκείνο το απόγευμα στο παγκάκι του σταθμού και κοίταζα τα τρένα. Μια γυναίκα με πλησίασε τότε, μια άγνωστή μου, στάθηκε από πάνω μου κάπως επιδεικτικά και με κοιτούσε για ώρα επίμονα, δεν έδωσα σημασία γιατί κάτι παράξενοι άνθρωποι πάντα συχνάζουν στους σταθμούς, όμως εκείνη με είχε καρφώσει με το βλέμμα της μέχρι που με έκανε να νιώσω πως είχα μαζί της ραντεβού.

"Γιατί άργησες;" μου φώναξε τότε.
"Άργησα; πως άργησα;" αναρωτήθηκα φωναχτά.
Ξέσπασε τότε σε κλάματα και κάθισε δίπλα μου μα σε μακρινή απόσταση.
"Άργησες", έλεγε και κοίταζε ίσια μπροστά.
Προσπάθησα τότε να θυμηθώ, αυτή η γυναίκα έμοιαζε να με περιμένει, κι ενώ δεν καταλάβαινα τί μου έλεγε, ένιωθα πως είχε δίκιο.
Κοίταξα τότε κι εγώ ίσια μπροστά και της είπα: "θα είσαι φυσικά κάποια τρελή που με ονειρεύτηκε".

Σηκώθηκε κι ήρθε μου άστραψε ένα χαστούκι.
Τότε, κουνήθηκε το μυαλό μου και της είπα: "σίγουρα εσένα κάποτε σε πλήγωσα, θύμισέ με ποια είσαι, έχω πληγώσει πολλούς".
Τότε ο σταθμός γέμισε κόσμο. "Κι εμένα, κι εμένα!" φώναζαν!
Κατέβηκα κάτω να κρυφτώ, έχοντας ξεχάσει πως δεν είχα πια κρυψώνα.
Με κυρίεψε μια λύπη τότε, μια οδύνη και κούνησα το χέρι μου ακατάσχετα. "Δεν ήμουν εγώ", είπα σε όλους εκείνους που σαν σκιές τριγύριζαν κοντά μου.
"Εγώ είμαι αθώος", είπα τότε.

"Αθώος; πως είσαι αθώος;" είπαν οι σκιές, "κανείς δεν είναι αθώος, κανείς τουλάχιστον απ΄τους ζωντανούς".
Χαμογέλασα αμυδρά, "πιστεύετε εσείς πως ζω ε", είπα τότε.
"Είμαι νεκρός, γι' αυτό ακριβώς είμαι αθώος", είπα με βεβαιότητα. Οι σκιές με κοίταξαν καχύποπτα. "Μην αμφιβάλετε, κι όσο δεν είμαι νεκρός σύντομα θα πεθάνω", τις είπα.

Χάθηκαν όλες κι απόμεινα ειρηνικός. Θεώρησα πως χάθηκε κι εκείνη, όμως ήταν ακόμα εκεί.
Κούνησα το χέρι μου με κάποια απερισκεψία, σαν να μην με ένοιαζε πια, ούτε για τύψεις, ούτε για Ερινύες κι ενοχές. "Σας ξέρω καλά εσάς τις σκιές" της είπα τότε, "χρόνια σας κουβαλώ, ξέρω όλα τα κόλπα σας και τις κρυψώνες σας, αρκεί να ανοιγοκλείσω τα μάτια μου και θα εξαφανιστείς, αρκεί να πω δεν σε πιστεύω". Το έκανα, εκείνη ήταν ακόμα εκεί.

"Ποια είσαι;" της είπα τότε, "γιατί απ΄το παρελθόν δεν είσαι, δεν έχω εγώ παρελθόν για ν' ανήκεις σε αυτό".
Τότε εκείνη μίλησε, "σωστά είπες δεν έχεις παρελθόν για ν' ανήκω σε αυτό, είπε, "εγώ είμαι πλάσμα του μέλλοντός σου".
"Του μέλλοντός μου;" αναρωτήθηκα τότε, "έχω εγώ μέλλον για να υπάρχει σε αυτό πλάσμα του μέλλοντός μου; κάποιο λάθος κάνεις γυναίκα, είπα, εγώ είμαι χωρίς παρελθόν και χωρίς μέλλον, μαζί ξοφλάς με αυτά τα δύο".

