31 Αυγούστου 2018

Ανηφορικές Κατηφοριές





Αγαπητή Δέσποινα


Εδώ τα πράγματα γίνονται άκρως επικίνδυνα, βυθίζομαι κάθε μέρα και περισσότερο στην καρδιά του φωτός. Το μονοπάτι στενεύει διαρκώς κι όποτε χαθεί η ισορροπία ατενίζω αληθινούς γκρεμνούς διόλου ολάνθιστους, τρομαχτικές αβύσσους κι ακροποταμιές ξηρασίας.
Από δω και πέρα βαδίζω με επιλογές άκρως συνειδητές και με πλήρη επίγνωση, το περιθώριο λάθους εξαντλείται. Υπάρχει μια ισχυρή ακτινοβολία καθαρής ενέργειας στο κέντρο της καρδιάς, μια λάμψη τόσο ισχυρή που αν φτάσει στον εγκέφαλο και τον πλημμυρίσει δεν θα αφήσει καμία μνήμη. Σκέφτομαι αν θέλω να κρατήσω κάποια μνήμη. Όχι, δεν θέλω, και ψέματα λέω πως το σκέφτομαι.

Αγαπητή μου, λίγες σκέψεις, αλλά ιδιαίτερα έξυπνες και πονηρές, προσπαθούν να μετριάσουν τον ήλιο, θα έπαιρνα όρκο πως είναι ο ίδιος ο διάβολος που προσπαθεί να κρατήσει το πόστο του μέσα μου. Έδωσε μεγάλη μάχη γι’ αυτό το πόστο, διόλου δεν τον υποτιμώ. Ακόμα και ο διάβολος όμως σε εμένα είναι αξιοπρεπέστατος, αληθινός κύριος.

Αγαπητή μου, όπως προείπα οι επιλογές γίνονται πια απολύτως συνειδητές, πατάει κανείς μόνο εκεί που βρίσκει σιγουριά και σταθερότητα, σε ένα απολύτως φωτεινό άδειο, που δεν έχει πια, ούτε συνδέσμους ελπίδας ούτε συνδέσμους φόβου με τους ανθρώπους. Εάν υπάρχει ελπίδα ακόμα, ετούτη εναποτέθηκε καθολικά στην ανθρωπότητα κι όχι σε πρόσωπα. Φόβος δεν υπάρχει πια, τον έχει αντικαταστήσει ένα ενστικτώδες αίσθημα προφύλαξης, αλλά μόνο στον άμεσο κίνδυνο.

Δεν μου είναι δύσκολο να αποφασίσω ποιος είμαι, η γέννησή μου καθαρά μου μιλά. Εγώ γεννήθηκα από την αγάπη και για την αγάπη, μα δεν μου είπε κανείς ποτέ να αγαπώ, υπάρχει τόσο αξόδευτη αγάπη μέσα μου, που αν ανοίξω αυτή τη φλέβα, θα με πνίξει. Αφήνω λοιπόν τα πολιτικά στους πολιτικούς και τα οικονομικά στους οικονομολόγους, τα αφήνω όλα στους αρμόδιους και τη ζωή μου στην αγάπη. Εγώ σε ένα μόνο μπορώ να είμαι καλός, στην σοφία της αγάπης, στην αλήθεια της αγάπης και σε όσα αυτή πρεσβεύει. Δεν το κάνω εγώ πια, το βρίσκω και το δέχομαι.

Αγαπητή μου, η αγάπη είναι καθολική, είναι μια ισχυρή λαμπερή ενέργεια που μέσα της σβήνουν και διαλύονται όλα τα αισθήματά μου. Η αγάπη χωνεύει όλα μου τα αισθήματα. Το ίδιο το έλεος χωνεύει όλα μου τα αισθήματα. Κάποτε σκέφτηκα τη χάρη του θεού με έναν δικό μου τρόπο, δεν τη σκέφτηκα σαν χάρη με την έννοια του χαριτωμένου, αλλά με την έννοια της χάρης από μια καταδίκη. Και νομίζω πως η χάρη του θεού αυτή την έννοια έχει: παίρνουμε χάρη από τον θεό με τον τρόπο που ένας καταδικασμένος παίρνει χάρη από τους δικαστές του. Χωρίς ο δικαστής μας βέβαια να είναι ο θεός αλλά οι ίδιες μας οι σκέψεις, οι τύψεις και οι ενοχές μας. Παίρνουμε χάρη από τον θεό με την έννοια αποφυλακίσεως. Παίρνουμε χάρη με τον τρόπο που παίρνουμε ένα συγχωροχάρτι.   

Συγνώμη που χάνομαι μέσα στην αγάπη αλλά αυτό εσένα δεν σε βλάπτει, ίσως σε λίγο καιρό αγαπώ τους εχθρούς μου. Το ξέρω πως πεθαίνω καθώς χάνομαι μέσα στην αγάπη, πεθαίνει το εγώ μου και το αισθάνομαι να πεθαίνει. Ξέρω πως αυτός είναι ο μόνος θάνατος που υπάρχει, εγώ τον πεθαίνω εν ζωή, το έχω επιλέξει να πεθάνω εν ζωή. Δεν με πειράζει. Γεννήθηκα μόνο για αυτήν την καθολική εμπειρία του φωτός. Αλήθεια μόνο γι’ αυτήν, για τίποτα άλλο, γι’ αυτό και με βλέπεις πρόθυμο. Ακόμα και ο διάβολός μου το έχει καταλάβει και δεν με ενοχλεί πολύ πια.
Ο θάνατος δεν με πειράζει, βασικά η ίδια η απόφαση για ζωή σημαίνει απόφαση θανάτου.

Αυτά από μένα. Δεν είναι βέβαια «κανονικά» ανθρώπινα προβλήματα αλλά αυτά έχω.
Ύστερα, εσύ καλά με ξέρεις, πως δεν είμαι ακριβώς, αυτό που θα λέγαμε «κανονικός άνθρωπος». Έχω αρχίσει να το πιστεύω και εγώ αυτό, όμως μου αρέσει. 

