31 Ιουλίου 2018

Πρωινά χωρίς χρήση






Λένε, πως η πιο σκοτεινή ώρα είναι λίγο πριν το ξημέρωμα, είχαμε πολλές σκοτεινές ώρες, πολλά ξημερώματα που όμως δεν κράτησαν.
Εν τούτοις, ξέρω πως ο θεός δεν παίζει ζάρια και θα κρατήσει τις υποσχέσεις του, θα δικαιώσει τους αγώνες μας, θα δουλέψουν και για εμάς τα άστρα
ας μην γινόμαστε καχύποπτοι κι ας κοιταχτούμε με ευλάβεια, δεν έχουμε πια να χάσουμε τίποτα, νά το συμφέρον μας!

Πάνω στα ηλεκτροφόρα καλώδια δεν περπατάει κανείς, οι νεκροί σιώπησαν,
ήπιαν το αίμα μας κι ευχαριστημένοι γυρίζουν στον ουρανό τους
μέσα από αυλάκια που άνοιξαν τα δάκρυά μας
και βγαίνουν τα πρώτα πουλιά απ’ τους τάφους·
Τίποτα δεν μας απόμεινε πια, παρά μόνο μια ολόδικιά μας ζωή κι αυτή χωρίς χρήση
κι ένας κόσμος απέραντος σιωπηλός, που το αυτί μας έμαθε με τον καιρό να πιάνει τη μουσική του
και το μάτι μας εξασκημένο βλέπει μέσα στα αθροίσματα τις ομορφιές
και κρατούμε πάντα στα χέρια μας ένα παιδί χωρίς δόλο, που πέρασε ξυπόλητο μέσα απ’ τον πόλεμο με ανοιχτή καρδιά
σφυρίζοντας αδιάφορα στις σφαίρες·
Επιστρέφουμε στην άγνοια - σχεδόν ευτυχία μοιάζει
κι έχουμε ακόμα σώμα
αξίζει πάντα για μια στιγμή κάθε στιγμή να πεθαίνεις·
Τα χάσαμε όλα για να κερδίσουμε του χρόνου την πολυτέλεια
πληρώνοντας ακριβά τις αισθήσεις μας·
Μακρύς ο δρόμος, από έναν θυμό μέσα σε όλα
μέχρι ένα δόξα τω θεώ χωρίς τίποτα
έτσι που να ανακαλύπτεις το μυστικό
να αντλείς από όλα ευχαρίστηση
και ζωή απ’ τον θάνατο

Προλαβαίνουμε μερικά δικά μας πρωινά ακόμα
τώρα που ξεμακραίνουν οι σειρήνες των ασθενοφόρων.

30 Ιουλίου 2018

δολοφόνος φαντασμάτων





Και μη ξεχνάς, Χριστός δεν είναι αυτός που βρήκες μέσα σου με την γέννησή σου και τη βάπτισή σου, αληθινός Χριστός είναι εκείνος που φέρνεις εσύ μέσα σου με την ερευνά σου, την καθαρή κρίση σου και την ξεκάθαρη ματιά σου.

Μια νύχτα, μια παγωμένη νύχτα, καθώς θα είσαι ψύχραιμη και παγωμένη όσο η νύχτα, ψυχρή καθώς θα είσαι όσο ο πάγος, σημάδεψε τον Χριστό ανάμεσα στα μάτια, πυροβόλησε με όλη σου τη συνείδηση και σκότωσέ τον.

Όμως θα πρέπει να έχεις ασκηθεί πρώτα στις δολοφονίες, θα πρέπει να έχουν προηγηθεί κι άλλοι φόνοι σου, θα πρέπει να έχεις μάθει να χειρίζεσαι το όπλο κατάλληλα. Γιατί πρώτα, πριν το Χριστό, θα έχεις σκοτώσει τον πατέρα σου και την μητέρα σου.

Ναι, θα πρέπει να ασκηθείς, ψυχρή σαν ατσάλι και ψύχραιμη σαν κακό παιδί που επιλέγει τον εαυτό του, μια νύχτα θα σκοτώσεις όλους τους εφιάλτες σου.

Δεν θα τρέξει σταγόνα αίμα, μόνο η καρδιά σου θα ματώσει. Όμως εσύ, με μια άγρια χαρά νίκης, θα αισθανθείς αυθεντική δολοφόνος. Μη φοβηθείς, να είσαι ψύχραιμη την ώρα του φόνου, και μη ξεχνάς να σημαδέψεις ανάμεσα στα μάτια, μη θελήσεις ποτέ να πληγώσεις φάντασμα, το αρμόζει η καθαρή σου, ξεκάθαρή σου δολοφονία. Πρόσεξε όμως, αν δεν το δεις να πεθαίνει δεν πέθανε, κρύφτηκε.

