Ιστορία σταθμού




Καθώς δεν είχα τίποτα να κάνω καθόμουν εκείνο το απόγευμα στο παγκάκι του σταθμού και κοίταζα τα τρένα. Μια γυναίκα με πλησίασε τότε, μια άγνωστή μου, στάθηκε από πάνω μου κάπως επιδεικτικά και με κοιτούσε για ώρα επίμονα, δεν έδωσα σημασία γιατί κάτι παράξενοι άνθρωποι πάντα συχνάζουν στους σταθμούς, όμως εκείνη με είχε καρφώσει με το βλέμμα της μέχρι που με έκανε να νιώσω πως είχα μαζί της ραντεβού.

"Γιατί άργησες;" μου φώναξε τότε.
"Άργησα; πως άργησα;" αναρωτήθηκα φωναχτά.
Ξέσπασε τότε σε κλάματα και κάθισε δίπλα μου μα σε μακρινή απόσταση.
"Άργησες", έλεγε και κοίταζε ίσια μπροστά.
Προσπάθησα τότε να θυμηθώ, αυτή η γυναίκα έμοιαζε να με περιμένει, κι ενώ δεν καταλάβαινα τί μου έλεγε, ένιωθα πως είχε δίκιο.
Κοίταξα τότε κι εγώ ίσια μπροστά και της είπα: "θα είσαι φυσικά κάποια τρελή που με ονειρεύτηκε".

Σηκώθηκε κι ήρθε μου άστραψε ένα χαστούκι.
Τότε, κουνήθηκε το μυαλό μου και της είπα: "σίγουρα εσένα κάποτε σε πλήγωσα, θύμισέ με ποια είσαι, έχω πληγώσει πολλούς".
Τότε ο σταθμός γέμισε κόσμο. "Κι εμένα, κι εμένα!" φώναζαν!
Κατέβηκα κάτω να κρυφτώ, έχοντας ξεχάσει πως δεν είχα πια κρυψώνα.
Με κυρίεψε μια λύπη τότε, μια οδύνη και κούνησα το χέρι μου ακατάσχετα. "Δεν ήμουν εγώ", είπα σε όλους εκείνους που σαν σκιές τριγύριζαν κοντά μου.
"Εγώ είμαι αθώος", είπα τότε.

"Αθώος; πως είσαι αθώος;" είπαν οι σκιές, "κανείς δεν είναι αθώος, κανείς τουλάχιστον απ΄τους ζωντανούς".
Χαμογέλασα αμυδρά, "πιστεύετε εσείς πως ζω ε", είπα τότε.
"Είμαι νεκρός, γι' αυτό ακριβώς είμαι αθώος", είπα με βεβαιότητα. Οι σκιές με κοίταξαν καχύποπτα. "Μην αμφιβάλετε, κι όσο δεν είμαι νεκρός σύντομα θα πεθάνω", τις είπα.

Χάθηκαν όλες κι απόμεινα ειρηνικός. Θεώρησα πως χάθηκε κι εκείνη, όμως ήταν ακόμα εκεί.
Κούνησα το χέρι μου με κάποια απερισκεψία, σαν να μην με ένοιαζε πια, ούτε για τύψεις, ούτε για Ερινύες κι ενοχές. "Σας ξέρω καλά εσάς τις σκιές" της είπα τότε, "χρόνια σας κουβαλώ, ξέρω όλα τα κόλπα σας και τις κρυψώνες σας, αρκεί να ανοιγοκλείσω τα μάτια μου και θα εξαφανιστείς, αρκεί να πω δεν σε πιστεύω". Το έκανα, εκείνη ήταν ακόμα εκεί.

"Ποια είσαι;" της είπα τότε, "γιατί απ΄το παρελθόν δεν είσαι, δεν έχω εγώ παρελθόν για ν' ανήκεις σε αυτό".
Τότε εκείνη μίλησε, "σωστά είπες δεν έχεις παρελθόν για ν' ανήκω σε αυτό, είπε, "εγώ είμαι πλάσμα του μέλλοντός σου".
"Του μέλλοντός μου;" αναρωτήθηκα τότε, "έχω εγώ μέλλον για να υπάρχει σε αυτό πλάσμα του μέλλοντός μου; κάποιο λάθος κάνεις γυναίκα, είπα, εγώ είμαι χωρίς παρελθόν και χωρίς μέλλον, μαζί ξοφλάς με αυτά τα δύο".

Με κοίταξε στα μάτια. "Σκέψου", με προκάλεσε και με γύρισε μέσα μου, "Σκέψου, σκέψου", επανάλαβε σαν ηχώ. "Είμαι εγώ, είμαι εγώ", είπε, "η μία".
"Η μία; Μα δεν με νοιάζει", της είπα, "ποια είσαι, εγώ δεν ήρθα εδώ στο σταθμό για να ταξιδέψω, δεν έχω να πάω πουθενά. Δεν είμαι εδώ για να φύγω, γιατί δεν υπάρχει εκείνο απ΄το οποίο έρχομαι. Δεν υπάρχει κάτι σε μένα που να με διώχνει, γι' αυτό και σε σένα τίποτα δεν με καλεί. Εγώ ήρθα απλώς εδώ για να ταΐσω τα περιστέρια.

"Άντρα", είπε τότε, "τι λες; δεν είναι δυνατόν να ξέχασες!"
"Δυνατόν;" αναρωτήθηκα, "μα εγώ τα αδύνατα επιδίωξα, δεν μου ασκούν καμιά γοητεία τα δυνατά. Όμως τώρα που καθαρά σε βλέπω, είσαι όμορφη σα θεά, θα θέλεις σίγουρα να σε προσκυνήσω".

"Άντρα", είπε εκείνη, "τι λες; δεν είναι δυνατόν να ξέχασες, εγώ είμαι".
"Εσύ", είπα, "εσύ", επανέλαβα, "α, ναι εσύ", είπα τελικά αφού θυμήθηκα. Γιατί άργησες;"
"Δεν άργησα", είπε εκείνη, "εσύ άργησες, εγώ πάντα εδώ στο σταθμό ήμουν και σε περίμενα".
"Εγώ άργησα", είπα, σαν μέσα σε ένα σύννεφο, "άργησα ναι, είχα πολλά να κάνω. Προλαβαίνουμε τώρα;"

Με κοίταξε
δεν μου απάντησε
μόνο με κοίταξε
κι άλλη μια φορά
κι ύστερα, δεν ήθελα να μου απαντήσει
μου αρκούσε να με κοιτάζει.


Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Η Μαθητεία

Οι Μπλε Άνθρωποι