Φίλα το γράμμα ακριβώς ΕΔΩ. Το έχω φιλήσει και εγώ. 

ο καιρός των ειδώλων





Το καλοκαίρι σιγά σιγά αθόρυβα μας αποχαιρετά, πηγαίνει σε άλλους τόπους που τώρα γυρίζουν το πρόσωπο στον ήλιο, σαν ένα κύμα πάνω στη γη το καλοκαίρι μετακινείται και εμείς θα περάσουμε στα πλάγια του ήλιου· ήδη μερικά φύλλα στα δέντρα έχουν αρχίσει να πεθαίνουν, το πράσινό τους το ζωντανό ξεθωριάζει, σε λίγο καιρό θα ενδυθούν το κίτρινο του θανάτου και τα δέντρα χωρίς τα φύλλα τους θα μείνουν γυμνά. Θα μπορείς να διακρίνεις σε ένα δέντρο τον σκελετό του με τα κλαδιά για κόκαλα.

Όμως εμείς οι άνθρωποι έχουμε ζωή όλες τις εποχές και το ξέρουμε. Σε εμάς τους ανθρώπους στη γη δόθηκε η πιο σκληρή και όμορφη παράξενη μοίρα, δόθηκε το δώρο του πνεύματος, το δώρο της σκέψης, το δώρο της επίγνωσης. Λίγο πολύ ένα δώρο κατάρα, ένας θεός είπε: Τι νόημα έχει η όλη η δημιουργία μου αν δεν υπάρχει ένα πλάσμα να την παρατηρεί και να την καταλαβαίνει; Τι νόημα έχει όλη η ομορφιά της πλάσης αν δεν υπάρχουν μάτια να τη βλέπουν; Κι ύστερα, ο δημιουργός ένιωσε μοναξιά και γύρεψε παρέα. Θα φτιάξω πλάσματα ανάλογά μου, είπε, πλάσματα πνευματικά, που δεν θα ξέρουν αν το πνεύμα τους προέρχεται από το σώμα τους ή αν το σώμα τους προέρχεται από το πνεύμα τους και θα τα δώσω ελεύθερη βούληση να αποφασίζουν. Κουρασμένος ο πνευματικός δημιουργός χωρίς παρέα γέννησε παιδιά κι έδωσε σε ένα είδος ζώων νόηση να την χρησιμοποιήσουν όπως θέλουν.

Να έκανε λάθος δεν γίνεται. Κουρασμένος ο δημιουργός από τη βαρβαρότητα, τη χυδαιότητα και τον αλληλοσπαραγμό της φύσης... έφτιαξε ένα πλάσμα πνευματικό και ευγενικό, που μπορεί ακόμα και το ένστικτό του να καλλιεργεί και να επιλέγει, να αποφασίζει και να έχει πολλούς τρόπους στην διάθεσή του να ζήσει. Να μπορεί να πάρει στα χέρια του ένα όπλο να σκοτώσει ένα πουλί, όμως να μπορεί και να σκεφτεί, να αφήσει κάτω το όπλο και να πάρει στα χέρια του ένα λουλούδι να χαρίσει.

Ο δημιουργός, θέλησε με τον τρόπο αυτό να αποβάλει από τη φύση την σκληροκαρδία της και είπε θα φτιάξω ένα πλάσμα ικανό να εκτιμήσει τη ζωή και να την τραγουδήσει. Και άρχισε ο άνθρωπος να συλλογίζεται πάνω στην ίδια του τη δημιουργία και να αναγνωρίζει, να καταλαβαίνει, πως η δημιουργία της ζωής, η πρώτη της ύλη, η διαιώνισή της και η πηγή από την οποία η ζωή αναβλύζει… είναι η αγάπη.

Όμως ο άνθρωπος δεν το αναγνώρισε εύκολα, συνέχισε νοήμων ζώο τη ζωή του ζώου και ο δημιουργός αναγκάσθηκε να κάνει ξεκάθαρες τις προθέσεις Του για τη ζωή και έστειλε στη γη τον Υιό Του να φανερώσει τη σκέψη του Πατέρα. Όταν οι άνθρωποι άκουσαν πως ο θεός είχε γι' αυτούς καλή θέληση, μεγάλη αγάπη και πως η καρδιά του ήταν γεμάτη δώρα για εκείνους…
μαθημένοι στα βάσανά τους και συνηθισμένοι στην σκληροκαρδία του ζώου και την βαρβαρότητα… σκότωσαν στην πρώτη ευκαιρία τον θεό και ξόρκισαν έτσι τη χαρά και την ευτυχία τους. Με μια κάθετη και δυσνόητη επιλογή αποφάσισαν τη δυστυχία τους, λέγοντας έτσι στον θεό: Ποιος Εσένα σου είπε να μας βγάλεις από τη μοίρα του ζώου;

Ο θεός σάστισε με τους ανθρώπους, έτριβε τα μάτια Του για καιρό, έτσι που γέμισε η γης δάκρυα και ηφαίστεια. Μα σας έδειξα αυτοπροσώπως έναν υψηλό δρόμο, γεμάτο μουσική, χαρά και μελωδία, και εσείς θέλετε γονατισμένοι και ασθενικοί να βαδίζετε ακόμα στα τέσσερα; Είπεν ο θεός και μπερδεύτηκε με τους ανθρώπους. Και μετά είπε: θα περάσουν χίλια χρόνια, κι από τα χίλια άλλα χίλια θα περάσουν, και από τα χίλια των χιλίων χίλια χρόνια θα περνούν μέχρι να θυμηθείτε το λόγο της ύπαρξής σας.