Αν δεν πεθάνουν με την πρώτη μη διστάσεις να τα πυροβολήσεις πολλές φορές. Και σου είπα, ανάμεσα στα μάτια, μη σημαδέψεις καρδιά, δεν έχουν.
Να είσαι αδίστακτη μαζί τους.

Αν θέλεις να σηκωθούν μέσα σου, ο πατέρας σου, η μητέρα σου, κι ο Χριστός απ’ τον τάφο τους... σκότωσέ τους, δεν υπάρχει άλλος τρόπος να τους αναστήσεις και θα σε ευγνωμονούν για αυτό. Όμως μην διστάσεις, αν διστάσεις θα θαφτείς εσύ και θα ζήσει το φάντασμα.

Ο αληθινός Χριστός, είναι αυτός που περνάς εσύ από την συνείδησή σου και φέρνεις στην καρδιά σου. Με την επιλογή σου, με τη γνώση σου, με την αυστηρότητά σου. Η αληθινή μάνα κι ο αληθινός πατέρας σου, είναι αυτοί που θα περάσεις εσύ ως ενήλικας από την συνείδησή σου και θα φέρεις στην καρδιά σου. Όποιος ήδη ζει μέσα σου έχει μια νεκρή θέση, για να πάρει μια ζωντανή θέση, χρειάζεται να σκοτώσεις το φάντασμά του.

Κανείς δεν θα πεθάνει, παρά μόνο το σκοτάδι. Όμως αν δεν περάσεις από τα αισθήματα του δολοφόνου, δεν θα φτάσεις στην αθωότητα.

Να είσαι αδίστακτη, να είσαι σκληρή. Χρειάζεται να είσαι σκληρός για να είσαι αθώος.

Τα Υψηλά








Τελικά όλη η ανθρώπινη διανόηση καταλήγει πάντα στο ζήτημα θεός, εκεί το μεγάλο ρήγμα του ανθρώπου εκεί το χάσμα, εκεί η μεγίστη διαφωνία του, λες και επρόκειτο σε όλα τα άλλα να συμφωνεί. Όμως το ζήτημα του θεού είναι πάντα η εσχάτη διαμάχη του ανθρώπου και πολλές φορές ακατανόητη.
Γιατί ο θεός, εάν υπάρχει, θα πρέπει να είναι μόνο κάτι, πλαισιωμένο από μία μόνο ερμηνεία, και πάνω σε αυτή τη θέση να έγκειται η όποια συμφωνία ή διαφωνία. Ο θεός όμως, έχει την "ιδιοτροπία", να είναι ό,τι είναι, πάντα κατά την ανθρώπινη ερμηνεία, εξού και η πολυπλοκότητα του ζητήματος. Κι όχι μόνο ο θεός είναι κατά την ανθρώπινη ερμηνεία, αλλά κι ο άνθρωπος που προσπαθεί να τον ερμηνεύσει, κατά την ερμηνεία του γίνεται, κατά την ερμηνεία του ολοκληρώνεται και προχωράει στην αυτογνωσία.

Διαφωνούμε ως προς τον θεό μέσα από μια καθιερωμένη ερμηνεία και μια δικιά μας αντίληψη για το πως ο θεός είναι. Έχουμε μια αντίληψη κι ερμηνεία για το θεό μέσα από τα λόγια του Χριστού και τις γραφές, που πάλι το περιεχόμενό τους, ερμηνεύεται από εμάς, ζητάει δηλαδή τη συμμετοχή μας. Και μέσα από τις ίδιες γραφές, πάλι πολλαπλές ερμηνείες προκύπτουν, αλλά κι ο ένας άνθρωπος, όσο εμβαθύνει στο ζήτημα, διαφοροποιεί την ίδια του την ερμηνεία.

Εκτός αυτού, το πρόβλημα γίνεται πιο φιλόπονο, αν σκεφτεί κανείς, τη λειτουργία της συνειδήσεως. Την συνείδηση, θα μπορούσε κάποιος να την κάνει κατανοητή, αν την τοποθετήσει κατακόρυφα μέσα στον άνθρωπο, και της αποδώσει βαθμίδες ανάπτυξης κι εξέλιξης, από το ένα ως το δέκα. Σε αυτή την κλίμακα, θα τοποθετούσαμε το Χριστό, στη θέση έντεκα ή δώδεκα. Ενώ η επικρατέστερη ερμηνεία του ίδιου του Χριστού που ερμηνεύει το θεό, έχει καθιερωθεί από την κλίμακα της συνειδήσεως δύο, ή τρία, ή τέσσερα. Ενώ, για κάθε άνθρωπο, είναι αδύνατον να γίνουν κατανοητά τα λεγόμενα στο επίπεδο συνειδήσεως πέντε, όσο βρίσκεται στο επίπεδο συνειδήσεως τέσσερα. Γι’ αυτό άλλωστε, ένα πρόβλημα που δημιουργήθηκε στην κλίμακα τρία, λύνεται πάντα στην κλίμακα τέσσερα και ούτω καθεξής. Συμβαίνει αυτό, γιατί το πρόβλημα στο επίπεδο τρία, δεν γίνεται αντιληπτό απ’ το επίπεδο τρία αλλά το τρία το ζει, άρα, δεν μπορεί να διαχωριστεί το άτομο απ’ το πρόβλημα ώστε να έχει θέα του και διαφορετική οπτική, συνεπώς δεν έχει τη διαχείριση του προβλήματος κανείς όσο είναι μέσα στο πρόβλημα. Ενώ, αν δεν συνέβαινε έτσι και το πρόβλημα στο επίπεδο τρία δεν ασφυκτιούσε και δεν πονούσε τον άνθρωπο... δεν θα είχε κανέναν λόγο να παλέψει και να προσπαθήσει να βγει και να προχωρήσει. Ακολουθώντας αυτή τη συλλογιστική, με το πρόβλημα ως υποχείριο και κινητήριο δύναμη, προχωράει κάποιος να βγει στ’ ανοιχτά.

