Ο Καημός της Μαρκέλλας





Η Μαρκέλλα είναι πια σε κάποια ώριμη ηλικία και προβληματίζεται τις νύχτες συχνά. Ήταν καιρό μόνη και το είχε επιλέξει γιατί το χρειάζονταν, όμως η περίοδος αυτή πέρασε κι ένιωθε να χρειάζεται έναν άντρα στη ζωή της. Ουσιαστικά, πολλές φορές, δεν ξεχωρίζει φύλο, θα μπορούσε να είναι και γυναίκα, προτιμά όμως άντρα, όχι άντρα, προτιμά άνθρωπο.

Η Μαρκέλλα δεν είναι τέλεια, αν ήταν δεν θα είχε παρόμοιες ανησυχίες, είναι  μια γυναίκα στη διαδικασία της εξέλιξης, έχει τις δύσκολες στιγμές τις, τις δύσκολες ώρες της, ακόμα και τις ανυπόφορες και το γνωρίζει, όμως έχει και τις όμορφες στιγμές της, τις ομορφότερες και τις προσδοκώμενες. Θα μπορούσες να την πεις φυσιολογικό άνθρωπο και μάλιστα με κατανόηση. Έχει  απλώς ένα "βασικό ελάττωμα", από μικρή το είχε και δεν ήθελε να το αποχωριστεί, είναι  άτομο, που αν κι απέχει απ’ την αλήθεια και την αλήθεια της, ωστόσο την αγαπάει, τη λατρεύει θα έλεγες.

Αγαπάει την αλήθεια για το στέρεο έδαφος που στρώνει εκείνη κάτω απ’ τα πόδια της, μπορεί να φτιάξει αληθινά αισθήματα απ’ την αλήθεια και αληθινά να ζήσει, βέβαια, με τον τρόπο αυτό κινδυνεύει να προδοθεί, όμως όσο κι αν έχει ψάξει δεν έχει  βρει άλλο τρόπο κάποιος να ζει, μάλιστα έχει καταλήξει, πως δεν έδωσε  η φύση λύση εναλλακτική στο ζήτημα. Ο άλλος τρόπος είναι να ζεις με σύνθημα όσα παίρνει ο άνεμος.

Η Μαρκέλλα έχει πίστη, δεν την ξεγελάς εύκολα, πιστεύει στον εαυτό της και πιστεύει στην καρδιά της, αξίζει και το ξέρει πρώτη, δεν είναι  κανένα χαμένο κορμί να το κρεμάσει στο τσιγκέλι του χασάπη, μάλιστα είναι  γυναίκα που γνωρίζει και τη θυσία. Κι όμως, ένα τέτοιο άτομο, που έχει απλώς πιάσει λίγη συννεφιά το χρυσάφι του... αντιμετωπίζει μεγάλη δυσκολία στον κόσμο μας να βρει σύντροφο ζωής.

Εραστές είχε, όμως με τούτους - που τους θεωρούσε μια ξεχωριστή ράτσα αντρών - κάτι σαν τα παγόνια ανάμεσα στα πουλιά... είχε μπλεχτεί μερικές φορές με κανά δυό από δαύτους..., όμως σύντομα διαπίστωσε, πως οι καλύτεροι εραστές του κόσμου, δεν είναι τίποτα άλλο από ναυάγια. Μάλιστα όσο καλύτερος ένας εραστής, τόσο περισσότερο ναυαγισμένος, και το πουλί του εξείχε απ’ το ναυάγιο σαν κατάρτι.

Τη Μαρκέλλα, τη ζώνει  μερικές νύχτες μια χαοτική θλίψη, η συντροφικότητα, δεν είναι  για αυτήν ένα κοινωνικό ή ένα ζήτημα επιβίωσης, είναι  ένα βαθιά υπαρξιακό ζήτημα που έχει να κάνει με την άνοιξη και τη χαρά της ζωής. Η επαφή με τους ανθρώπους και η αλήθεια των σχέσεων, δεν είναι για αυτήν ένα παιγνίδι δημοσίων σχέσεων και συναλλαγών, είναι  μια βαθιά ανάγκη συνάντησης δύο ανθρώπων σε έναν κοινό ήλιο. Γιατί μέσα στην Μαρκέλλα, ποτέ δεν κατάφερε να σβήσει ο ήλιος της αγάπης. Μόνο που καθώς είναι μόνη, ο ήλιος αυτός, χάνει  τον τονισμό του και τη λάμψη του και τον νιώθει να λιγοστεύει. Η Μαρκέλλα, γυρεύει να ενώσει τον ήλιο της με έναν άλλο ήλιο σε ήλιο έναν, ούτε θέλει να πάρει ούτε θέλει να δώσει.

Στην κοινωνία μας, ίσως μερικοί στους εκατό χιλιάδες είναι πράγματι δεκτικοί στην αγάπη. Η πλειοψηφία των ανθρώπων γυρίζει γύρω γύρω απ’ την αγάπη σαν το κουνούπι γύρω γύρω απ’ τη λάμπα του ηλεκτρικού, όμως στην αληθινή αγάπη, ίσως ένας στο εκατομμύριο κάποτε καταλήγει, στην αγάπη του εννοώ κι από κει κανείς αγαπάει. Γιατί ο κόσμος μας, ξέρει την αγάπη που ξεκινάει απ’ τη σκέψη, ενώ αυτή η αγάπη που ξεκινάει απ’ τη σκέψη, μέχρι εκείνη που ξεκινάει και καταλήγει στην καρδιά… ίσως έχει μερικές ζωές απόσταση η διαδρομή. Είναι πολύ μακρινή η αγάπη της καρδιάς ακόμα για τον κόσμο μας.

Θα βρει σύντροφο τελικά η Μαρκέλλα; Δεν ξέρω, αδυνατώ να σκεφτώ παραπέρα. Η ιστορία της κόβεται απότομα, ξαφνικά, σαν η Μαρκέλλα να έχει φτάσει στο χείλος ενός γκρεμού και ζαλισμένη… να γυρεύει να κόψει το λουλούδι που φυτρώνει πάντα στο χείλος της αβύσσου.

Εγώ την ξέρω τη γυναίκα αυτή, ο καημός της είναι απαλός σαν φλούδα ροδάκινου. Την ξέρω λέω, τι ψέμα! Δεν την ξέρω απλώς, την έχω ερωτευτεί, όμως το δικό μου τρένο δεν περνάει απ’ το σώμα της, η δικιά μου βάρκα δεν ταξιδεύει στα νερά της. Εγώ ξέρω τη δικιά μου τύχη, ξέρω τη δικιά μου προσδοκία και τη μοίρα μου την ξέρω, τα ξέρω γιατί εγώ είμαι ο κατασκευαστής του ονείρου μου,  τα ξέρω γιατί εγώ είμαι ο εργοστασιάρχης της εργατιάς μου.

Το δικό μου τρένο περνάει έξω απ’ το σπίτι της, δεν είναι ο σταθμός της δικιάς μου αμαξοστοιχίας, δεν είναι το λιμάνι του δικού μου καραβιού. Το ξέρω, γιατί καθώς έφτιαχνα το τρένο, έφτιαξα και το σταθμό, και καθώς κατασκεύαζα το καράβι, έφτιαξα και το λιμάνι του.
Το ξέρω από το πιο λεπτότερο ανθρώπινο ένστικτο, το μόνο αγέλαστο.
Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Η Μαθητεία

Οι Μπλε Άνθρωποι