Η Βουτιά







Έχω, μου έλεγε, την αίσθηση μερικές φορές, πως γίνομαι αποξενωμένη, απαθείς, αδιάφορη. Βλέπω τότε, πως όλοι παίζουν έν' ανούσιο θέατρο, υποκρίνονται, το σιχαίνομαι αυτό, έλεγε. Θέλω καμιά φορά, να είχα ένα φτύμα όσο ο ωκεανός, να τους φτύσω και να τους πνίξω

Κι εγώ της έλεγα, σε αγκάλιασαν ποτέ;

Κι εγώ της έλεγα, έκανες ποτέ έρωτα κάτω απ’ το φεγγάρι;
Κι εγώ της έλεγα θα σ’ αγαπήσω μέχρι να μαλακώσεις κι ύστερα θα σε πλάσω καινούργια με τα χέρια μου

Κι εκείνη είπε, φοβάμαι, πείσε με
κι εγώ τη φίλησα

Μη σταματάς να μου μιλάς, έλεγε,
τώρα που καταλαβαίνω
κι άγγιξα τα στήθη της μ’ ένα λεξιλόγιο
που είχα στις άκρες των δαχτύλων
κι αναστέναξε σε μι’ αρχαία διάλεκτο
που αν δεν προσέξεις γεννιέται παιδί

Κι ύστερα μου είπε, με φιλάς πάνω απ’ τα ρούχα
εγώ, είπε, γδύνομαι κάτω από εξουσία
κι άρχισα τότε ν’ απαγγέλλω ένα ποίημα
λύγισε στα δυό, η μισή έσκυψε μέσα στην άλλη μισή
κι όταν ανασηκώθηκε είδα εμένα στα μάτια της

Μετά, της ψιθύρισα στο αυτί ένα ικετευτικό
ζήτησέ μου
γυρεύοντας να φτάσω τόσο βαθιά μέσα της όσο το έλεος 
κι έτσι, καθώς υγρή ήταν στα χέρια μου…
άρχισε να στάζει πάνω μου
και βρέθηκα μέσα σε μια θάλασσα απόγνωσης ηδονικής
ενώ μέσα μου ένα ζώο κι ένα πουλί
ένωναν τις φωνές τους στη σιωπή

Ύστερα, η ένωση μας με πήγε στη θέση της
κι άρχισα από εκείνη να αισθάνομαι τον εαυτό μου
σε μια αρμονία χωρίς άκρες
έτσι, που καθώς εκείνη ήμουν
ένιωθα ταυτόχρονα και μια ελάχιστη απόγνωση - που ήταν το περισσότερο -
να επιστρέψω στον εαυτό μου

Την πλησίασα τρομαχτικά κοντά
με μεγάλη μου έκπληξη
- ίσως τόσο όσο ο Ιησούς πλησίασε τον μαθητή Πέτρο -
διαλύθηκα μέσα στο κυανό και την πίκρα της καρδιάς της
μα ήθελα, για μια μόνο στιγμή, με την τόση μου διαύγεια να είμαι ένας άλλος
που ο οργασμός της με τίναξε σαν περιστέρι

Κι ένιωσα αποκεφαλισμένο το πνεύμα μου
ενώ, από δυσπόρθητο ύψος, κοίταζα τον εαυτό μου κάτω
να βουλιάζει μέσα στην νυχτερινή φεγγαρόλουστη άμμο της παραλίας
ταυτόχρονα αναρωτιόμουν αν με όχημα τον έρωτα
θα μπορούσα να εξαφανίζομαι πιο τακτικά
μέχρι να χαθώ

Ύστερα, την είδα να κλαίει ένα δάκρυ μου, ένα βαθύ
κι ένιωθα μέσα στην ψυχή της να ζυμώνεται ένα σ’ αγαπώ
που μπορεί κάποτε να το πρόφερε, ή να μην το πρόφερε
να το άκουγα, ή να μην το άκουγα
όμως δεν είχε σημασία γιατί το ζούσα

Μετά σηκώθηκε και τίναξε τα μαλλιά της, που είχαν γεμίσει φύκια και άμμο
πήρε ένα ύφος αδιάφορο που αμέσως της το συγχώρεσα
είχε δώσει πολλά σε λίγη ώρα
όμως αυτά τα πολλά δεν μπορούσε πια να τα πάρει πίσω
είχαν από κείνη φύγει, ήταν δικά μου πια
ήταν τη δικιά μου νύχτα να στοιχειώνουν

Προχώρησε γυμνή και βούτηξε στη θάλασσα
κάτω από τη θάλασσα μάντευε τη γέννηση της ευτυχίας της
με μένα ηθικό αυτουργό
ένιωσα τότε, μια άξαφνη στρέβλωση ηδονικής εξουσίας
ένιωσα ν’ αποχτώ τη δύναμη να τη σκοτώσω
αλλά δεν μου ήταν αποσαφηνισμένο
πως αν εκείνη η ώρα ερχόταν, μήπως προτιμούσα την αυτοκτονία
γιατί αν τη σκότωνα, δεν ήμουν βέβαιος ποιος απ’ τους δυό μας θα πέθαινε

Αγάπη παράξενη, τόσο σώμα, πνεύμα, στοργή, μοναξιά, είδωλο,
ανάγκη, και μια σαρκοβόρα τρυφερότητα
καινούργιος εγώ σε όλα αυτά τ’ αισθήματα
όμως με μια τεντωμένη περιέργεια
με μια γεύση θανάτου

Μάλλον για κείνη ήμουν μια ζάλη
μόλις ξημέρωνε θα γινόταν πιο πρακτική
θα μ' εξέταζε
σαν ένα μικρόβιο
κι ίσως με ακύρωνε
γιατί θα ένιωθε να την οδηγώ

Κι αναρωτιόμουν τότε
αν η δικιά μου μοίρα έχει συνοδοιπόρο
όμως κοίταξα το φεγγάρι εκείνη τη στιγμή και με παρηγόρησε
το κοίταξα μ’ ένα τρόπο που έχασα τη μοναξιά μου

Όμως με τον καιρό, ξέχασα και να ελπίζω και να απογοητεύομαι
ξέχασα ακόμα και να επενδύω
είχα γίνει σχεδόν άτρωτος
αν και δίχως πλάνη σκληρό να ζεις

Όταν βγήκε απ’ τη θάλασσα την ονειρεύτηκα
ήρθε στάθηκε από πάνω μου σαν παιδούλα και με ένα παιγνιδιάρικο ύφος, είπε:
Θα βουτήξεις στη θάλασσα μαζί μου;

Τι ειρωνεία! Το ίδιο σκεφτόμουν!
Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Η Μαθητεία

Οι Μπλε Άνθρωποι