Ο μηχανισμός είναι άριστος και ουδείς μπορεί να κάνει σάλτο, παρά είναι αναγκασμένος από τη θέση που έχει στην κλίμακα της συνειδήσεως, να ερμηνεύει όλες τις παραπάνω, άγνωστες σε αυτόν κλίμακες και όσα τις αφορούν. Συνεπώς, δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά όσα αφορούν το επίπεδο οχτώ της συνειδήσεως, αν δεν κατέβουν στο επίπεδο του ανθρώπου που προβληματίζουν, επειδή χρειάζεται, οπωσδήποτε να δοθεί απάντηση, έστω και πρόχειρη. Γιατί η απάντηση όσων αφορούν το επίπεδο οχτώ, θα είναι οπωσδήποτε πρόχειρη και για λίγο διάστημα στο επίπεδο τέσσερα, με την προϋπόθεση κανείς να προχωρά.

Στην περίπτωση του Χριστού, είναι ζήτημα αν μπορεί να γίνει αντιληπτός στην κλίμακα συνειδήσεως δέκα, γι' αυτό εκείνοι που είναι στη θέση δέκα, συνήθως αποφεύγουν να Τον ερμηνεύουν, ενώ όσοι βρίσκονται στην κλίμακα δύο και τρία, έχουν επικρατέστερη άποψη, γιατί αυτούς αφορά περισσότερο, επειδή αυτοί είναι που έχουν δρόμο μπροστά τους ώστε να σωθούν. Όμως επειδή το ζήτημα παραμένει περίπλοκο, ο θεός, ως σοφός, χάρισε στον άνθρωπο και τη μονοκονδυλιά, δηλαδή τον μηδενισμό. Μια οριστική διαγραφή του όλου ζητήματος στον εγκέφαλο κι από δω, κι από κει πάνε οι άλλοι. Και τον ορθολογισμό, μια διάθεση δηλαδή, να κρατηθεί κανείς σε όσα σκέφτεται χωρίς να ολισθήσει. Όμως αν δεν ολισθήσει κάποιος να δει από κοντά, δεν είναι ποτέ αρκετά σίγουρος, κι όσο κανείς δεν είναι σίγουρος, τόσο περισσότερο υποστηρίζει τα λεγόμενά του, γιατί με τη στάση του ορθολογισμού, δεν χάνεται ποτέ η αμφιβολία.

Για να λύσει κάποιος το πρόβλημα του θεού, χρειάζεται να λύσει μέσα του το πρόβλημα του θανάτου, τούτα τα δύο πάνε μέσα στον άνθρωπο χέρι χέρι.


29 Ιουλίου 2018

Ο Σκύλος





Η γειτόνισσα έχει ένα σκύλο
όχι έναν οποιοδήποτε αλλά έναν γέρο σκύλο, με μάτια σοφά
τελευταία, απόκτησε μια παράξενη συνήθεια
να στέκεται μες τη μέση του δρόμου
όχι ενός οποιοδήποτε δρόμου αλλά ενός πολυσύχναστου
σαν κάτι να έπαθε ο σκύλος, σου έδινε την εντύπωση
ότι επαναστάτησε κατά ανθρώπων κι αυτοκινήτων
γιατί έστεκε στη μέση του δρόμου κι ανάγκαζε
τα αυτοκίνητα να σταματήσουν
ήταν λες και δεν άντεχε άλλο κι έβαζε το σώμα του μπροστά
σου έδινε την εντύπωση μιας τελικής αγανάχτησης
σαν να ήταν ολότελα αποφασισμένος
οι οδηγοί τον κορνάριζαν, τότε έκανε στην άκρη...
επέτρεπε να περάσει κάθε φορά ένα αυτοκίνητο
κι επέστρεφε ξανά στην κυριαρχία του δρόμου.
Φυσικά τον πρόσεξα. γιατί μου έδωσε την εντύπωση
μιας γιγάντιας απελπισίας, χωρίς να ξέρω αν απελπίζονται οι σκύλοι, όμως αυτός, έμοιαζε να τα παίζει όλα για όλα.
Κάπου νομίζω διάβασα, πως μερικά ζώα έχουν αυτοκτονήσει
και φοβήθηκα για το ζωντανό, μην είχε στο νου του να κάνει
κάνα απονενοημένο διάβημα. Σκυλίσια ζωή, θα μου πεις,
σαν τί να αξίζει άραγε; Ά, δεν ξέρω, μόνο για την ανθρώπινη ξέρω, πως έχει κι αυτή τα βάσανά της.