Οι άνθρωποι, κοίταξαν κατά πάνω και χλεύασαν. Μας έδωσες ελεύθερη βούληση, είπαν, δεν σε χρειαζόμαστε άλλο, και με μια γομολάστιχα έσβησαν τον θεό από τον μαυροπίνακα της δημιουργίας. Τον διέγραψαν και στη θέση του έβαλαν μια κουλούρα, ένα μηδέν. Έτσι οι άνθρωποι, έδωσαν στην ύπαρξή τους μόνοι τους, την βαθμολογία μηδέν. Κι ενώ ο θεός τους μίλησε για την υπέρτατη αξία της ζωής… οι ίδιοι οι άνθρωποι της έδωσαν την αξία μηδέν, το νόημα μηδέν. Τι αξίζει η ζωή μας; Είπαν, αξίζει μηδέν!

Μα και μηδέν που αξίζει πάλι δεν μπορούμε να πεθάνουμε, δεν είναι στο χέρι μας, μα και μηδέν που αξίζει και χωρίς εσένα θεέ, πάλι δεν μπορούμε να σταματήσουμε να πεθαίνουμε.

Ο θεός μετά σιώπησε για καιρό, δεν με πειράζει να με ακυρώνουν είπε, ένας στους τόσους κάποτε θα με επικαλείται σε ένα αεροπλάνο που πέφτει.

Ο θεός σιώπησε για καιρό, οι άνθρωποι στράφηκαν πάλι στα είδωλα, μια νέα μέρα ειδωλολατρίας νύχτωσε τον κόσμο. Ο άνθρωπος θέωσε το εγώ του κι άρχισε ξανά να προσκυνάει την ύλη. Καθαρά το βλέπεις στο σήμερα, πως ο καιρός των ειδώλων ποτέ δεν πέρασε.




30 Αυγούστου 2018

Μετά το νου









Υπάρχει ένα ρητό που λέει: όταν ο μαθητής είναι έτοιμος ο δάσκαλος εμφανίζεται. Ξέρεις, ισχύει πάντα με όλα, πρώτα ετοιμάζεσαι για το οτιδήποτε και το οτιδήποτε εμφανίζεται, είτε αρνητικό είναι είτε θετικό. Μάλιστα, όταν είναι αρνητικό, είναι το συναίσθημα αρνητικό κι η λύση θετική, όταν είναι θετικό, είναι το συναίσθημα θετικό κι η λύση θετικότερη.
Εσένα, μέσα στην πάλη σου, μέσα στην αγωνία σου, σού ξέφυγε μια κουβέντα, έτσι σαν αστείο, σαν να ζήτησες στ’ αστεία βοήθεια. Κι αφού έτσι στ’ αστεία ζήτησες βοήθεια πήρες μία έτσι στ’ αστεία βοήθεια.
Και μετά του λέει: πρέπει να ξεκινήσεις από τα βασικά, από το νηπιαγωγείο. Εκείνος ενίσταται, έχω μεταπτυχιακό εγώ! Λέει.
Δεν κάνει, καλό είναι ίσως για να βγάζεις λεφτά αλλά για να βγεις εσύ μέσα από τις κρυψώνες σου και μέσα από όσες σπηλιές κατέφευγες...θέλει να το πάρεις από την αρχή, αλλιώς δεν ξημερώνεις.
Εκείνος, έχει ένα δίκιο πολλά χρόνια τώρα, ένα πεισματικό δίκιο, αν το χάσει τώρα θα συντριβεί.
Εκείνος που προηγείται, που πέρασε από τη θέση του το ξέρει. Τον αφήνει στο δίκιο του, όμως τα πράγματα τον επόμενο καιρό θα χειροτερέψουν. Το βάσανο θα αυξηθεί για να φέρει τη επίγνωση του βασάνου, η επίγνωση του βασάνου θα αναζητήσει του βασάνου τη λύση. Όμως να γίνει πρώτα αρκετά ηχηρό, αρκετά ανυπόφορο, αρκετά κραυγαλέο. Ύστερα, θα γίνει μια ομολογία.

Γιατί δεν αρχίζεις με την μετάνοια;  Άχά, ίσως έτσι χρειαστεί να ακυρώσεις όλη τη ζωή σου ε; την ως τώρα τουλάχιστον. Μα είπαμε, εσύ έχεις δίκιο, έπραξες σωστά, έκανες εκείνο, το άλλο στη ζωή σου. Κι όμως, υπήρξε όλη λάθος. Απλώς υπήρξε όλη λάθος! Εντελώς λάθος! Απολύτως λάθος! Ακούς: Πενήντα χρόνια λάθος!

Ωιμέ. Τραγικό. Να γιατί στριφογυρίζει αλλά δεν μετανοεί. Βέβαια, αν δεν μετανοήσει, θα χάσει και τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του, θα κυλήσουν κι εκείνα λάθος. Δεν μπορείς να πας με έναν νου - που δεν είναι καν νους αλλά μια δειλή σκέψη είναι - από την εφηβεία ως τη μέση ηλικία. Απλώς δεν πηγαίνεις, είσαι ακόμα στην εφηβεία με παλιότερο σώμα.

Να μετανοήσει. Τραγικό. Πενήντα χρόνια δίκιο πως το χαλάς, ενισχυμένο δίκιο, γαιδουροδεμένο. Μοναδικό δίκιο. Τώρα να κλωτσάς πενήντα χρόνων δίκαιο τον έχεις κομματιάσει τον καθρέφτη. Είπαμε όμως, όσο επιμένεις στο δίκιο σου, ο βασανισμός, η τυραννία θα αυξάνονται.

Πενήντα χρόνια λάθος; Δεν είσαι μοναδική περίπτωση, μη χαλιέσαι. Άλλοι ζουν λάθος πενήντα ζωές μέχρι να πετύχουν μια ζωή απελευθέρωσης. Βλέπεις; δεν είσαι μοναδική περίπτωση. Μα πως να το δεχθείς; αν μετανοήσεις το συνέτριψες το εγώ σου, το τσάκισες! Όμως μπορείς στα γόνατα ως το θάνατο να το σύρεις, μπορείς το δίκιο σου ως το θάνατο να το φτάσεις και να πεθάνεις δικαιωμένος. Μάλλον αδικαίωτος, γιατί ο δικαιωμένος δεν γυρεύει κανένα δίκιο στη ζωή.

