Κατά τον ήλιο






Κάποτε ζούσα τη ζωή της σκέψης
υπήρχε τότε θυμάμαι ένας τύραννος
με τραβούσε διαρκώς κάτω, κάτω μες το μαύρο βυθό
φόβος και τρόμος να κοιτάξεις κάτω - φυσικά αντιστεκόμουν
τραβούσα πάνω, τραβούσε κάτω, όση δύναμη έβαζε έβαζα.
Μια μέρα κοντραριστήκαμε άσχημα, τράβηξε δυνατά κάτω,
τράβηξα δυνατά πάνω και ξεκόλλησα, έγινα δύο κομμάτια,
διαχωρίστηκα σε πνεύμα και σώμα.

Την επομένη παρατήρησα πως είχε χαθεί ένα 20% περίπου σκέψης, οι σκέψεις πια περνούσαν πιο αραιά απ’ το μέτωπο κι ανάμεσα απ’ τις σκέψεις είδα για πρώτη φορά έξω στην ενήλικη ζωή μου. Όμορφα ήταν, έλαμπαν τα χαλίκια κι είχε λίγη γαλήνη λίγη μόνο, γαληνούλα.

Φυσικά, κάθε μας πνευματική εμπειρία την υπερεκτιμούμε ως το τέλος των βασάνων μας, όμως γρήγορα την αφομοιώνουμε, την κάνουμε κτήμα μας και συνεχίζουμε.

Με τον καιρό η ζωή πέρασε στον νου, στο δίπολο του νου. Είχε μαύρο άσπρο, καλό κακό, άσχημο όμορφο, θετικό αρνητικό, φόβο ελπίδα. Βασανιστική ζωή κι αυτή, πιο δικιά μας απ’ την ζωή της σκέψης αλλά και πιο δικά μας τα βάσανά της, πιο πλησιέστερα σε εμάς, και τα βάσανα της καρδιάς μας παρουσιάζουν κορυφώσεις.

Πέρασε καιρός και το κακό πλησίαζε το καλό, το άσχημο το όμορφο, το θετικό έρχονταν κοντά στο αρνητικό, το άσπρο έμπαινε μες το μαύρο και το μαύρο μες στο άσπρο, ο κόσμος πήρε και συγχωνεύονταν, πάλι όμως είχε καλές και κακές μέρες, άσχημες και όμορφες, φωτεινές και συννεφιασμένες.

Κάποτε έπεφτα κι είχα έτσι έναν τρόπο να κρατώ λογαριασμό, όμως φαίνεται θα έπεσα πολλές φορές, γιατί μου έγινε το άγνωστο γνωστό, κι ύστερα μου ήταν δύσκολο να πέσω, δεν είχα πού να πέσω.

Το όμορφο πλησίαζε το άσχημο, το καλό το κακό, το μαύρο το άσπρο, συγχωνεύονταν. Μια μέρα, έπιασα μες στην απελπισία μου, έναν άνθρωπο απ’ τους ώμους και τον τράνταξα γερά, του φώναξα σ’ αγαπώ! Και το έκανα αυτό σταθερά για μια βδομάδα. Τότε σταμάτησα να πηγαίνω δεξιά, σταμάτησα να πηγαίνω αριστερά, κι έφυγα προς τα πάνω μαζί με όλα μου τα προβλήματα.

Από τότε πηγαίνω μόνο προς τα πάνω. Ξυπνώ, κοιμάμαι, τις μέρες διαδέχονται οι νύχτες και οι νύχτες τις μέρες, αλλά εγώ πηγαίνω μόνο προς τα πάνω. Βδομάδες φεύγουν βδομάδες έρχονται, μήνες άλλους μήνες διαδέχονται, όμως εγώ πηγαίνω μόνο προς τα πάνω. Πάντα προς τα πάνω μόνο προς τα πάνω, σε ένα πάνω που δεν τελειώνει.

Κάποτε, είχε όμορφο άσχημο, καλό κακό, θετικό αρνητικό.
Τώρα έχει όμορφο ομορφότερο, καλό καλύτερο, θετικό θετικότερο. Και πάει έτσι, συνεχώς, διαρκώς, για πάντα και χωρίς τέλος κι επιστροφή.

Κάποτε, η ζωή ήταν οριζόντια, είχε καλό κακό, όμορφο άσχημο, τώρα η ζωή έγινε κατακόρυφη, κι έχει κάθε μέρα, κάθε νύχτα, κάθε βδομάδα και μήνα, μόνο αύξηση.
Και δεν υπάρχει σε αυτό καμία απολύτως επιστροφή.


Υστερόγραφο: Ο Νίτσε κάπου είπε: Να ακολουθείς την τροχιά του ήλιου αλλά να βαδίζεις στην σκιά του, για να μην χάσεις το μυαλό σου. Το είπε βέβαια όσο είχε το μυαλό του.

Εγώ δάσκαλε πηγαίνω καρσί στο ήλιο, ακριβώς κατά μέτωπο. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό ε; σημαίνει πως στο τέλος σε μένα, το πολύ να μείνει λίγο χρώμα και λίγο κελάηδημα. 

Όμως τι να κάνω, ταμένος είμαι, με έταξε η μάνα μου στον ήλιο, τον αγαπώ και με αγαπάει.
Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Η Μαθητεία

Οι Μπλε Άνθρωποι