Το Σκασιαρχείο







Πεθύμησα λίγη ζωή, πεθύμησα λίγα απλά της πράγματα, κάποια ουσιαστικά. Πεθύμησα λίγη ξεγνοιασιά, λίγη ανεμελιά, λίγη ζωή χωρίς σκέψη. Χωρίς βάσανο, χωρίς έγνοια, χωρίς βάρος και βαρυθυμία, πεθύμησα λίγη ζωή χαρταετού.
Πεθύμησα λίγες σταγόνες ευτυχίας. Τις ανταλλάσσω με όλη τη γνώση, τη φιλοσοφία, τις βαθυστόχαστες έννοιες και τα έπαθλά σας, χάρισμά σας.
Σας τα δίνω όλα για μερικά ξέγνοιαστα χρόνια, πάρτε όλο το πλήθος, δικό σας, χαρίστε μου μόνο δυό τρεις φίλους, να μην έχω για εκείνους δεύτερες και τρίτες σκέψεις. Σας χαρίζω όλη την επιτυχία, αρκεί να με αφήσετε να εκφραστώ. Όλη η αλήθεια χάρισμά σας, επιτρέψτε μου μόνο το όμορφο ψέμα μου. Όλες οι καλλίγραμμες και σεξουαλικές γυναίκες δικές σας, αφήστε μου μόνο την αγάπη μου. Σας χαρίζω όλα τα ταξίδια κι όλους του κόσμου τους περιορισμούς, για μια ελεύθερη φαντασία.
Οι βίλες, οι πισίνες, τα κότερα, όλα δικά σας. Επιτρέψτε μου μόνο μια καλύβα και την ειρήνη μου. Όλα τα όνειρα δικά σας, για μια στιγμή ευτυχισμένης πραγματικότητας. Θα στύψω όλης της ανθρωπότητας το θυμό, για μια σταγόνα γαλήνης μου.

Πεθύμησα. Δυό μάτια σπάνια καθαρά να μπορώ να δω από μέσα τους απέναντι. Πεθύμησα λίγη σιωπή στο ακροθαλάσσι του φλοίσβου. Πεθύμησα ατόφιον άνεμο να χαϊδεύει το πρόσωπό μου. Πεθύμησα τη βροχή, την τρέλα, τον χορό. Πεθύμησα τον έρωτα χωρίς καμία άλλη σημασία. Πεθύμησα της εξάλειψη της παραμικρής ενοχής, τον εξαγνισμό της τύψης, πεθύμησα την αθωότητα. Θέλω να ξέρω πως είναι να αγαπάς μια γυναίκα για τα μαλλιά της. Θέλω να ξέρω πως είναι να αγαπάς έναν άνθρωπο με την αθωότητα που αγαπάς ένα ζώο. Θέλω να ξέρω πως είναι μόνο να ζεις.

Πεθύμησα λίγη γυμνή πρωτόπλαστη ζωή. Λίγη ζωή παιδιού σε σώμα ενηλίκου. Πεθύμησα αυγουστιάτικες νύχτες κάτω απ’ τα αστέρια και τίποτα άλλο. Πεθύμησα να αρκεί η νύχτα κι όχι όσα η νύχτα περιλαμβάνει, και με τον ίδιο τρόπο να αρκεί η μέρα. Πεθύμησα ήλιο και μέσα στη βαθιά νύχτα, και τίποτα άλλο. Πεθύμησα τη μαγεία, πεθύμησα και λίγη αλητεία. Πεθύμησα το εγώ κι εκείνη και τίποτα άλλο. Κι ένα νησί να εξερευνούμε, και το ατελείωτο σώμα της, και τα αχ τα απανωτά της.

Πεθύμησα απλώς το σκασιαρχείο. Την πλήρη απάρνηση όλων των υποχρεώσεων. Πεθύμησα την εκπληρωμένη επανάσταση. Πεθύμησα σαν άλογο, να τινάξω απ’ την πλάτη μου τον αναβάτη και τη σέλα του μαζί. Και πεθύμησα τον άγριο, ξέφρενο καλπασμό του πνεύματος και τα κατακόρυφα ατέλειωτα ύψη. Πεθύμησα την απόλυτη ελευθερία σε ένα κόσμο δεσμωτών, κι αυτό είναι έγκλημά μου.

Όμως την ψυχή μου εγώ την ξέρω, έχει μια μαεστρία να με φτάνει στα δικά της θέλγητρα, ανικανοποίητη να μένει ποτέ δεν της άρεσε, παίρνει και το κεφάλι μου μαζί και πάει, και πάει…

Αχ ψυχή μου! χαμένη μές στις στροφές του μυαλού μου, που με πας; που με βγάζεις; Σαν θεατής σε παρακολουθώ. Θα γίνει το δικό σου, σαν αθλητής με προσπερνάς, άλλο να σε κρατώ κουράστηκα, ακόλουθός σου γίνομαι, τη ζωή μου στα χέρια σου παραδίδω, το καλό μου το ξέρεις καλύτερα, το δικό μου καλό σε μαράζωσε.

Πέτα ψυχή μου, πέτα! Και πάρε με μαζί σου, πέτα σαν προσευχή πάνω απ’ τους αιθέρες, δικός σου είμαι εγώ!

Λαχτάρα γέμισα!


Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αόρατος Νόμος

Γαλάζια Έρημος

Οι Μπλε Άνθρωποι