Υπάρχει ένα ρητό που λέει: όταν ο μαθητής είναι έτοιμος ο δάσκαλος εμφανίζεται. Όμως μπορεί και να μην εμφανιστεί ποτέ ο δάσκαλος, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δάσκαλοι δεν υπάρχουν, απλώς δεν ετοιμάστηκε ποτέ ο μαθητής.

Το βάσανο θα αυξηθεί μέχρι να σε ξεπεράσει. Η αισθαντικότητά σου θα αυξηθεί πρώτα ως βάσανο και πόνος,  ως το σημείο εκείνο που δεν μπορείς άλλο να το κρατάς. Μετά θα σου ξεφύγει, θα κάνει ένα κλικ υπέρβασης, θα γίνει λόγος η ομολογία, θα προχωρήσεις σε ένα μικρό νέο κενό του μυαλού σου. Τότε, κάτι θα διαβάσεις, κάτι κάποιος θα σου πει, ο δάσκαλος θα εμφανιστεί με κάτι εντελώς δικό σου στο στόμα του και θα ταχτοποιήσεις σε νέο χώρο του μυαλού σου συναίσθημα και σκέψη. Και θα καταλάβεις.

Και θα προχωράς έτσι. Θα σου γίνει ο νέος σου τρόπος ζωής. Κάθε φορά θα βλέπεις είκοσι μέτρα μπροστά σου, είκοσι φωτισμένα μέτρα δρόμου. Αυτά θα βαδίζεις και μόλις φτάνεις στον τοίχο τους… ο θεός θα ξεδιπλώνει άλλα είκοσι μέτρα μπροστά σου για να μάθεις να εμπιστεύεσαι. 

Έτσι θα φτάσεις στο φως. Το φως το κάνει σε όλους, πάντα με τον ίδιο τρόπο. Ποτέ δεν αστόχησε. Εμπιστοσύνη στο φως, Εκείνο βλέπει.

29 Αυγούστου 2018

Παιδί της καρδιάς











Μπορώ να γίνω και παιδί του μυαλού μου
Όμως προτιμώ να είμαι παιδί της καρδιάς μου
Μπορώ, και τη γνώση να βάλω μπροστά
Όμως προτιμώ μπροστά την πίστη
Θα μπορούσα και χωρίς θεό
Αν ο θεός μπορούσε χωρίς εμένα
Αν με θέλει ή αν τον θέλω δεν το γνωρίζω
Αν με χρειάζεται ή αν τον χρειάζομαι δεν το ξέρω
Ξέρω μόνο, πως εκεί που συναντιόμαστε
Είμαστε και οι δύο καλά
Και πως αν χαθούμε κανείς μας δεν είναι καλά
Κι εγώ τον αναζητώ κι Εκείνος με αναζητάει
Εγώ κι ο θεός έναν πόνο έχουμε
Εγώ κι ο θεός τα ίδια μάτια έχουμε
Αν στερήσω τα μάτια μου από τον θεό
Θα στερήσει ο θεός τα μάτια του από την όρασή μου·
Ειλικρινά, δεν με πονάει τόσο το να μην ξέρω
Αλλά το να μην βλέπω είναι καθαρή τραγωδία
Ψέμα, αλήθεια, για μένα καμία δεν έχουν σημασία
Είμαι ένας απλός συνηθισμένος κυνηγός της ευτυχίας,
Ένας νοσταλγός της, στην αγάπη είμαι καλά, εκεί μένω
Όπου αισθάνομαι όμορφα εκεί είμαι
Ψέμα ή αλήθεια έρχονται πάντα δεύτερα
Το γαλάζιο αληθεύει το μαύρο ψεύδεται·
Βασικά, πιστεύω, τη ζωή τη νιώθουμε
Όσο για να την ξέρουμε...Ε, αυτά είναι υπερβολές

Θα μπορούσα και παιδί του μυαλού να γίνω
Όμως δεν θα ήμουν εγώ
Αυτό που μπορώ να φτάσω να γίνω
Είναι εκείνο που γεννήθηκα να είμαι

Δεν είναι τόσο που επιστρέφω στο σπίτι
Αλλά περισσότερο είναι που το σπίτι επιστρέφει σε μένα
Μπορώ να επιστρέψω μόνο στον τόπο μου
Για το σκοπό αυτό χρειάζομαι ακρίβεια καρδιάς

Εκεί που είναι καλά, ζεστά, όμορφα και γλυκά
Έχει φροντίδα, προστασία και αγάπη…
Εκεί ανεπιφύλακτα πέφτω

Δεν θα μπορούσες να πεις πως δεν ξέρω καλό σημάδι
Αγκαλιά σημαδεύω πάντα!

Ίσως τελικά, τη μόνη αλήθεια που αναγνωρίζω…
Είναι η αλήθεια της αγκαλιάς!

Της καρδιάς μου της κόβει!






Το τραγούδι της ψυχής







Στο δικό μου σπίτι καίει πάντα ένα φως - δεν σβήνει ποτέ
Άσχημα μαντάτα φτάνουν από όλες τις γωνιές του κόσμου - το φως δεν σβήνει ποτέ
Θηρία το περικυκλώνουν και με την ανάσα τους προσπαθούν να το χαμηλώσουν - το φως τότε δυναμώνει
Άνεμοι προσπαθούν να γκρεμίσουν μια δάδα που δεν είναι πουθενά στεριωμένη
Αδύνατον να το καταφέρουν, η δάδα αναμμένη ανάμεσα στους ανέμους κυκλοφορεί και τους περιγελά
Τόνοι χώματα σκεπάζουν την ελπίδα - η ελπίδα πάλι φυτρώνει
Στάχτες ηφαιστείων κρύβουν για λίγο τον ήλιο
Ο ήλιος ξανά βγαίνει
Μανάβηδες έρχονται και φορτώνουν στα κάρα τους άνοιξη
Η άνοιξη δεν τελειώνει
Μυριάδες κόσμου προσπαθούν με τα κουταλάκια τους να αδειάσουν τη θάλασσα - μάταια,
σε μια βροχή ξανά πλημμυρίζει
Ποτάμια αδειάζουν μέσα στη θάλασσα το βούρκο τους – μάταια, η θάλασσα πάλι λάμπει
Μια σπονδή στον Απόλλωνα μόνο κι ανάβουν όλες οι κατακόμβες της θλίψης γαλάζιες φωτιές
Ένα μυρμήγκι κουβαλά στην πλάτη του τον ήλιο
Αξιοθαύμαστο δεν λυγίζει – ένα μυρμήγκι χωρίς γόνατα
Στο πέρασμά του γονατίζουν τα κυπαρίσσια - ο θάνατος υποκλίνεται