Με κοίταξε στα μάτια. "Σκέψου", με προκάλεσε και με γύρισε μέσα μου, "Σκέψου, σκέψου", επανάλαβε σαν ηχώ. "Είμαι εγώ, είμαι εγώ", είπε, "η μία".
"Η μία; Μα δεν με νοιάζει", της είπα, "ποια είσαι, εγώ δεν ήρθα εδώ στο σταθμό για να ταξιδέψω, δεν έχω να πάω πουθενά. Δεν είμαι εδώ για να φύγω, γιατί δεν υπάρχει εκείνο απ΄το οποίο έρχομαι. Δεν υπάρχει κάτι σε μένα που να με διώχνει, γι' αυτό και σε σένα τίποτα δεν με καλεί. Εγώ ήρθα απλώς εδώ για να ταΐσω τα περιστέρια.

"Άντρα", είπε τότε, "τι λες; δεν είναι δυνατόν να ξέχασες!"
"Δυνατόν;" αναρωτήθηκα, "μα εγώ τα αδύνατα επιδίωξα, δεν μου ασκούν καμιά γοητεία τα δυνατά. Όμως τώρα που καθαρά σε βλέπω, είσαι όμορφη σα θεά, θα θέλεις σίγουρα να σε προσκυνήσω".

"Άντρα", είπε εκείνη, "τι λες; δεν είναι δυνατόν να ξέχασες, εγώ είμαι".
"Εσύ", είπα, "εσύ", επανέλαβα, "α, ναι εσύ", είπα τελικά αφού θυμήθηκα. Γιατί άργησες;"
"Δεν άργησα", είπε εκείνη, "εσύ άργησες, εγώ πάντα εδώ στο σταθμό ήμουν και σε περίμενα".
"Εγώ άργησα", είπα, σαν μέσα σε ένα σύννεφο, "άργησα ναι, είχα πολλά να κάνω. Προλαβαίνουμε τώρα;"

Με κοίταξε
δεν μου απάντησε
μόνο με κοίταξε
κι άλλη μια φορά
κι ύστερα, δεν ήθελα να μου απαντήσει
μου αρκούσε να με κοιτάζει.


17 Ιουνίου 2018

Η Βουτιά







Έχω, μου έλεγε, την αίσθηση μερικές φορές, πως γίνομαι αποξενωμένη, απαθείς, αδιάφορη. Βλέπω τότε, πως όλοι παίζουν έν' ανούσιο θέατρο, υποκρίνονται, το σιχαίνομαι αυτό, έλεγε. Θέλω καμιά φορά, να είχα ένα φτύμα όσο ο ωκεανός, να τους φτύσω και να τους πνίξω

Κι εγώ της έλεγα, σε αγκάλιασαν ποτέ;

Κι εγώ της έλεγα, έκανες ποτέ έρωτα κάτω απ’ το φεγγάρι;
Κι εγώ της έλεγα θα σ’ αγαπήσω μέχρι να μαλακώσεις κι ύστερα θα σε πλάσω καινούργια με τα χέρια μου

Κι εκείνη είπε, φοβάμαι, πείσε με
κι εγώ τη φίλησα

Μη σταματάς να μου μιλάς, έλεγε,
τώρα που καταλαβαίνω
κι άγγιξα τα στήθη της μ’ ένα λεξιλόγιο
που είχα στις άκρες των δαχτύλων
κι αναστέναξε σε μι’ αρχαία διάλεκτο
που αν δεν προσέξεις γεννιέται παιδί

Κι ύστερα μου είπε, με φιλάς πάνω απ’ τα ρούχα
εγώ, είπε, γδύνομαι κάτω από εξουσία
κι άρχισα τότε ν’ απαγγέλλω ένα ποίημα
λύγισε στα δυό, η μισή έσκυψε μέσα στην άλλη μισή
κι όταν ανασηκώθηκε είδα εμένα στα μάτια της

Μετά, της ψιθύρισα στο αυτί ένα ικετευτικό
ζήτησέ μου
γυρεύοντας να φτάσω τόσο βαθιά μέσα της όσο το έλεος 
κι έτσι, καθώς υγρή ήταν στα χέρια μου…
άρχισε να στάζει πάνω μου
και βρέθηκα μέσα σε μια θάλασσα απόγνωσης ηδονικής
ενώ μέσα μου ένα ζώο κι ένα πουλί
ένωναν τις φωνές τους στη σιωπή

Ύστερα, η ένωση μας με πήγε στη θέση της
κι άρχισα από εκείνη να αισθάνομαι τον εαυτό μου
σε μια αρμονία χωρίς άκρες
έτσι, που καθώς εκείνη ήμουν
ένιωθα ταυτόχρονα και μια ελάχιστη απόγνωση - που ήταν το περισσότερο -
να επιστρέψω στον εαυτό μου

