νυχτερινή ιστορία

 
 
 
 
Η Κ. απόψε θα έδινε την τελική μάχη της, θα ξεκαθάριζε την μπουγάδα. Αυτή, φημίζονταν για την εξυπνάδα της, όμως κοντά του, τελευταία, ένιωθε πάντα χαζή, χαζή, χαζή, αλλιώς γιατί το επαναλάμβανε διαρκώς στον εαυτό της, αν όχι να το πιστέψει;
Δεν μπορούσε να καταλάβει τί συνέβαινε κι άλλαζε μόλις τον συναντούσε, είχε κάνει ατελείωτες πρόβες για όσα είχε να του πει, τα παράπονα της από εκείνον και τις πίκρες της. Όταν όμως τον συναντούσε, ήταν σαν να συναντούσε έναν ετοιμοθάνατο, που δεν είχε καμία σημασία το πως ένιωθε για αυτόν, ήταν ετοιμοθάνατος, θα έπρεπε να κρύψει τα αισθήματά της και να χαρεί τις τελευταίες στιγμές μαζί του, να μη του χαλάσει χατήρι να μην τον δυσαρεστήσει. Ετοιμοθάνατος ένα χρόνο τώρα.
Σκέφτονταν, πως μάλλον γνώριζε τις αδυναμίες της, τα κουμπιά της και πάντα πατούσε το κατάλληλο. Όλα μέσα της άλλαζαν μόλις τον συναντούσε, μέχρι να βρεθεί ξανά στη μοναξιά της.
Στην όψη ήταν άγγελος, στην συμπεριφορά κομψός, όμως αυτός ο άνδρας είχε σίγουρα μαύρη ψυχή,  είχε έναν τρόπο καλλιτεχνικό να τη βασανίζει. Τον είχε ερωτευτεί αργά, ο έρωτας στάλαξε στο αίμα της σαν δηλητήριο, είχε κι άλλες γυναίκες και το γνώριζε, όχι πως μιλούσαν για αυτές, αλλά το ένστικτό της δεν τη γελούσε.

Όταν πήγε στο ραντεβού, αυτή τη φορά, τον φίλησε στο μάγουλο και κάθισε απέναντί του απαθείς, προσπάθησε να μην νιώθει τίποτα και μόνο τον εξέταζε με μια πρωτόγνωρη περιέργειά, σαν να τον έβλεπε πρώτη φορά. Άλλωστε, κάθε φορά είχε το αίσθημα πως τον έβλεπε για πρώτη φορά, ουσιαστικά, διαπίστωνε, πως δεν τον γνώριζε. Ήταν ένα χρόνο  μαζί με έναν άγνωστο στις πιο προσωπικές της στιγμές, και ήξερε σχεδόν τα πάντα για αυτήν.

Τώρα, διαπίστωνε - και το παραδέχονταν στον εαυτό της - πως είχε απλώς νικηθεί. Κι απλούστερα, αντιστέκονταν στην ήττα της. Είχε λοιπόν νικηθεί το μυαλό της απ΄το μυαλό του. Αυτός ήταν ο έρωτας; Να γίνει το σκυλί ενός ιδιοφυούς ανθρώπου; Τον κοίταζε ακατάσχετα με ένα διφορούμενο αίσθημα. Όμως καθώς τον κοίταζε, κάποια στιγμή ένιωσε να τον λυπάται, κι ύστερα ένιωσε οίκτο για αυτόν, εκείνος το κατάλαβε και για πρώτη φορά κατάφερε με τον τρόπο αυτόν να τον αγγίξει.

Άξαφνα, από κολοσσός, μίκρυνε πολύ στα μάτια της, κόντεψε να χαθεί. Είχε καταλήξει σε συμπεράσματα για αυτόν μετά από καιρό σκέψης και τώρα τον κοίταζε με τα αληθινά του αισθήματα που τα είχε πάρει μέσα της. Ένιωσε, ένα τούλι και μια συννεφιά να φεύγει απ΄τα μάτια της. Ένα μικρό αισχρό ανθρωπάκι λοιπόν ο τύραννος της, που μόλις έπαψε να το φοβάται και να το υπολογίζει άνοιξε κι έγινε γαλάζιος ξανά ο ουρανός.

Εκείνος κατάλαβε πως του τράβηξε τη μάσκα και πως χάνει το παιγνίδι, εκείνη κυριαρχούσε πια στην καρδιά της και είχε πάρει πίσω όλη της δύναμή της. Άξαφνα εκείνος, χωρίς τίποτα να ειπωθεί, έπεσε στα πόδια της και την προσκυνούσε. Αυτό την εξόργισε ακόμα περισσότερο γιατί την επαλήθευσε ακόμα περισσότερο, και μια κλώστη της εύχονταν να είχε άδικο στα συμπεράσματά της. Όμως νά, ήταν πια όλα φανερά κι είχαν βγει απ΄τις κρύπτες τους. Ο άντρας που είχε ως θεό υψώσει δεν ήταν τίποτα άλλο από μια νυφίτσα.

Τον κοίταξε για μια τελευταία φορά συλλογισμένη, προσπαθώντας να δει την πορεία της ζωής του, κι είδε ένα σύντομο όραμα σκοτεινό. Αυτός ο άντρας έχει μόνο παρελθόν και λίγο, λιγάκι μόνο μέλλον, σκέφτηκε.

Η σερβιτόρα ήρθε να πάρει παραγγελία, "δεν είμαι εδώ", της είπε. Εκείνη την κοίταξε παράξενα. Μετά έφυγε, ήσυχα, φρόνιμα, καθαρά, χωρίς ταραχή, ενοχή και τύψη. Με ελαφριά καρδιά και μέχρι τη γωνιά τον είχε ξεχάσει.

Εκείνος δεν είπε τίποτα. Το φίδι μέσα του ζάρωσε και κρύφτηκε απ΄το απότομο φως, δεν επιχείρησε να δαγκώσει. Θα δάγκωνε την άλλη, θα έπαιρνε την εκδίκησή του οπωσδήποτε, η καρδιά του διψούσε απόψε για λίγο αίμα.

Η Κ. πήγε σπίτι της, η μοναξιά άρχισε να της φέρεται σκληρά, όμως θα την άντεχε. 
 

 

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Ο Αρραβώνας της σιωπής

Η Μαθητεία