Μεταβαλλόμενη Πραγματικότητα










Θυμάμαι, πήρα μια νύχτα το σακάκι μου κι έφυγα, από έναν κόσμο στενάχωρο, δυσοίωνο και μαρτυρικό
κι όμως, ο κόσμος τούτος έχει έναν τρόπο ακόμα να με κρατά·
Μια νύχτα, καθώς δεν άντεχα άλλο, μου ξέφυγε κι ονειρεύτηκα
μπαρκάρισα σε μια βάρκα χωρίς προμήθειες, μόνος και
κίνησα για τα ανοιχτά, όμως πήρα μαζί και τον σταυρό μου·
Ξεμάκραινε ο μόλος κι εγώ, μέσα στο πέλαγος με τα ψηλά κύματα, μια έγνοια είχα μόνο: άλλαζα πραγματικότητα.
Τιτάνια πάλη, έφτιαχνα καινούργιους ανθρώπους από πηλό και τους εμφυσούσα ζωή
έφτιαχνα καινούργιες πόλεις χαρούμενες στα μέτρα της καρδιάς μου
με καινούργιους δρόμους και καινούργια πάρκα να παίζουν παιδιά·
Λίγο πολύ, αφού την επινόησα, αποπειράθηκα να φτιάξω μια νέα ήπειρο
όπως την ήθελε η καρδιά μου· δεν είχα άλλο τρόπο να ζήσω,
για να ζωντανέψω την καρδιά μου χρειάζονταν να ζωντανέψω τον κόσμο,
για να την κάνω χαρούμενη χρειαζόμουν μια νέα χαρούμενη γη
για να μπορώ να ζω πάλι στην αλήθεια.
Ο παλιός κόσμος τότε άρχισε να επιμένει
να μου θυμίζει με πύρινα βέλη την ύπαρξή του
να το τονίζει, είμαι εδώ! Μακάβριος, στεγνός, ανέλπιδος,
τρομαχτικός, μαύρος
κι άρχισα μέσα του να στάζω ήλιο
να τον ξανοίγω, τουλάχιστον

Μια νύχτα, μην αντέχοντας άλλο, πήρα το σακάκι μου κι έφυγα για το άγνωστο
μόνος, με μοναδικό θάρρος ένα μόνο κελάηδημα
βυθισμένος όσο κανείς άλλος μες στην απόγνωση
κι άρχισα να κολυμπώ, αφήνοντας πίσω μου οργιές βάθους
κολυμπώντας ανάμεσα σε ψάρια με δόντια κοφτερά
και νύχια αόρατα που όμως ματώνουν·
Ο παλιός κόσμος με λύσσα μου αντιστάθηκε
κατέβαλα τεράστια προσπάθεια και δύναμη
να ανασύρω απ’ τους βυθούς ολάκερη την βουλιαγμένη ανθρωπότητα

Μια νύχτα, καθώς με είχε ζώσει η πραγματικότητα
πήρα το σακάκι μου, άνοιξα μια πόρτα της κι έφυγα μέσα στη νύχτα
της ξέφυγα, δραπέτης με άγνωστο προορισμό
εκπαιδευμένος από παιδί να πηδώ μαντρότοιχους
για μιας κερασιάς το κεράσι
και τότε, ο παλιός κόσμος, ξαμόλησε πίσω μου τα σκυλιά του
μέχρι και τη μυρουδιά μου χρειάστηκε να αλλάξω για να τα ξεφύγω
κι όμως τα σκυλιά του ακολουθούν ακόμα τα χνάρια μου

Θα πρέπει να μου συγχωρεθεί βεβαίως που δεν άντεχα, μέσα στο τόσο πυκνό σκοτάδι του παλιού κόσμου, όμως δεν άντεχα
και οι σύντροφοί μου του παλιού κόσμου, θα πρέπει να μου το συγχωρέσουν, όμως κάποιος, επιτέλους, ένα καινοτόμος, θα πρέπει να κάνει μια νέα αρχή, ένα τρομακτικό σάλτο
και να επινοήσει μια νέα γη για όλους·
Δεν φταίω εγώ που οι σύντροφοί μου δεν ακολούθησαν, όμως βρήκαν βολή μες στην σπηλιά,
έμειναν απλώς πιστοί στην καρδιά τους, αλλά κι εγώ πιστός στην καρδιά μου επιχείρησα παράλογα πράγματα

Στο κάτω κάτω, ο παλιός κόσμος, για παρηγοριά του μπορεί να κρατήσει πάντα το σακάκι μου
όμως εγώ δεν είμαι πια μες στο σακάκι μου
ταξιδεύω με λίγα μόνο θολά ενθύμια
μια κιτρινισμένη φωτογραφία πέντε χιλιάδων ετών
έναν σκύλο με καταγωγή το φεγγάρι
μια γλάστρα με λίγο χώμα απ' την παλιά γη
κι έχω για αλυσίδα έναν Αύγουστο

Το συμπέρασμα είναι
πως αν παλιός κόσμος με ήθελε
θα έπρεπε λιγάκι να προσέχει
να μην με ζορίσει τόσο
δεν το γνώριζε βέβαια, αλλά δεν μου αρέσει να με ζορίζουν
γιατί τότε ακριβώς ξυπνώ και βρίσκω δυνάμεις
και ξανοίγομαι, ξανοίγομαι χωρίς συλλογισμό
για νέους κόσμους χωρίς γυρισμό

Για αυτό, έχω να πω στον παλιό κόσμο
μην ζορίζεις τους ανθρώπους που κατέχεις πολύ
γιατί θα ξανοιχθούν, θα ξανοιχθούν και θα τους χάσεις
θα σου ξεφύγουν, θα ξανοιχθούν και θα έρθουν να με βρουν

Γιατί εγώ, καλά είμαι εδώ στην όχθη μου
κι έρχονται κατά δω μιλιούνια κόσμου·
και να μου το θυμηθείς παλιέ κόσμε
μια μέρα η σπηλιά σου θα μείνει άδεια 
και θα χτυπάς εσύ μόνος σου, ένας παλιός κόσμος,
το κεφάλι σου στον τοίχο της,
πρόσεχε, γιατί ζορίζεις τους ανθρώπους πολύ
κι εξαναγκάζεις τα αηδόνια να πολλαπλασιάζονται.  
Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Η Μαθητεία

Οι Μπλε Άνθρωποι