Το ζήτημα τελικά κατέληξε σε μια μικρή ενδοσκόπηση
γιατί ο σκύλος αυτός, ο μη οποιοσδήποτε, πάντα με κοιτάζει στα μάτια, κι έχω πάντα την εντύπωση πως σκέφτεται.
Η πρώτη μου αντίδραση προς παρόμοιες περιπτώσεις...
είναι φυσικά να βγάζω την ουρά μου έξω από υποθέσεις
που δεν με αφορούν, μάλιστα κάτι τέτοιο λέει κι η σοφία,
γιατί πολλές φορές βρίσκει κανείς το μπελά του αν πάει να κάνει καλό.
Απ’ την άλλη, με βασάνιζε η ευαισθησία. Σκέφτηκα να το πω στη γειτόνισσα, που στο μεταξύ έμαθαν χιλιάδες κόσμου τα καμώματα του σκύλου, εκτός αυτής, που ποτέ δεν θέλει να ξέρει. Δίσταζα να της μιλήσω γιατί ξέρω την απάντηση που θα εισέπραττα, είναι: εσύ να κοιτάς τη δουλειά σου!
Εμένα πάλι, η δουλειά μου μερικές φορές είναι η καρδιά ενός σκύλου.

Εντύπωση μου έκανε, πως από εκατοντάδες, χιλιάδες ίσως αυτοκίνητα που σταμάτησε ο σκύλος, ούτε ένας οδηγός ενδιαφέρθηκε περαιτέρω, εκτός από ένα τουρίστα. Που παρκάρισε παραπέρα και κατέβηκε και ρώτησε γεμάτος ενδιαφέρον για το σκύλο και την συμπεριφορά του. Τυχαίο? δε νομίζω. Παιδεία θα το έλεγα. Γιατί ο άνθρωπος αυτός, έμοιαζε και ήταν, τόσο φυσικό να ενδιαφερθεί για το σκύλο... όσο φυσικό ήταν σε όλους τους άλλους να αδιαφορήσουν. Το είχε στο αίμα του, είχε μεγαλώσει με αυτόν τον τρόπο. Ήταν για αυτόν απολύτως φυσικό να ενδιαφερθεί, όπως φυσικά κυλάει το αίμα στις φλέβες, δεν το σκέφτηκε να ενδιαφερθεί, ενδιαφέρθηκε. Ενώ εγώ, το σκέφτηκα να ενδιαφερθώ.
Το ίδιο φυσικά για τον σκύλο, ενδιαφέρθηκαν κάποια παιδιά, που του έφεραν λίγη τροφή σε μια γωνιά και λίγο νερό, γιατί και για τα παιδιά είναι φυσικό να αγαπούν, δεν το σκέφτονται, αγαπούν.

Τελικά του σκύλου του πέρασε και μας έβγαλε όλους απ’ τη δύσκολη θέση.
Η βαθιά κι απροκάλυπτη σχέση που δημιουργείται με τα ζώα… σε βρίσκει σχεδόν στην έδρα του θεού μες στην καρδιά. Κι ύστερα, το ζώο, εναποθέτει με τον τρόπο του, αποκλειστικά σε εσένα τη συμπεριφορά σου προς εκείνο, εξού και το ζώο ποτέ δεν έχει ενοχή προς εσένα και μόνο εσύ μπορείς να έχεις ενοχή προς αυτό. Εκείνου προς εσένα η συμπεριφορά του είναι πάντα δεδομένη, πάντα ανοιχτή, πάντα καλόπιστη. Όμως οι άνθρωποι δεν είναι πάντα δεκτικοί, πάντα καλόπιστοι, με πάντα θετική συμπεριφορά.

Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι επιλέγουν το σκύλο τους, ενώ εγώ το μόνο σκύλο που είχα στη ζωή μου με επέλεξε εκείνος, κι αφού πέθανε, απ’ αυτή τη σχέση δεν βγήκα ποτέ. 

Ουσιαστικά, από καμία σχέση που υπήρξε σχέση, είτε με ζώο είτε με άνθρωπο, δεν βγαίνει κανείς ποτέ.