Ένα μικρό φως, ένα καντηλάκι με γυμνά χέρια πνίγει θεόρατα φίδια
Ένα κερί φωτίζει τη σκοτεινή μέρα
Η ανάδυση μιας οικουμένης από ένα σπιρτόκουτο
Ή ανάδυση ενός μέλλοντος από μια δαχτυλήθρα χρόνου
Ένας ατσάλινος σπίνος κελαηδά σε μια νοητή χαραυγή
Με μια πνοή που φέρνει τον ορίζοντα μέσα

Ένα μικρό φως δεν σβήνει ποτέ - λιγάκι μονάχα χαμηλώνει
Ίσα να φέρει το σύνορο κοντά να το κάψει
Η ελπίδα βαδίζει σε τεντωμένο σχοινί - σε μια ισορροπία χωρίς χέρια,
Δεν μπορώ να σταματήσω την ψυχή μου να τραγουδά
Πόλεμος, ναι, αλλά δεν μπορώ να σταματήσω την ψυχή μου να τραγουδά
Δυσκολίες, ναι, αλλά δεν μπορώ να σταματήσω την ψυχή μου να τραγουδά.


28 Αυγούστου 2018

Το Υπάρχω του Υπάρχοντος



Σε είπαν θεό, φυσικό νόμο, ανώτερη διάνοια, φως - έχεις και άλλα ονόματα
Είσαι ψηλά και χαμηλά, είσαι δεξιά και αριστερά, είσαι παντού μέσα και έξω
Είσαι η Σοφία και η ακατανόητη Δικαιοσύνη
Είσαι ενέργεια της τελευταίας στιγμής
Είσαι στο τέλος και την αρχή κάθε πράξης
Είσαι η Ακινησία της Κίνησης

Μία είναι η πρόθεσή Σου
Η πιο αυστηρή, η πιο οικουμενική
Θέλεις να τους φέρεις όλους κοντά Σου
Θέλεις να γίνουν φως, να φτάσουν σε Εσένα το φως
Δια ετούτο επονομασθείς Σκληρός

Όμως Εσύ δεν είσαι άνθρωπος - είσαι Φως
Και τα ανθρώπινα θεϊκά τα βλέπεις
Θεϊκά τα συλλογίζεσαι και θεϊκά τα λογαριάζεις
Εργάζεσαι μυστικά ο άνθρωπος - το εγώ του να περάσει
Ο φόβος του, η αγωνία του, η ανησυχία του, ο πόνος του,
Να περάσουν. Τόσο καλό κακό, άλλο τόσο κακό καλό

Σε ονομάζουν θεό κι είσαι στην υπηρεσία μιας πεταλούδας
Δρας, εργάζεσαι μεθοδικά, αποτελεσματικά και παντοτινά
Με θεϊκή ακρίβεια στους τόπους του ύστατου των ανθρώπων
Είσαι του ύστατου και κατοικία σου είναι η ανθρώπινη πνοή
Βρίσκεσαι στο τέλος και την αρχή της αναπνοής
Είσαι ανάσα και της ανάσας το περιεχόμενο
Έδρα σου είναι το χρώμα των ανθρωπίνων αισθημάτων 

Σε ονομάζουν θεό και Υπάρχεις
Ως καθαρή συνείδηση, ως ακηλίδωτο πνεύμα
Μα ως σκέψη κανείς ποτέ δεν σε είδε
Κανείς ποτέ δεν σε άκουσε έξω από ανθρώπου στόμα να μιλάς
Και όμως, όλοι ξέρουν πως είσαι σχέδιο
Πως έχεις σχέδιο, τέλειο, μονάκριβο, ιδανικό
Το μόνο σχέδιο για τον άνθρωπο, που η επέμβασή του το χαλά
Είσαι το σχέδιο της Εξέλιξης  

Γιατί το δικό Σου σχέδιο τον άνθρωπο αφορά - αλλά είναι δικό Σου σχέδιο
Και το δικό Σου σχέδιο είναι με τρόπο μυστικό και άγνωστο από τους ανθρώπους...
Να τους φέρεις όλους κοντά Σου
Και είναι το σχέδιό Σου σε αέναη λειτουργία πάντα
Εις τους αιώνες των αιώνων
Γιατί Εσύ είσαι σκοπός και στόχος και τέλος
Των βασάνων, των λυγμών, των συμφορών
Επειδή Εσύ η Ειρήνη είσαι

Είσαι το Φως και σημαδεύεις μέσα στην ψυχή των ανθρώπων το φως
Το φως της ψυχής των ανθρώπων Φως δικό Σου είναι
Σχέδιό σου είναι το φως τους να φτάσει σε Εσένα το Φως
Αφού περάσουν όλα, μέσα από όλα, και ξανά και ξανά και ησυχάσουν όλα
Και ακούσουν όλα, και κοιτάξουν όλα, αφού ανοίξουν τα μάτια και τα αυτιά
Στην μουσική που Εσύ κατέχεις για ομιλία

Σε είπαν θεό, μα έχεις και άλλα ονόματα
Ένα από αυτά είναι ο Μόνος Τρόπος

Γιατί μόνο Εσύ μπορείς να πάρεις στα χέρια Σου ένα γουρούνι
Και να το στύψεις να βγάλεις από αυτό μια Πεταλούδα
Με τρόπο να αλέθεις σάρκα και να βγάζεις πνεύμα
Δεν ζητάς απλώς πολλά από τον άνθρωπο - τα ζητάς όλα
Είσαι Καλός και Φιλεύσπλαχνος
Όμως επειδή πονάς παρεξηγημένος  

Υπάρχεις ως νομοτέλεια
Από το βάθος της εξέλιξης 
Μυστικά κινούμενος μέσα στις ανθρώπινες φλέβες 
Αρωματίζεις το άδικο αίμα

Και μα την αλήθεια της ψυχής μας
Μόνο Εσύ υπάρχεις!








