τελευταίες στιγμές





Είναι ένας νέος άντρας και ξέρει πως θα πεθάνει. Είναι ευαίσθητος, τρυφερός, ρομαντικός, κι έχει όλη τη γνώση του κόσμου και τον μυστικισμό της καρδιάς. Είναι όμορφος, παράξενος κι αγαπάει, συγκινεί πάντα τις γυναίκες μα καμία δεν τον είχε ποτέ δικό της, ούτε κι η Μητέρα του.

Γεννήθηκε, υπήρξε και είναι Παράξενος, Ζει σε έναν ολόδικό του κόσμο μέσα σε μια σκληρή και βάναυση εποχή. Βασανίστηκε με τον εαυτό του για να τον καταλάβει και να το δεχθεί· πέρασε καιρό μόνος.

Τώρα ξέρει πως θα πεθάνει κι είναι κλονισμένος, ο θάνατος πάντα υπήρξε για αυτόν κάτι σαν μαγνήτης, όχι φόβος μα κάτι σαν ηδονή, ένας παράξενος έρωτας.
Όμως τώρα, είναι πολύ κοντά του, πολύ επικίνδυνα κοντά του, πολύ αληθινά κοντά του. Αισθάνεται την ανάγκη να προβάλει μια αντίσταση σε αυτό, όμως η ανάγκη αυτή είναι αντίθετη σε όσα αντιπροσωπεύει. 
Αγάπησε κι αγαπάει τη ζωή όπως κανείς άλλος, τη δίδαξε, αν δεν την αγαπούσε δεν θα τη δίδασκε. Και την αγαπάει βαθιά, απ’ την μουσική της, απ’ το άρωμά της, απ’ την σιγαλιά της. Κι ύστερα, είναι ανάρμοστο κι αφύσικο να πεθάνει. Είναι νέος, υγιής και γεμάτος ακόμα ζωή κι ομορφιά. Δεν πρόλαβε να γεράσει, να λησμονήσει, να κουραστεί, να ασθενήσει το σώμα του και να επιθυμήσει με έναν τρόπο τον θάνατο.
Όμως είναι ένας ιδεολόγος, ένας καθαρόαιμος επαναστάτης, όσα έκανε, όσα είπε τα τρία προηγούμενα χρόνια, ξεσήκωσαν θύελλες που τώρα ζητούν το αίμα του.

Τον φέρνουν αλυσοδεμένο μπροστά σε ένα κακότροπο παπαδαριό.
Είσαι ο Μεσσίας; Τον ρωτούν, Ο Υιός του Θεού; Ναι, Εγώ, τους απαντά, Είμαι.
Τους κυριεύει μέσα απ’ τα σωθικά τους μια λύσσα και τον πάνε σε έναν παράξενο στολισμένο τύπο. Είσαι βασιλιάς; Τον ρωτάει, Είμαι, του απαντάει. Ο τύπος δεν καταλαβαίνει τίποτα, ο νέος άνδρας αυτός, είναι μεγαλόπρεπος, ήρεμος, επιβλητικός και μόνο με την παρουσία του, προσπαθεί να τον ανιχνεύσει με την καρδιά του και συνεχίζει να μην καταλαβαίνει τίποτα, στο τέλος αισθάνεται φόβο και προσπαθεί να κρίνει την κατάσταση. Διακρίνει αμέσως στο πρόσωπό του μια τεράστια απειλή. Υπάρχει ένας μεγάλος κίνδυνος μέσα στην καρδιά του παπαδαριού που είναι διάχυτη στον αέρα.

Διατάζει να μαστιγώσουν τον άντρα και οι φρουροί τον παίρνουν έξω.
Το μαστίγιο, χτυπάει με όλη τη βαναυσότητα της εποχής την πλάτη του και ξεκολλάει κομμάτια σάρκας. Ο πόνος είναι τρομαχτικός, αισθάνεται το μαστίγιο στην πλάτη του να τον χτυπάει με την αντίστροφη δύναμη του λόγου του, αυτή τη φορά σαν καθαρή τιμωρία. Τίποτα άλλο από την ζήτηση μια υποταγής που την αρνήθηκε και τώρα του υποβάλλεται, με τον τρόπο που ξέρει η υποταγή να επιβάλλεται.