28 Ιουλίου 2018

Ο Προορισμός






Στο βάθος υπάρχει μόνο η αγκαλιά Σου
Εσύ, είσαι ο προορισμός
Βρίσκεσαι πίσω απ’ τις δύο του νου συμπληγάδες πέτρες
Γυαλίζεις ανάμεσα στα σύννεφα σαν Βασιλιάς
Κανείς δεν ξέρει πως Είναι να Είναι κοντά Σου.
Το ύψος είναι απερίγραπτο, η ευαισθησία τρομαχτική
Ανάμεσα στους θρήνους η μικρή φωλιά της αγάπης Σου
Ο δρόμος τραχύς, σπαρμένος αγκάθια
Είσαι Εσύ το Ύστατο
Περνώ λεπτός απ’ το ζημιωμένο μου
Για το αζημίωτό Σου

Κανείς δεν σε έχει δει
Παρά μόνο η φαντασία μου
Είσαι η Μέθη
Ο Έρωτας που με κυνηγά
Των αισθήσεων ένα χρώμα
Το τέλος των αισθημάτων
Η Ατόφια Συγκίνηση
Το ένα Δάκρυ
Αφήνομαι, κι εκεί που έδρευε η πτώση...
Πέφτω τώρα μέσα στη Δόξα Σου

Στο βάθος υπάρχει μόνο η αγκαλιά Σου να με καλεί
Μην απορείς που έρχομαι
Είναι όμορφα κοντά Σου όσο δεν τόλμησα ποτέ να ονειρευτώ
Έχω πάρει προκαταβολή της αγάπης Σου
Εγώ ξέρω που πηγαίνω, δεν βαδίζω στα τυφλά.

Οι εποχές του καλοκαιριού







Τρέχει το καλοκαίρι - φαίνεται κόσμος πολύς παρακαλάει να περάσει
να μπορέσεις να βάλεις τη θέλησή σου μέσα στα πράγματα - αυτό εγώ αποκαλώ μύθο
κι εκτός του ότι είναι δύσκολο να βάλουμε τη θέλησή μας στα πράγματα, είναι και δύσκολο να αφεθούμε να οδηγηθούμε
αιώρηση, ανάμεσα στο ψυχρό και το φλέγον
ανάμεσα στη λογική και την καρδιά
να προσπαθείς πάντα να πιάσεις την ουρά του ανέμου

Τρέχει το καλοκαίρι, σε λίγο θα γίνει κι αυτό περασμένη εποχή
θα γίνει κάποτε
ίσως αρπάξει κι αυτό πικρή ανάμνηση
και μείνουν μέσα του μόνο μερικές γυαλισμένες στιγμές
σαν σημαδούρες να επιστρέφει ξανά η σκέψη
κι όλα αυτά εάν, καθαγιάστηκε ένα χαμόγελο
παρών στη στιγμή
αν πέτρα δεν τρόμαξε πουλί
κι αν μπόρεσες να είσαι εκεί που βρίσκεσαι
καταμεσής μια άφραχτης χαράς
με ήλιο να σεργιανίζει στο μέτωπό σου
και σκιά ανοιχτή σαν φλέβα

Τρέχει το καλοκαίρι, χοροπηδούν μέσα στον άνθρωπο οι άδειες
από τους προϊσταμένους
διαταγές χαράς
σαν να λένε, επιτρέπετε τώρα να νιώσετε
και να σου βγαίνει ξέφρενος απ’ το στήθος και τα πλευρά
ένας ολόκληρος αιχμηρός χρόνος καταπίεσης
καλά κρυμμένος πίσω απ’ τη μνήμη
για να βγεις δέκα μέρες στη θάλασσα
να ζήσεις επιτέλους σαν γλάρος
και να σκεφτείς, πως λένε, ότι οι γλάροι δεν έχουν προνόμια

Τρέχει το καλοκαίρι, φτάνει στην τελική ευθεία του, τον Αύγουστο
οι ελπίδες μετατίθενται
η απογοήτευση βαθαίνει κι άλλο τη γούρνα
κι η σωτηρία πάντα να παρακαλάει για κείνη
την πτώση στο κενό, που την κρατάει κανείς στα δόντια
με τον ίδιο τρόπο που κρατάει όρθιο το μεροκάματο

Κι ύστερα οι άνθρωποι αποφασίζουν πως δεν υπάρχει θεός
ενώ είναι μόνο, που αρνούνται να κοιταχτούν στον καθρέφτη τους

Τρέχει το καλοκαίρι κι εμένα με σιώπησε ο χρόνος
ένας χρόνος που δεν του βρίσκω φθορά να κρατηθώ.