27 Αυγούστου 2018

Ζήτημα Αγάπης







Ήταν μια στιγμή απόλυτης μοναξιάς,
ένιωθα σαν ένα ποτήρι νερό που κάποιος το άδειασε στο σύμπαν - φυσικά ήταν η ώρα που βγαίνουν οι νεκροί.
Πρώτη φάνηκε η Παναγιά, μετά ο Χριστός, ύστερα μια αγία.
Να με αγαπάτε, τους είπα, εγώ εσάς μόνο έχω, εσείς είστε η οικογένειά μου, παιδί δικό σας είμαι εγώ, να με αγαπάτε! με ακούτε! φώναξα.
Τότε τα πνεύματα είπαν: Κωνσταντίνε, δεν μπορείς να εκβιάσεις την αγάπη.
Δεν μπορώ να εκβιάσω την αγάπη; αναρωτήθηκα.
Όχι, είπαν τα πνεύματα, δεν μπορείς να εκβιάσεις την αγάπη.
Τότε να τη ζητήσω πνεύματα, θα είναι σωστό να ζητώ την αγάπη, έτσι δεν είναι;
Όχι Κωνσταντίνε, είπαν τα πνεύματα, δεν είναι σωστό να ζητάς την αγάπη.
Τότε... τότε πνεύματά μου, να παρακαλέσω γι’ αυτήν, θα είναι σίγουρα σωστό να παρακαλώ για την αγάπη, έτσι δεν είναι;
Όχι Κωνσταντίνε, είπαν τα πνεύματα, δεν είναι σωστό να παρακαλάς για την αγάπη.
Τότε, τότε καλά μου πνεύματα, δεν μου αφήσατε άλλη επιλογή παρά να εκλιπαρήσω γι’ αυτήν, θα είναι σίγουρα σωστό να εκλιπαρώ για την αγάπη.
Όχι Κωνσταντίνε, είπαν τα πνεύματα, δεν είναι σωστό να εκλιπαρείς για την αγάπη.
Το βρήκα! Φώναξα τότε γεμάτος ελπίδα, θα χρειάζεται σίγουρα να προσκυνήσω για την αγάπη, τι βλάκας υπήρξα να μην το σκεφτώ εξ αρχής.
Όχι Κωνσταντίνε, είπαν τα πνεύματα, δεν είναι σωστό να προσκυνάς για την αγάπη.
Τότε τί; είπα, τι!

Είναι απλό Κωνσταντίνε, είπαν τότε τα πνεύματα, στην αγάπη εσύ είσαι αυτός που αγαπάει.

26 Αυγούστου 2018

Μοίρα βαθιά






Είχε ένα μυστικό καλά κρυμμένο, άνοιγε σε μια μόνο φράση, η φράση αυτή άγγιζε το μυαλό της, η σκέψη της άγγιζε την καρδιά της, από κει άνοιγε.
Αν άνοιγε σε έπαιρνε μέσα της, σε έκλεινε μέσα της, σε κρατούσε μέσα της, σε φυλάκιζε μέσα της, γινόσουν εικόνα μέσα της, σε προσκυνούσε μέσα της, σε ανέβαζε ψηλά μέσα της, σε είχε θεό μέσα της, δεν ήταν καθόλου ειδωλολάτρισσα.

Χμ. Κάποτε είχε θεοποιήσει έναν ζητιάνο. Με τρόμαζε το βάθος της, η φύση της είχε κάτι αυστηρά προσωπικό, είχε κάτι τόσο αυστηρά προσωπικά σαν μια καθολική ένσταση στην ανθρωπότητα, είχε κρατήσει κάτι τόσο μοναδικό σαν μια περιφρόνηση στο ανθρώπινο είδος, σαν να είχε αντισταθεί σε μια αλλοίωση κι αλλοτρίωση της ψυχής της.  Ο έρωτάς της ένας τέλειος προσωπικός και κλειστός κύκλος που αφορούσε μόνο την ίδια, καμία απολύτως αντικειμενικότητα σε αυτό, όχι σαν να γνώριζε τον έρωτα, αλλά σαν να ήταν ο έρωτας. Φυσικά καμία αντικειμενικότητα, καθαρό προσωπικό το στοιχείο, βαθύ, ένστικτο, έλξη, παντοδυναμία, με λίγα λόγια τυφλότητα.

Αγαπούσε με πείσμα, κόντρα και ενάντια, σαν να γύρευε να φτιάξει το λάθος σωστό. Σαν να πήγαινε διαρκώς κόντρα στη μάνα της, και στην ανθρωπότητα, και στη λογική της, σαν να γύρευε να περάσει σε κάθε έννοια δικαιοσύνης το δικό της προσωπικό δίκιο.
Με δικές της αρχές και δικιά της ηθική, με δικό της νόμο. Όλη της η αγάπη μια επανάσταση, ένα ενάντια!

Το ήξερα, α, ναι, το ήξερα, γύρευε η αγάπη της να ξεθάψει νεκρούς. Τι εύρος, τι πίστη, τι δύναμη της αγάπης. Γύρευε να τη βρει, να βρει την ίδια την δύναμη της αγάπης της, που δεν θα την έβρισκε ποτέ αν δεν ανάσταινε έναν τουλάχιστον νεκρό. Με καρδιά μάγισσα επέλεξε ανάμεσα στους άνδρες τον πιο νεκρό, πιστεύοντας στη μαγεία του σώματός της.

