ο καιρός των ειδώλων





Το καλοκαίρι σιγά σιγά αθόρυβα μας αποχαιρετά, πηγαίνει σε άλλους τόπους που τώρα γυρίζουν το πρόσωπο στον ήλιο, σαν ένα κύμα πάνω στη γη το καλοκαίρι μετακινείται και εμείς θα περάσουμε στα πλάγια του ήλιου· ήδη μερικά φύλλα στα δέντρα έχουν αρχίσει να πεθαίνουν, το πράσινό τους το ζωντανό ξεθωριάζει, σε λίγο καιρό θα ενδυθούν το κίτρινο του θανάτου και τα δέντρα χωρίς τα φύλλα τους θα μείνουν γυμνά. Θα μπορείς να διακρίνεις σε ένα δέντρο τον σκελετό του με τα κλαδιά για κόκαλα.

Όμως εμείς οι άνθρωποι έχουμε ζωή όλες τις εποχές και το ξέρουμε. Σε εμάς τους ανθρώπους στη γη δόθηκε η πιο σκληρή και όμορφη παράξενη μοίρα, δόθηκε το δώρο του πνεύματος, το δώρο της σκέψης, το δώρο της επίγνωσης. Λίγο πολύ ένα δώρο κατάρα, ένας θεός είπε: Τι νόημα έχει η όλη η δημιουργία μου αν δεν υπάρχει ένα πλάσμα να την παρατηρεί και να την καταλαβαίνει; Τι νόημα έχει όλη η ομορφιά της πλάσης αν δεν υπάρχουν μάτια να τη βλέπουν; Κι ύστερα, ο δημιουργός ένιωσε μοναξιά και γύρεψε παρέα. Θα φτιάξω πλάσματα ανάλογά μου, είπε, πλάσματα πνευματικά, που δεν θα ξέρουν αν το πνεύμα τους προέρχεται από το σώμα τους ή αν το σώμα τους προέρχεται από το πνεύμα τους και θα τα δώσω ελεύθερη βούληση να αποφασίζουν. Κουρασμένος ο πνευματικός δημιουργός χωρίς παρέα γέννησε παιδιά κι έδωσε σε ένα είδος ζώων νόηση να την χρησιμοποιήσουν όπως θέλουν.

Να έκανε λάθος δεν γίνεται. Κουρασμένος ο δημιουργός από τη βαρβαρότητα, τη χυδαιότητα και τον αλληλοσπαραγμό της φύσης... έφτιαξε ένα πλάσμα πνευματικό και ευγενικό, που μπορεί ακόμα και το ένστικτό του να καλλιεργεί και να επιλέγει, να αποφασίζει και να έχει πολλούς τρόπους στην διάθεσή του να ζήσει. Να μπορεί να πάρει στα χέρια του ένα όπλο να σκοτώσει ένα πουλί, όμως να μπορεί και να σκεφτεί, να αφήσει κάτω το όπλο και να πάρει στα χέρια του ένα λουλούδι να χαρίσει.

Ο δημιουργός, θέλησε με τον τρόπο αυτό να αποβάλει από τη φύση την σκληροκαρδία της και είπε θα φτιάξω ένα πλάσμα ικανό να εκτιμήσει τη ζωή και να την τραγουδήσει. Και άρχισε ο άνθρωπος να συλλογίζεται πάνω στην ίδια του τη δημιουργία και να αναγνωρίζει, να καταλαβαίνει, πως η δημιουργία της ζωής, η πρώτη της ύλη, η διαιώνισή της και η πηγή από την οποία η ζωή αναβλύζει… είναι η αγάπη.

Όμως ο άνθρωπος δεν το αναγνώρισε εύκολα, συνέχισε νοήμων ζώο τη ζωή του ζώου και ο δημιουργός αναγκάσθηκε να κάνει ξεκάθαρες τις προθέσεις Του για τη ζωή και έστειλε στη γη τον Υιό Του να φανερώσει τη σκέψη του Πατέρα. Όταν οι άνθρωποι άκουσαν πως ο θεός είχε γι' αυτούς καλή θέληση, μεγάλη αγάπη και πως η καρδιά του ήταν γεμάτη δώρα για εκείνους…
μαθημένοι στα βάσανά τους και συνηθισμένοι στην σκληροκαρδία του ζώου και την βαρβαρότητα… σκότωσαν στην πρώτη ευκαιρία τον θεό και ξόρκισαν έτσι τη χαρά και την ευτυχία τους. Με μια κάθετη και δυσνόητη επιλογή αποφάσισαν τη δυστυχία τους, λέγοντας έτσι στον θεό: Ποιος Εσένα σου είπε να μας βγάλεις από τη μοίρα του ζώου;

Ο θεός σάστισε με τους ανθρώπους, έτριβε τα μάτια Του για καιρό, έτσι που γέμισε η γης δάκρυα και ηφαίστεια. Μα σας έδειξα αυτοπροσώπως έναν υψηλό δρόμο, γεμάτο μουσική, χαρά και μελωδία, και εσείς θέλετε γονατισμένοι και ασθενικοί να βαδίζετε ακόμα στα τέσσερα; Είπεν ο θεός και μπερδεύτηκε με τους ανθρώπους. Και μετά είπε: θα περάσουν χίλια χρόνια, κι από τα χίλια άλλα χίλια θα περάσουν, και από τα χίλια των χιλίων χίλια χρόνια θα περνούν μέχρι να θυμηθείτε το λόγο της ύπαρξής σας.

Οι άνθρωποι, κοίταξαν κατά πάνω και χλεύασαν. Μας έδωσες ελεύθερη βούληση, είπαν, δεν σε χρειαζόμαστε άλλο, και με μια γομολάστιχα έσβησαν τον θεό από τον μαυροπίνακα της δημιουργίας. Τον διέγραψαν και στη θέση του έβαλαν μια κουλούρα, ένα μηδέν. Έτσι οι άνθρωποι, έδωσαν στην ύπαρξή τους μόνοι τους, την βαθμολογία μηδέν. Κι ενώ ο θεός τους μίλησε για την υπέρτατη αξία της ζωής… οι ίδιοι οι άνθρωποι της έδωσαν την αξία μηδέν, το νόημα μηδέν. Τι αξίζει η ζωή μας; Είπαν, αξίζει μηδέν!

Μα και μηδέν που αξίζει πάλι δεν μπορούμε να πεθάνουμε, δεν είναι στο χέρι μας, μα και μηδέν που αξίζει και χωρίς εσένα θεέ, πάλι δεν μπορούμε να σταματήσουμε να πεθαίνουμε.

Ο θεός μετά σιώπησε για καιρό, δεν με πειράζει να με ακυρώνουν είπε, ένας στους τόσους κάποτε θα με επικαλείται σε ένα αεροπλάνο που πέφτει.

Ο θεός σιώπησε για καιρό, οι άνθρωποι στράφηκαν πάλι στα είδωλα, μια νέα μέρα ειδωλολατρίας νύχτωσε τον κόσμο. Ο άνθρωπος θέωσε το εγώ του κι άρχισε ξανά να προσκυνάει την ύλη. Καθαρά το βλέπεις στο σήμερα, πως ο καιρός των ειδώλων ποτέ δεν πέρασε.




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Παιδί του Ουρανού

Η Τέχνη του Αποχωρισμού

Η Σιωπή του Ιησού