Την πλησίασα τρομαχτικά κοντά
με μεγάλη μου έκπληξη
- ίσως τόσο όσο ο Ιησούς πλησίασε τον μαθητή Πέτρο -
διαλύθηκα μέσα στο κυανό και την πίκρα της καρδιάς της
μα ήθελα, για μια μόνο στιγμή, με την τόση μου διαύγεια να είμαι ένας άλλος
που ο οργασμός της με τίναξε σαν περιστέρι

Κι ένιωσα αποκεφαλισμένο το πνεύμα μου
ενώ, από δυσπόρθητο ύψος, κοίταζα τον εαυτό μου κάτω
να βουλιάζει μέσα στην νυχτερινή φεγγαρόλουστη άμμο της παραλίας
ταυτόχρονα αναρωτιόμουν αν με όχημα τον έρωτα
θα μπορούσα να εξαφανίζομαι πιο τακτικά
μέχρι να χαθώ

Ύστερα, την είδα να κλαίει ένα δάκρυ μου, ένα βαθύ
κι ένιωθα μέσα στην ψυχή της να ζυμώνεται ένα σ’ αγαπώ
που μπορεί κάποτε να το πρόφερε, ή να μην το πρόφερε
να το άκουγα, ή να μην το άκουγα
όμως δεν είχε σημασία γιατί το ζούσα

Μετά σηκώθηκε και τίναξε τα μαλλιά της, που είχαν γεμίσει φύκια και άμμο
πήρε ένα ύφος αδιάφορο που αμέσως της το συγχώρεσα
είχε δώσει πολλά σε λίγη ώρα
όμως αυτά τα πολλά δεν μπορούσε πια να τα πάρει πίσω
είχαν από κείνη φύγει, ήταν δικά μου πια
ήταν τη δικιά μου νύχτα να στοιχειώνουν

Προχώρησε γυμνή και βούτηξε στη θάλασσα
κάτω από τη θάλασσα μάντευε τη γέννηση της ευτυχίας της
με μένα ηθικό αυτουργό
ένιωσα τότε, μια άξαφνη στρέβλωση ηδονικής εξουσίας
ένιωσα ν’ αποχτώ τη δύναμη να τη σκοτώσω
αλλά δεν μου ήταν αποσαφηνισμένο
πως αν εκείνη η ώρα ερχόταν, μήπως προτιμούσα την αυτοκτονία
γιατί αν τη σκότωνα, δεν ήμουν βέβαιος ποιος απ’ τους δυό μας θα πέθαινε

Αγάπη παράξενη, τόσο σώμα, πνεύμα, στοργή, μοναξιά, είδωλο,
ανάγκη, και μια σαρκοβόρα τρυφερότητα
καινούργιος εγώ σε όλα αυτά τ’ αισθήματα
όμως με μια τεντωμένη περιέργεια
με μια γεύση θανάτου

Μάλλον για κείνη ήμουν μια ζάλη
μόλις ξημέρωνε θα γινόταν πιο πρακτική
θα μ' εξέταζε
σαν ένα μικρόβιο
κι ίσως με ακύρωνε
γιατί θα ένιωθε να την οδηγώ

Κι αναρωτιόμουν τότε
αν η δικιά μου μοίρα έχει συνοδοιπόρο
όμως κοίταξα το φεγγάρι εκείνη τη στιγμή και με παρηγόρησε
το κοίταξα μ’ ένα τρόπο που έχασα τη μοναξιά μου

Όμως με τον καιρό, ξέχασα και να ελπίζω και να απογοητεύομαι
ξέχασα ακόμα και να επενδύω
είχα γίνει σχεδόν άτρωτος
αν και δίχως πλάνη σκληρό να ζεις

Όταν βγήκε απ’ τη θάλασσα την ονειρεύτηκα
ήρθε στάθηκε από πάνω μου σαν παιδούλα και με ένα παιγνιδιάρικο ύφος, είπε:
Θα βουτήξεις στη θάλασσα μαζί μου;

Τι ειρωνεία! Το ίδιο σκεφτόμουν!

Η Δίψα

Δεν ξέρω καλή μου, δεν ξέρω, αλλάζω βαθιά Περπατώ πλέον πάνω σε τριγμούς σταφυλιών Νέοι κόσμοι μου αποκαλύπτονται διαρ...