Ανάποδα όλα, μόνο όμως κατά τον κοινό νου, κατά την καρδιά μπορεί σωστά. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πόσο τη μαστίγωνε η ίδια της η ευσπλαχνία, πόσο ερωτευμένη είχε υπάρξει με το Χριστό. Η ψυχή της είχε επιλέξει την οδό του μαρτυρίου. Ποιος να το φανταστεί, πως μέσα στο κολασμένο της σώμα είχε βρει καταφύγιο μια αγία.

Ανάποδα όλα, όμως τη μάστιζε το φως, τί απόγνωση, τί απελπισία, τί παιγνίδι με το θάνατο, ο έρωτας ένα πρόσχημα, μια δικαιολογία, το ζητούμενο πάντα ο πόνος της. Είπα επέλεξε, ποτέ δεν επέλεξε, η ψυχή της επέλεξε, εκείνη ακολούθησε με ζητούμενο κάποτε να καταλάβει.

Γιατί εκείνον ανάμεσα σε τόσους; Γιατί εκείνος θα την πονούσε αληθινά, γιατί εκείνος αληθινά θα την ταπείνωνε, γιατί εκείνος θα της ξήλωνε κάθε περηφάνια, γιατί εκείνος θα την κατέβαζε χαμηλά, πιο χαμηλά, στη ρίζα του κακού της. Γιατί εκείνος θα έσπαζε τα δεσμά της και θα την ελευθέρωνε. Με μοίρα το φως καμία απολύτως επιλογή δεν είχε, η ζωή της τα έφερε έτσι ώστε να μάθει και να γνωρίσει· έζησε καιρό κοντά στη φωτιά.

Ο αλήτης έπαιξε επάξια το ρόλο του, τη γύμνωσε ως το κόκαλο, όταν τελείωσε μαζί της άφησε πίσω του μια χούφτα στάχτη.

Από αυτή τη χούφτα στάχτη γεννήθηκε ένας κρίνος. Παραμύθια να λες.

Γυναίκα. Τι άλλο να πω; Δύο άνθρωποι διαφορετικής τάξης, διαφορετικού επιπέδου, συναντήθηκαν και συγκρούστηκαν άσχημα. Ο μικρότερος νίκησε, ο μεγαλύτερος κέρδισε, ο χαμηλότερος μέσα στη σχέση υψώθηκε, ο υψηλότερος χαμήλωσε κι άγγιξε ήλιο.
Εκείνος που είχε προορισμό προς τα πάνω ταπεινώθηκε, εκείνος που είχε προορισμό προς τα κάτω υπερηφανεύτηκε. Εκείνος που πέθανε εκείνος αναστήθηκε, ο Ναζωραίος για άλλη μια φορά επαληθεύτηκε.

  Αγαπούσε από μικρή τον Χριστό, ήταν εμποτισμένη με το δράμα Του. Ομοίωσε για να βρεθεί μαζί Του. Μοίρα βαθιά ο Ναζωραίος για ορισμένους ανθρώπους.       Μάλλον για όλους. Κι όσο γυρεύεις να την αποφύγεις τόσο πιο μοίρα σου γίνεται. 

Τι αγάπη θεέ μου, τι αγάπη! Τι καταραμένη αγάπη!

η ζωή & εμείς





- Τι περιμένει; η ζωή περνά.
- Ας περνά, λέει εκείνος, η ζωή είναι για να περνά, η ζωή είναι για να περνά από μέσα μας, γι’ αυτό ανοίξτε η ζωή να περνά από μέσα σας.
Ας περνά να φύγει αυτή η ζωή να έρθει μια άλλη.
Πιο φρέσκια, πιο υγιεινή, πιο χαρούμενη, η ζωή διαστρωματώσεις είναι.
- Τι κάνει εκεί;
- Προσεύχεται.
- Σε τί προσεύχεται;
- Σε κάτι που βλέπει.
- Δυστυχισμένοι είναι όσοι προσεύχονται σε κάτι που βλέπουν και ευτυχισμένοι είναι όσοι ξέρουν.
- Αυτός όμως ξέρει να βλέπει.

- Να που επιδιορθώνει τώρα μια βάρκα, θα ταξιδέψει;
- Δεν διορθώνει μια βάρκα, το πέλαγος διορθώνει.
- Πως διορθώνει το πέλαγος;
- Το περιμένει. Αυτός δεν κατεβαίνει στη θάλασσα, η η θάλασσα ανεβαίνει σε αυτόν.

- Παράξενα είναι όλ' αυτά, γιατί δεν κάνει όπως εμείς;
- Κάνει όπως εκείνος.
- Που το ξέρει αυτό που κάνει;
- Το κάνει και μετά το ξέρει.

- Είναι ψαράς. Βάζει δόλωμα χαρά και την πετάει στη θάλασσα, έτσι πιάνει αισθήματα ανθρώπων.
- Είναι γεωργός, σπέρνει χρόνο και περιμένει να θερίσει μέλλον.
- Έχει άλογο και του μπολιάζει φτερά.
- Είναι ψαράς, έχει δελφίνι.
- Δεν είναι δελφίνι, το βλέμμα του είναι που σχίζει τα νερά.
- Η ζωή όμως περνά.
- Ας περνά, λέει αυτός, αρκεί να περνά από μέσα μας.
- Τον σμιλεύει, τον φτιάχνει άγαλμα, η ζωή περπατάει αθόρυβα πάνω στις ρυτίδες του.
- Μην ανησυχείς, έχει μάτια αυτός για τη ζωή και η ζωή έχει μάτια για εκείνον.
- Δεν κάνει καλά, κάποιος να του μιλήσει για τη ζωή.
- Του μιλά η ίδια η ζωή.

