Γλυκιά Νύχτα






Αυτή η διάθεση που έχω απόψε είναι παράξενη, ακαθόριστη, αινιγματική, ανεξερεύνητη, δεν ξέρω τί θέλει να μου πει. Χρησιμοποιώ τη γραφή για να την αναγνωρίσω, να τη φέρω πάνω, ψηλά. Είναι μια διάθεση κάπως κουρασμένη, καταβεβλημένη, μια διάθεση στις τόσες, μάλλον δεν θα έπρεπε να αποτυπωθεί. Είναι μια διάθεση που θα περάσει, μια άλλη, πιο χαρούμενη και φωτεινή διάθεση θα ‘ρθει, κι εκείνη όμως θα περάσει, σαν να ξεφυλλίζω ένα λάχανο να φτάσω στην καρδιά του.
Αυτή την ώρα δεν θέλω τίποτα παρά μόνο να νυχτώσει, η νύχτα τούτη πλησιάζει γλυκά να με σώσει απ’ τον εαυτό μου, στην αγκαλιά της σαν παιδί θα κρυφτώ.
Πανέμορφη νύχτα καλοκαιρινή, γλυκιά προστατευτική, θέλω να πέσει μόνο ένα σμήνος τριζόνια έξω απ’ το παράθυρο. Είναι μια στιγμή απόλυτης ευαισθησίας, άνθρωπο δεν σηκώνει, φέρνουν πάντα μαζί τους μεγάλο φορτίο οι άνθρωποι, όμως αυτή η στιγμή είναι η πιο αδύναμη, τρέμει σαν φύλλο, για να αντέξει άνθρωπο θα έπρεπε να κελαηδά, για αυτό η στιγμή μου αυτή μόνο ένα πουλί μπορεί να σηκώσει.
Μόνο το φεγγάρι περπατά με τόσο λεπτά κι αθόρυβα βήματα που δεν θα πλήγωνε την καρδιά μου μια τέτοια στιγμή, το μόνο που θα μπροσούρα τώρα να αντέξω είναι το χάδι μιας ήρεμης γάτας, ή το φιλί ενός σκύλου, αν με πλησίαζε ένας άνθρωπος θα έπρεπε να το κάνει είτε σαν σκιά είτε σαν άρωμα, αν με προσέγγιζε τώρα άνθρωπος θα έπρεπε να με προσεγγίσει με βλέμμα αθώο.
Μια απότομη συμπεριφορά θα με τάραζε τόσο βαθιά, που θα σήκωνε κύμα και θα έκανε ώρα η θάλασσα να ησυχάσει. Είναι μια στιγμή αδυναμίας που θέλω να την απολαύσω, σπάνια είμαι τόσο αδύναμος.
  
 Μια τέτοια αδερφή στιγμή πρόσεχα για ώρα ένα κουτσό μυρμήγκι, ένα μυρμήγκι με σπασμένο πόδι στο πάτωμα της αυλής, ήμασταν στον κόσμο μόνο εγώ κι εκείνο και με έπιασαν ακατάσχετες τύψεις μήπως το πάτησα κατά λάθος με το πόδι μου. Μετά με έπιασε ένα ακατάσχετο κλάμα, δεν μπορούσα να το σταματήσω, δύο μέτρα ώριμος άντρας, σκληρός σαν γρανίτης, έπιασα επ αυτοφώρω τον εαυτό μου, σ’ αυτή τη ζωή και τούτη την ανθρωπότητα, να κλαίει για ένα κουτσό μυρμήγκι. Μια απορία με κυρίεψε για το πως ζω, για το πως έφτασα μέχρι εδώ, σκεφτόμουν αν ήταν φυσιολογικό κάτι τέτοιο. Μετά, είπα, αν δεν έκλαιγα εγώ για το μυρμήγκι ποιος θα το έκανε; προφανώς κανείς, έχουν πεθάνει εκατομμύρια άνθρωποι άκλαυτοι σ’ αυτή τη γη. Μερικούς, ίσως, να τους σκότωσα κατά λάθος εγώ.

Δεν είναι ακριβώς ευαισθησία, υπάρχει λίγο ατσάλι στο βάθος μου και τη ματιά μου, υπάρχει μέσα μου μεγάλη αχρησιμοποίητη συμπόνια που προσπαθεί να αναγνωρίσει τον αληθινό πόνο των ανθρώπων, όμως οι άνθρωποι έχουν σκεπάσει τον πόνο τους και την λύπη την περιφρονούν.

Εγώ, εκεί που κατεβαίνω, το άρωμα κοσμεί το χώρο. Το δάκρυ εκεί είναι αργυρό και χρυσό, ακριβό. Όλα ζουν μέσα σε μια ασημένια απόχρωση, ο μόλυβδος εκεί εξαφανίζεται, το θειάφι δεν έχει καμία αξία. Εκεί που φτάνω εγώ ένας σκονισμένος αρχάγγελος σηκώνεται μέσα από αρχαίες σκόνες. Εκεί που φτάνω εγώ οι μνήμες κοιτάζουν χιλιετηρίδες πίσω απ’ το σώμα. Εκεί που κατεβαίνω ο άνθρωπος εξαϋλώνεται, με λιγοστά εφόδια και μεγάλες αντοχές τέμνω προς συγκινήσεις πρωτόγνωρες.

Ξέρω, από προαίσθημα και κατανόηση, πως αργά περνώ σε έναν δεύτερο κόσμο, σε μια δεύτερη πραγματικότητα, ίσως τη μόνη πραγματικότητα.
Ετούτη η πραγματικότητα η σωματική, η υλική, για μένα αργά ξεθωριάζει, χάνει την υπόστασή της, απ’ την άλλη, τονίζεται, αληθεύει και πραγματώνεται η πνευματική πραγματικότητα, και αληθεύει και πραγματώνεται με έναν τρόπο τόσο αδιάψευστο κι αληθινό… που η πνευματική πραγματικότητα σωματοποιείται.   
 Κι είμαι τώρα στη μετάβαση, και ξέρω πως εκείνο που υπάρχει μέσα εκείνο υπάρχει έξω. Η πραγματικότητα της ύλης η σωματική, δεν μπορεί να με κρατήσει πια δέσμιο, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά απλώς μετατίθεται η πίστη μου. Γιατί και η σωματική υλική πραγματικότητα χάρη της πίστης μας υπάρχει. Όμως εμένα με κερδίζει διαρκώς η μουσική, το έργο τούτο των σωμάτων και της ύλης το είδα, το έζησα, ετούτη την ψευδαίσθηση την έζησα, τη βίωσα, τη χάρηκα. Όμως δεν είναι μόνο αυτό, σίγουρα δεν είναι μόνο αυτό, και το άλλο, είναι πολλαπλάσια ανώτερο αυτού. Και το άλλο, αυτής της ζωής δώρο είναι.

Ο κόσμος του Χριστού, με τα μάτια του σώματος, δεν μπορεί να γίνει ούτε αντιληπτός ούτε κατανοητός, είναι ακατανόητος, για τα μάτια του σώματος παραμένει ασύλληπτος. Με τα μάτια της ψυχής όμως; Κάτι μέσα μου λέει, πως με τα μάτια της ψυχής, ο κόσμος του Χριστού, είναι το ίδιο ακριβώς αληθινός, όσο είναι η υλική πραγματικότητα για τα μάτια του σώματος. Βάζω στοίχημα, πως όχι μόνο υπάρχουν οι άγγελοι, αλλά μπορείς και να τους πιάσεις στα χέρια σου.


Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Η Μαθητεία

Οι Μπλε Άνθρωποι