27 Ιουλίου 2018

Ένα πουλί κέρδος

 
 

Πέρασε κι αυτή η μέρα
σχεδόν άσκοπα, σχεδόν στην ώρα της
σχεδόν περιμένοντας
ακουστά έχω μια όμορφη ζωή
ενώ έχω μάθει ένα μυστικό της ζωής
να την φτιάχνεις όπως είναι όσο μπορείς όμορφη·
Γλιστρήσαμε και πέσαμε στα βαθιά
μάθαμε την τέχνη της αναρρίχησης
έχουμε δρόμο ακόμα, μας κρατά πίσω λίγο
αδιευκρίνιστο παρελθόν
τούτη η επιστημονική αράχνη·
Το τέλος του κόσμου η πληρότητα είναι
μια ολοσχερή ικανοποίηση
μια ολότελα ευχαρίστηση
ένα κάτι τις πλήρες κι ατελείωτο·
Την ξέρουμε την μοίρα μας
η τσιγγάνα μαζί μας στάθηκε αδιαφιλονίκητα απλόχερη
άνοιξε τα χαρτιά και μίλησαν
στο τέλος, κείνο που μένει, το λένε ολότελα περιεχόμενο
όλος ο αγώνας μιας ζωής συγκλίνει
προς ένα αβαθές, εναέριο κι ευήλιο
ομιλητικό περιεχόμενο·
Ουσιαστικά το μόνο που απομένει στο τέλος
είναι ένας ατομικός τρόπος να ειπωθούν τα ίδια
ένα, δηλαδή, κρυμμένο μήνυμα
η μεταδοτικότητα μιας κατάληξης
τίποτ' άλλο από μια μαρτυρία του υπήρξα
καθώς φαίνεται, πως το πλήρες άδειασμα
- μέσω του λόγου - είναι της ψυχής το καθαρό ζητούμενο
δηλαδή η απόλυτη έκφραση
κι η συνάντηση με το φως ο θάνατος

Ζωή είναι πρώτα να διώξεις όλα τα περιττά
ώστε να μπορείς να ακούς καθαρά
να πάρεις μέσα σου όλον τον κόσμο, όλη την ανθρωπότητα
και να την επιστρέψεις πίσω απ’ τη δική σου ματιά κι οπτική γωνία·
έχει κι άλλα πράγματα η ζωή, όμως αυτό που καίει είναι η δημιουργία

Έχει κι άλλα πράγματα, πανέμορφα, που καμιά φορά μπορείς να τα διακρίνεις μόνο ως υποψίες, ή νοσταλγίες
αλήθεια είναι πως δεν βοηθά κανείς την ομορφιά, δεν την υποβοηθά, ώστε να αναδειχθεί μέσα στους ανθρώπους και να φανερωθεί έξω τους
παλεύει κι αυτή ανάμεσα σε όλα τα στοιχεία του ανθρώπου
πολλές φορές κλειδωμένη, μόνη κι ορφανή
περιμένοντας να συντρέξουν λόγοι·
Συνήθως πεθαίνει πριν τον άνθρωπο, ένας παπάς της διαβάζει τον επικήδειο
δεν πρόλαβε, λέει, να ζευγαρώσει, να βρει το όμοιό της
λες και μπορείς να την πάρεις από το ένα σεντούκι και να την αδειάσεις στο άλλο, χωρίς πρώτα να το ανοίξεις·

Κατέβηκα βαθιά μέσα στον άνθρωπο, θρήνος και πάλι θρήνος
σπασμένα κομμάτια, υπολείμματα γεύσεων
ναυάγια που επιπλέουν πάνω σε χαμόγελα
συμφορές που δεν μίλησαν στο τηλέφωνο γιατί κόπηκε η επικοινωνία
και στοίβες έρωτες, ανάκατοι, σαν ένα αναμαλλιασμένο παρελθόν, που έτσι και ξεκινήσεις να το χτενίζεις
μαθαίνεις πως μπορείς να βαδίσεις μόνο στη χωρίστρα σου

Ένα πλοίο που δεν φάνηκε, ένας ταχυδρόμος που δεν έφερε γράμμα, μια καμπάνα που χτύπησε πένθιμα, ένας απολογισμός.
Λίγη γυναίκα που κρεμάστηκε στα χείλη της
λίγος άντρας που έπεσε και χάθηκε μέσα στην τσέπη του
ένας έρωτα που φιλήθηκε λοξά, ένας άλλος απολογισμός.
Κι ένας τρίτος που ποτέ δεν λογαριάστηκε
γιατί έτσι θα έκλεινε το τετράδιο
θα έσβηνε η ελπίδα
θα κέρδιζε το μαύρο κατάστιχο
που δεν αντέχει στο φως της λάμπας

Χαμηλά μάτια σήμερα
όλη μέρα κοίταζαν καρφωμένα το χώμα
όμως έχει έναν τρόπο να τα κερδίζει και να τα παίρνει ο ουρανός

Λεπταίνουν τα νήματα 
καρτερούν τα πουλιά
κουραστική μέρα
μα έχω ξεχάσει πια
πως να εγκαταλείπω

Κουραστική μέρα
και δύσκολη νύχτα με περιμένει
θέλει να κάθομαι τώρα απ’ τη μία να συγχωρώ
κι απ’ την άλλη να φορτώνω τα μάτια αγάπη.