- Θα μετανιώσει μια μέρα σκληρά.
- Δεν έχει αυτός πώς και τί για να μετανιώσει, έχει μόνο ένα γιατί.
- Ο καιρός περνά. Πως βγάζει άκρη μαζί του;
- Η άκρη του ανθρώπου είναι η σιωπή του, δεν έχει άλλη άκρη ο άνθρωπος.
- Θα έπρεπε να...
- Σσσ, μη μιλάς, δεν έχει θα έπρεπε, δεν έχει ούτε πρέπει. Είτε κάνει αυτός είτε δεν κάνει. Μα είτε πει είτε δεν πει γίνεται.
- Τι γίνεται;
- Ό,τι είναι να γίνει. Γίνεται μόνο του μέσα σε αυτόν και τον κάνει.
- Θέλεις να πεις δεν ανησυχεί;
- Δεν ανησυχεί πια, τώρα είναι παραδομένος, αφέθηκε.

- Παραδομένος σε τί, σε ποιον παραδομένος;
- Αυτός ξέρει.
- Είσαι σίγουρος πως ξέρει; Μήπως να του μιλήσουμε;
- Κανείς δεν είναι σίγουρος πως ξέρει, όμως αυτό δεν τον εμποδίζει να είναι σίγουρος.
- Θα πιστεύει φαίνεται.
- Ίσως ναι ίσως όχι. Είναι όμως ήσυχος κι αυτό αρκεί.
- Ήσυχος για ποιο πράγμα;
- Δεν υπάρχει ήσυχος για ποιο πράγμα, αν είναι ήσυχος είναι για όλα, αν είναι είναι για τη ζωή, κι αν δεν είναι πάλι για τη ζωή δεν είναι.
- Βρήκε το θεό.
- Μεγάλες κουβέντες λες. Μετά, δεν μπορεί κανείς να βρει το θεό, αν είναι ο θεός τον  βρίσκει.

- Πέρασε, λες, μέσα απ' όλα αυτά; Ξέρεις ποια είναι τα όλ' αυτά.
- Πέρασε μέσα από όλ' αυτά; είναι μέσα σε όλ' αυτά; κανείς ποτέ δεν ξέρει. Το μόνο βέβαιο είναι πως όλ' αυτά πολλούς σκότωσαν.
- Κάτι χρειάζεται τελικά να μας σκοτώσει.
- Αφού είναι έτσι ας το κάνει ο θάνατος. Τα όλ' αυτά είναι μόνο ο λόγος που πεθαίνουμε. Δεν είναι εξαιτίας του θανάτου που πεθαίνουμε.
- Αυτός βρήκε.
- Μάλλον έχασε.
- Αν έχασε θα είναι νικητής.
- Έχασε, διαρκώς χάνει, χάνει και χάνει, τώρα μόνο η ζωή του απόμεινε.
- Μα καλά, δεν φοβάται;
- Τι να φοβηθεί; αν πεθάνει θα πεθάνει η ζωή μέσα του, εκείνος γιατί να φοβάται;
- Παράξενα όλ' αυτά.

- Τώρα κοιμάται, έκλεισε τα μάτια.
- Δεν κοιμάται, ταξιδεύει, έκλεισε τα μάτια για να βλέπει.
- Πρέπει να τον ξυπνήσουμε, έχει βυθιστεί στον κόσμο του, είναι ένας λάθος άνθρωπος.
- Είναι σίγουρα ένας λάθος άνθρωπος αλλά είναι καλά με το λάθος του, και δεν ξέρω αν εμείς είμαστε το ίδιο καλά με το σωστό μας.
- Μα σημασία έχει η αλήθεια! Πρέπει να του μιλήσουμε, να του φανερώσουμε τη σκληρή αλήθεια!

- Μην γίνεσαι κακός. Μην ξύνεις διαρκώς πληγές και να θέλεις να τους φέρεις όλους στα νερά σου. Κάτι βλέπει, βρήκε μια γλύκα, μια πεμπτουσία, μια έκσταση, ας τον αφήσουμε εκεί, ας τον ξεχάσουμε εκεί, μπορεί να έφτασε κιόλας στην ουτοπία.

- Μα ζει στο ψέμα, είναι καθήκον μας να τον επαναφέρουμε στη ζωή.
- Μην γίνεσαι σαν εκείνους τους γιατρούς που σώνει και καλά, θεωρούν καθήκον τους να επαναφέρουν ανθρώπους στη ζωή. Καμιά φορά, μπορεί να πεθάνουν στον άνθρωπο, μόνο η αγωνία του, ο πόνος, ο φόβος κι η δυστυχία του. Κι είναι έγκλημα να κατεβάζεις έναν άνθρωπο, με το πρόσχημα, τη δικαιολογία πως ξέφυγε, πως ξεγλίστρησε πια.

Μα δεν πονάει η καρδιά σου όταν βλέπεις ένα βρέφος πόσο ήρεμα, πόσο μακάρια και γαλήνια κοιμάται; Ποιος σου είπε εσένα πως το βρέφος αυτό δεν βρίσκεται ήδη στην αλήθεια; Γιατί αυτή η διάθεση να το πιάσεις να το τραντάξεις; 

- Κι όμως η ζωή περνά.
- Ας περνά, λέει εκείνος, αρκεί να περνά από μέσα μας κι όλα βαίνουν καλώς.  Ανοίξτε να περνά η ζωή από μέσα σας, κι αφού η ζωή ζήσει μέσα από εσάς μια μέρα η ζωή μέσα σας θα φύγει. Όμως τότε, όλα θα έχουν γίνει τέλεια. Και στο τέλεια, τίποτα δεν περισσεύει τίποτα δεν υπολείπεται να το θρηνήσεις.

- Φοβάμαι.
- Δεν φοβάσαι εσύ, φοβάται η ζωή μέσα σου. Έτσι πάντα να το βλέπεις και θα πετύχεις αξιοθαύμαστα πράγματα. Μην παίρνεις ποτέ τον εαυτό σου προσωπικά.

Η Δίψα

Δεν ξέρω καλή μου, δεν ξέρω, αλλάζω βαθιά Περπατώ πλέον πάνω σε τριγμούς σταφυλιών Νέοι κόσμοι μου αποκαλύπτονται διαρ...