Οι στρατιώτες τον περιπαίζουν, τον φτύνουν και τον χλευάζουν. Όση αξία έδωσε στον εαυτό του κι όσο κύρος έδωσε στον λόγο του… θέλουν τώρα να τα γδάρουν απ’ την ύπαρξή του κι έτσι με μιας να τον ακυρώσουν. Όσο ανυψώθηκε τώρα θέλουν με μιας να το κατεβάσουν. Θέλουν να ξεσκίσουν τη σάρκα και να του πάρουν από μέσα του το στοιχείο που τον ξεχώρισε ανάμεσα στους μαραζωμένους και δύσμοιρους ανθρώπους. Θέλουν να του ξεριζώσουν απ’ την καρδιά τη βασιλεία της. Τον υποτιμούν όσο μπορούν για να τον καταστήσουν φτηνό, έτσι να φτηνύνουν και τα λόγια του. Έτσι να πουν, μα καλά, αυτόν τον φουκαρά ακούγαμε τόσον καιρό;

Και για λίγο το πετυχαίνουν, το άστρο του δύει, η εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του κλονίζεται, ο κόσμος σκοτεινιάζει ξανά, άκυρη η ελπίδα που έφερε, απλώς, ακούσατε λάθος, ξεγελαστήκατε, δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά.

Τον φέρνουν πάλι μέσα. Ο τύπος τον ρωτάει, εκείνος δεν απαντά. Τι να πει; Τι νόημα έχει να απαντήσει; Έχει στηθεί ένα θέατρο με ορισμένο σκοπό. Να τελειώνουν όλα μια ώρα αρχύτερα είναι πια το ζητούμενο.

Τον ρίχνουν σε ένα κελί. Εκείνος, έχει μάθει να βλέπει κάτι έξω απ’ το χώρο και το χρόνο. Καρφώνει το βλέμμα του ξανά εκεί, μόνος μέσα στο κελί με κομματιασμένη την πλάτη. Μια λέξη υπάρχει μόνο στο μυαλό του, δύναμη, ζητάει δύναμη.

Έρχονται και του φορτώνουν στην πλάτη το σταυρό. Ξεκινάει να βαδίζει στην ανηφόρα. Γύρω του διαισθάνεται ανάμικτα αισθήματα. Κακία φυλακισμένη μέσα σε σφιγμένα πρόσωπα, μοχθηρία και φθόνο, εκδίκηση και κρυφή χαρά για το πάθημά του. Αλλά και συγκίνηση, συμπόνια, αληθινό πόνο από άλλους και κυρίως από γυναίκες. Όλες οι γυναίκες υπήρξαν ερωτευμένες μαζί του. Όμως όλα αυτά μέσα σε μια σιωπή σκηνικού, που περνάει απ’ τον νου του με έναν τρόπο σχεδόν αδιάφορο, κάτι σαν αποχαιρετισμός.

Τον σταυρώνουν. Τα καρφιά στα χέρια δεν πόνεσαν πολύ, στα πόδια περισσότερο. Πάνω στο σταυρό νιώθει κομματισμένος, έχει ακόμα αντίσταση στον πόνο, όμως αργότερα τη χάνει κι είναι πια στη θέση του με απόλυτη συνείδηση. Ρίχνει μια ματιά γύρω του και βλέπει τον κόσμο. Το μαρτύριο τον εξασθένησε πολύ, έχει χάσει την συγκέντρωση και την προσοχή του, αισθάνεται να τον έχει εγκαταλείψει Εκείνος. Η πιο πικρή του στιγμή. Μόνος κι άνθρωπος καρφωμένος στο σταυρό. Έστω για λίγο, αλλά μόνος εγκαταλελειμμένος κι άνθρωπος. Πεθαίνει.

Όμως δεν πηγαίνει μακριά.
Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Ο Αρραβώνας της σιωπής

Η Μαθητεία