η πίστη





Αν κάτι μας έσωσε είναι μια βαθιά ριζωμένη πίστη
που εργάζονταν αθόρυβα πίσω μας
κι ανασήκωνε δυνάμεις διπλές στις ανηφοριές
Αν κάτι μας έσωσε είναι το δικό της απόλυτο
που δεν λογάριασε τις αναστολές και τους δισταγμούς μας
κι ήταν πάντα πίσω να μας βγάζει μπροστά
Αν κάτι μας σώζει πάντα είναι μια πίστη ενεργή
που ενώ την ασκούμε δεν την κατανοούμε
κι ενώ μας αποδίδεται ολοκληρωτικά
εμείς πολλές φορές την αναμασούμε και την μεμψιμοιρούμε
κι ενώ τη διαθέτουμε και την καταθέτουμε
μόνο στη δυσκολία μάς ολοκληρώνει

Αν κάτι εμάς μας έσωσε, είναι εκείνο το εκτός εμάς τέλειο
που πάντα μας συμπεριλαμβάνει
και μας συμμερίζεται από άχρονους τόπους
Αν κάτι μας έσωσε είναι εκείνο το αθέατο
που προσπαθούμε να φτάσουμε
εκείνο που δεν θέλει ν' αφήσει τ' όνειρο μισό

Σε εμάς, ίσως να οφείλεται μόνο κάποια βλάβη του οργανισμού μας
και σίγουρα σ' εμάς οφείλεται το ζοφερό μας εμπόδιο
και ο διακεκομμένος αέρας
μα αν κάτι μας έσωσε είναι μι' αυτόνομη πίστη
που πάντα μας έπαιρνε μαζί της, γιατί απ’ τη δικιά της θέση
σημάδευε το γαλάζιο του ουρανού
ούτη η απρόσωπη πίστη, που μοιάζει πάντα
σαν να κατέβηκε για να μας παίρνει μαζί της
σαν να κατέβηκε για να μας ανεβάζει
κι ύστερα επινοούμε ένα κάτι να της αποδώσουμε·
Όμως αν κάτι μας έσωσε είναι μια πίστη δίχως όνομα
ανεξαιρέτως φιλική προς τον οργανισμό μας
καλπάζουσα μέσα στη δυσκολία μας
μπροστάρα στα πισωγυρίσματά μας
από καταβολής κόσμου θεϊκή - ενός θεού που αλλάζει
και ισχυρή, σε όση πάντα πτώση χρειάζεται η ανεύρεσή της

Αν κάτι πάντα μας έσωζε είναι μια ακατανόητη πίστη
που παραμένει πάντα πίσω απ’ το σύνορο
διαθέσιμη στη χρήση του εαυτού μας δίχως νου. 

26 Ιουλίου 2018

Χωρισμός




Αυτή. Σταμάτησε σε μια βιτρίνα στην Τσιμισκή και χάζευε γυναικεία πέδιλα· για να έχω την ευκαιρία να μείνω λιγάκι κοντά της, σταμάτησα σε μια διπλανή βιτρίνα - που το πρόβλεψα να έχει αντρικά - κι έκανα πως χαζεύω.
Ήταν μια γυναίκα μικροκαμωμένη, μινιατούρα γυναίκα, όμως με ένα πολύ όμορφο ταγέρ και εξαίσιες γάμπες, μικροκαμωμένη αλλά εξαιρετικά αποφασιστική και δραστήρια, όλη ψυχή και τσαγανό. Το κατάλαβα από τον τρόπο που μιλούσε στο τηλέφωνο, δεν μασούσε τα λόγια της κι ήταν όλη νεύρο. Υπήρχε μια φόρα σε αυτήν να φτάσει ψηλά.
Τη θαύμαζα. Είχε ζωή μέσα της, πάντα θαυμάζω τη ζωή όπου τη διακρίνω. Η ζωή, η ενέργειά της, είναι απίστευτο με ποιο τρόπο μεταγγίζεται και μεταδίδεται, η θέα και μόνο ενός παιδιού - πόσο μάλλον η επαφή μαζί του - μπορεί να μου αναπτερώσει τόσο το ηθικό, που αισθάνομαι να αυξάνεται η όρασή μου και να αποχτώ υγεία. Αντίθετα, η επαφή κι η θέα ενός "στεγνού" ανθρώπου, μπορεί να με μαραζώσει μέχρι στο βαθμό να σκεφτώ την αυτοκτονία.

Όμως η γυναίκα αυτή είχε νευριάσει στο τηλέφωνο και της είχε βγει μια στρυφνάδα, άρχισε να μου χαλάει τη διάθεση κι έκανα να φύγω, υπήρξε για λίγο ένας αποσυντονισμός και πάνω στην αμηχανία μας τρακάραμε, έπεσε πάνω μου και της έπεσε το κινητό από τα χέρια.
Ζητήσαμε ταυτόχρονα συγνώμη και για μια μόνο στιγμή κοιταχτήκαμε στα μάτια, με διαπέρασε ένα ηλεκτρικό ρεύμα, την ερωτεύτηκα σε ένα δευτερόλεπτο και μαζί την αναγνώρισα· κάτω από όλες τις μάσκες της είδα μέσα της το αρχέγονο πρώτο θηλυκό. Την κοίταξα τόσο βαθιά ως το στοιχείο της το πρώτο, ως το κύτταρο της και νομίζω αυτό τη συγκλόνισε. Ηρέμησα πρώτος, πάντα είμαι ήρεμος, ιδιαίτερα στους κατακλυσμούς.
«Σας έλεγε ψέματα στο τηλέφωνο», της είπα, «ήθελα να σας το πω αλλά τότε δεν σας γνώριζα, τον πρόδιδε ο δισταγμός του, δεν σας εμπιστεύεται, έχω υπάρξει σε άλλη ζωή κρυφός μαθητής του Ιησού, ήμουνα φαρισαίος τότε κι έχω γνωρίσει κατ ιδίαν τον Ιούδα, μιλούσε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, πάντα είχε ένα τρέμουλο η φωνή του, και πάντα υπήρχε μια δεύτερη φωνή κάτω απ’ τη φωνή του».
Με κοίταξε έκπληκτη, «κι άλλος τρελός», είπε, «ο τρίτος σήμερα, αυτή η πόλη φαίνεται δεν με σηκώνει».
Χαιρόμουν, είχα καταφέρει το σκοπό μου, την έφερα στη μέγιστη απόγνωση, που μπορεί να γνωρίσει άνθρωπος απ’ το είδος του κι ήταν έτοιμη να καταρρεύσει. Της ήρθε μια ζαλάδα κι είχα τη μέγιστη τιμή να την κρατήσω για λίγο στα χέρια μου, την οδήγησα σε ένα παγκάκι κι έτρεξα και της έφερα ένα μπουκαλάκι νερό. Μετά κάθισα δίπλα της πειθαρχημένα, ενώ κατανικούσα μια έντονη επιθυμία μου να της χαϊδέψω τα όμορφα μαλλιά της. Τη φανταζόμουν σύντροφό μου κι ήθελα να κάνω μια πρόβα. Ένα τόσο όμορφο και ντελικάτο κορίτσι σίγουρα υποφέρει στον κόσμο μας, σκεφτόμουν, τούτη είχε γεννηθεί για έρωτα και χάδια κι είχε χαθεί μέσα στην δολοπλοκία της ζωής. Τι γύρευε τούτο το άνθος μέσα στις δικηγορικές σκευωρίες; Θα μαραίνονταν, θα ξεραίνονταν και θα έσβηνε, αν δεν υπήρχε ένας δον Κιχώτης να το ποτίσει, εγώ ήμουν αυτός, ο γεννημένος ήρωας, ο βατραχοπρίγκηπας.

Την ένιωθα δίπλα μου να παίρνει βαθιές ανάσες, το εξαίσιο στήθος της τέντωνε το πουκάμισο με μια διάθεση να σπάσει του πουκαμίσου τα κουμπιά, οι ρόγες της, σαν κουμπιά ραδιοφώνου, θα μπορούσαν να ερεθιστούν και να την κάνουν να ξεχάσει τα πάντα, αρκεί να πάλλονταν στην κατάλληλη συχνότητα.

Ήθελα να τη φιλήσω εκεί, σε ένα ξεχασμένο παγκάκι, μια τόσο γνωστή μου άγνωστη, γνωστή μου στις πάμπολλες ζωές μου, διότι καταλάβαινα με ακρίβεια οργασμού που ακριβώς πονάει, πονούσε στην ευαισθησία της.

Συνήλθε τελικά με ένα αίσθημα συμπάθειας. «Θα μπορούσες να με σώσεις απ’ τον εαυτό μου», της είπα τότε αυθόρμητα.
«Σταμάτα!» Μου φώναξε, αλλά σε έναν τόνο που κατάλαβα μη σταματάς.
«Σε χρειάζομαι», της είπα, «δεν ξέρω γιατί».
«Σταμάτα», είπε, πιο αδύναμα αυτή τη φορά.
«Θέλω να είμαι μαζί σου», της είπα, «αργότερα θα μάθω το λόγο».
«Κράτα με λίγο», είπε, «λίγο μόνο».
Την κράτησε λίγο αγκαλιά, μύριζα το εξαίσιο άρωμά της.
«Φτάνει τόσο, αρκεί», είπε κι έδειξε από κάτι να συνέρχεται.
Μετά έφυγε κλαίγοντας. Παρακαλούσα το θεό να γυρίσει να κοιτάξει πίσω.
Δεν γύρισε.

Το βίωσα ως χωρισμό.

Η Δίψα

Δεν ξέρω καλή μου, δεν ξέρω, αλλάζω βαθιά Περπατώ πλέον πάνω σε τριγμούς σταφυλιών Νέοι κόσμοι μου αποκαλύπτονται διαρ...